Άρθρα‎ > ‎

Άγιος Μεγαλομάρτυρας Μηνάς (11 Νοεμβρίου) (Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου)

αναρτήθηκε στις 11 Νοε 2012, 11:45 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου


Αυτός έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού κατά το έτος 296, όντας με τα βασιλικά στρατεύματα στα Νούμερα τα ονομαζόμενα Ρουταλικά, κάτω από τον ηγεμόνα Αργυρίσκο στο Κοτυάειο της Φρυ­γίας της Σαλουταρίας, το οποίο τώρα τουρκικά ονομάζεται Κιούταϊ. Αυτός λοιπόν ευσεβέστατος όντας, δεν υπέφερε να βλέπει την πλάνη των ειδώλων να αποθρασύνεται στον κόσμο. Γι’ αυτό ανέβηκε επάνω στο βουνό, για να καθαρίσει τον εαυτό του με νηστείες και προσευχές. Αφού λοιπόν γέμισε και δυνάμωσε την καρδιά του με τον ένθεο ζήλο του Χριστού και άναψε την ψυχή του από την θεία αγάπη, τότε κατέβηκε από το βουνό. Και αφού στάθηκε ανάμεσα στους ειδωλολάτρες, ανακήρυξε τον Χριστό ως Θεό αληθινό. Τότε τον έδειραν και με τρίχινα πανιά καταξέσχισαν τις σάρκες του. Κατόπιν τον έκαψαν με φωτιά και τον έσυραν άσπλαχνα επάνω σε τριβόλους, σε σημείο που καταστράφηκε όλο το σώμα του. Τελευταία απέκοψαν με το σπαθί την αγία του κεφα­λή και έτσι έλαβε ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανο. Δέχθηκε όμως χάρη από τον Κύριο ο Άγιος, να κάνει εξαιρετικά θαύματα και να βοηθά όσους βρίσκονται σε ανάγκες. Μερικά από τα θαύματα είναι τα όσα θα λεχθούν παρακάτω.

Μια φορά πηγαίνοντας ένας Χριστιανός να προσευχηθεί στον Ναό αυτού του Αγίου Μηνά, διανυκτέρευσε σε ένα ξενοδοχείο. Ο ιδιοκτήτης όμως του ξενοδοχείου γνωρίζοντας, ότι ο φιλοξενούμενος είχε χρήματα στον κόλπο του, σηκώθηκε κατά τα μεσάνυκτα και τον σκότωσε. Κατόπιν, αφού έκοψε όλα τα μέλη του σώματός του, τα έβαλε σε ένα ζιμπίλι και τα κρέμασε, περιμένοντας να ξημερώσει. Την ώρα λοιπόν που ο φονιάς βρισκόταν σε αγώνα και μέριμνα, πώς και πού και πότε να πάει να κρύψει τα μέλη αυτού που σκότωσε, για να μη τον καταλάβει κανένας, να, και του παρουσιάζεται ως καβαλάρης με την μορφή στρατιώτου ο Άγιος Μήνας. Και τον ρώτησε τί απέγινε ο ξένος που παρέμεινε εκεί. Ο φονιάς όμως βεβαίωνε, ότι δεν ξέρει τίποτε. Τότε ο Άγιος κατεβαίνοντας από το άλογό του, μπήκε μέσα στο κρυφότερο μέρος του σπιτιού του. Και βρίσκοντας το ζιμπίλι και κατεβάζοντάς το, βλέπει τον φονιά με φοβερό και άγριο βλέμμα και του λέει· «Ποιός είναι αυτός;». Ο φονιάς όμως από τον φόβο του όντας άφωνος και σαν εκστατικός, έρριξε τον εαυτό του ως ελεεινό πτώμα στα πόδια του Αγίου. Ο Άγιος, αφού συνέδεσε όλα τα μέλη του φονευθέντος και προσευχήθηκε, ανέστησε τον νεκρό και του είπε· «Δόξασε τον Θεό». Και ο νεκρός σαν να σηκώθηκε από ύπνο και σκέφθηκε εκείνα που έπαθε από τον ξενοδόχο και πως ξανάζησε πάλι δόξασε τον Θεό και ευχαριστούσε και προσκυνούσε τον φαινόμενο στρατιώτη, που τον ανέστησε. Αφού ο φονιάς σηκώθηκε επάνω, πήρε ο Άγιος από αυτόν τα χρήματα και τα έδωσε στον άνθρωπο που αναστήθηκε, λέγοντάς του· «Συνέχισε, αδελφέ, τον δρόμο σου». Επιστρέφοντας όμως στον φονιά τον έδειρε, όπως του έπρεπε. Στην συνέχεια, αφού τον νουθέτησε και επί πλέον συγχώρησε το σφάλμα του και προσευχήθηκε γι’ αυτόν, καβαλίκευσε το άλογό του και έγινε άφαντος.

Άλλος πάλι πλούσιος Χριστιανός υποσχέθηκε να κάνει στον Άγιο έναν δίσκο ασημένιο. Πηγαίνοντας λοιπόν στον χρυσοχόο, του είπε να κατασκευάσει δύο δίσκους και να γράψει επάνω στον ένα το όνομα του Αγίου και επάνω στον άλλο το όνομα το δικό του. Όταν όμως κατασκεύασε και τους δύο, επειδή ο δίσκος του Αγίου φαινόταν λαμπρότερος και πιο ωραίος, για τον λόγο αυτόν ο Χριστιανός εκείνος κράτησε για τον εαυτό του τον δίσκο του Αγίου, χωρίς να υπολογίσει την επιγραφή, που είχε και το όνομα του Αγίου. Έτυχε λοιπόν να κάνει ταξείδι στην θάλασσα. Την ώρα λοιπόν που δειπνούσε έφερε ο δούλος στην τράπεζα τον δίσκο του Αγίου γεμάτο από φαγητά. Ο δε αναίσθητος εκείνος και ανευλαβής Χριστιανός, έτρωγε από τα φαγητά του δίσκου χωρίς καμμία συστολή και ευλάβεια. Όταν τέλειωσε η τράπεζα, πήρε ο δούλος τον δίσκο, για να τον πλύνει στην θάλασσα. Ο δίσκος όμως παρα­συρθείς, δεν γνωρίζω πώς, από τα χέρια του δούλου, έπεσε στο βυθό της θάλασσας· ο δούλος όμως έγινε σύντρομος και, επειδή φοβήθηκε πολύ και ακόμη αφού μούδιασε και χαυνώθηκε, έπεσε και αυτός στη θάλασσα.

Βλέποντας αυτό ο κύριός του, ελεεινολογώντας τον εαυτό του, έλεγε· «Αλλοίμονό μου τον άθλιο! Διότι επιθυμώντας τον δίσκο του Αγίου, να, κοντά στον δίσκο έχασα και τον δούλο μου. Αλλά σ’ εσένα, Κύριε, κάνα) την υπόσχεση αυτή, ότι αν βρω μόνο το λείψανο του δούλου μου, θα δώσω στον Μάρτυρά σου Άγιο Μηνά μαζί με αυτόν τον άλλον δίσκο και την τιμή που είχε ο δίσκος του Αγίου που καταβυθίσθηκε. Όποτε βγαίνοντας από το καΐκι, παρατηρούσε στην παραλία προσμένοντας και ελπίζοντας να δει το ζητούμενο νεκρό σώμα του δούλου του. Εκεί λοιπόν που πρόσεχε με επιμέλεια, ω του θαύματος! βλέπει τον δούλο του ζωντανό, που έβγαινε από την θάλασσα κρατώντας στα χέρια τον δίσκο του Αγίου. Και, βλέποντας τον ίδιο, εξεπλάγη. Τότε φώναξε δυνατά με μεγάλη φωνή, κηρύττοντας το θαύμα του Αγίου, ενώ όσοι ήταν μέσα στο πλοίο, βγήκαν όλοι έξω. Βλέποντας τον δούλο να κρατά στα χέρια του τον δίσκο, θαύμαζαν πολύ και δόξαζαν τον Θεό και τον ρώτησαν με ποιόν τρόπο γλύτωσε από την θάλασσα. Και ο δούλος διηγήθηκε λέγοντας, ότι «μόλις έπεσα στην θάλασσα, ήλθε ένας άνθρωπος ωραίος, μαζί με άλλους δύο και με έπιασαν. Και αφού βάδισαν μαζί μου χθες και σήμερα, ήλθαμε μέχρις εδώ». Οπότε το θαύμα αυτό διαδόθηκε παντού. Και εξ αιτίας αυτού μέχρι σήμερα μεγαλύνεται ο Χριστός, ο οποίος έτσι δοξάζει τους Αγίους του.

Μία φορά περίμεναν στον Ναό του Αγίου ένας κουτσός και μία γυναίκα βουβή, μαζί με άλλους πολλούς ασθενείς, για να λάβουν την θεραπεία από τον Άγιο. Κατά το μεσονύκτιο, τον καιρό που όλοι οι ασθενείς κοιμούνταν, εμφανίζεται ο Άγιος στον κουτσό και του λέει· «Τώρα που είναι ησυχία πήγαινε και πιάσε το επανωφόρι της βουβής γυναίκας και θα γιατρευθείς. Μόλις πήγε ο κουτσός και έπιασε το επανωφόρι της βουβής, αμέσως εκείνη ταραγμένη φώναξε, κατηγορώντας δήθεν τον κουτσό. Και με τον χαριτωμένο αυτόν τρόπο λύθηκε η γλώσσα της και ο κουτσός πάλι επειδή ντράπηκε από τα λόγια της βουβής, αμέσως σηκώθηκε στα πόδια και άρχισε να τρέχει. Όταν γνώρισαν και οι δύο το ωραιότατο θαύμα, που τους έγινε από τον Άγιο, δόξασαν τον Θεόν.

Ένας Εβραίος έχοντας φίλο έναν Χριστιανό, πολλές  φορές τον εμπιστευόταν και του άφηνε αρκετά χρήματα, όταν επρόκειτο να πάει σε μέρος μακρινό. Του άφησε λοιπόν μία φορά ως παρακαταθήκη ένα πουγκί με πεντακόσια νομίσματα. Ο Χριστιανός όμως σκέφθηκε να αρνηθεί την παρακαταθήκη αυτή του Εβραίου, πράγμα που το έκανε και με το έργο. Όταν λοιπόν ήλθε ο Εβραίος, όπως συνήθιζε, ζήτησε τα χρήματά του· ο Χριστιανός όμως δεν του τα έδινε λέγοντας· «Εσύ δεν μου άφησες τίποτε την φορά αυτή και τί ζητάς από μένα»; Ο δε Εβραίος ανέλπιστα ακούγοντας αυτό τον λόγο, άλλος άνθρωπος έγινε. Όταν συνήλθε, λέει προς τον Χριστιανό· «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, παρά ο όρκος να διαλύσει αυτήν την αμφιβολία, επειδή δεν ήταν κάποιος μάρτυρας παρών, όταν σου παρέδωσα τα χρήματά μου, έχοντας για σένα την πληροφορία, ότι είσαι πιστός και αληθινός άνθρωπος». Τότε ζητούσε ο Εβραίος να αποδειχθεί μέσω του Αγίου Μηνά εκείνος που λέει την αλήθεια.

Από συμφώνου λοιπόν πήγαν και οι δύο στο Ναό του Αγίου Μηνά και αμέσως ο Χριστιανός χωρίς αργοπορία ορκίστηκε και βεβαίωσε την άρνηση της παρακαταθήκης. Αφού λοιπόν ο όρκος τελείωσε, βγήκαν και οι δυο από τον Ναό και καβαλίκεψαν τα άλογά τους. Το άλογο όμως του Χριστιανού ατακτούσε και εξαγριωνόταν εναντίον του κυρίου του. Και δαγκώνοντας το χαλινάρι, φοβέριζε, ότι θα προξενήσει στον καβαλάρη του πικρό θάνατο. Και αρχικά τον έρριξε στην γη, αλλά δεν τον έβλαψε στο σώμα. Χάθηκε όμως μόνο το μανδήλι του μαζί με το κλειδί και την χρυσή του σφραγίδα. Έπειτα πάλι αφού καβαλίκευσε το άλογο, πήγαινε μαζί με τον Εβραίο, ο οποίος, μη υποφέροντας την ζημία, ελυπείτο πολύ στον δρόμο και αναστέναζε από το βάθος της καρδίας του. Τότε ο Χριστιανός λέει προς τον Εβραίο· «Επειδή ο τόπος αυτός, φίλε. είναι κατάλληλος, ας κατέβουμε από τα άλογα και ας φάμε ψωμί».

Όταν όμως άρχισαν να τρώνε, να, μετά από λίγο βλέπει ο Χριστιανός τον δικό του δούλο να έρχεται και να κρατά με το ένα χέρι το πουγκί του Εβραίου και με το άλλο το κλειδί μαζί με το μανδήλι του. Όταν τα είδε αυτά, εξεπλάγη. «Τί είναι τούτο;», είπε προς τον δούλο του. Ο δε δούλος απάντησε· « Ένας φοβερός ήλθε στην κυρία μου και δίνοντάς της το κλειδί με το μανδήλι σου, της είπε· Πολύ γρήγορα να στείλεις το πουγκί του Εβραίου, για να μη κινδυνέψει ο άνδρας σου. Όποτε εγώ παίρνοντας αυτό από την κυρία μου, ήλθα σ’ εσένα, όπως διέταξες». Τότε ο Εβραίος γεμάτος από χαρά γύρισε μαζί με τον Χριστιανό στον Άγιο. Και αυτός μεν παρακαλούσε να βαπτισθεί, ο δε Χριστιανός ζητούσε να λάβει συγχώρηση για τον ψεύτικο όρκο, που έκανε και παρόργισε τον Θεό. Οπότε και οι δύο έλαβαν εκείνο που ζήτησαν. Και ο μεν Εβραίος έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, ο δε Χριστιανός έλαβε την του όρκου συγχώρηση. Και έτσι επέστρεψαν στα σπίτια τους χαρούμενοι.

(Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής τ. Β΄, Έκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ι. Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα Σκήτη Άγιον Όρος σ. 81-85). Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας