Άρθρα‎ > ‎

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Η θάλασσα του βίου

αναρτήθηκε στις 29 Ιαν 2012, 12:15 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου


ΜΠΡΟΣΤΑ στα μάτια μου απλώνεται ή μεγαλόπρεπη θάλασσα. Εδώ, στον βορρά, είναι σχεδόν πάντα θολή και φουρτουνιασμένη. Κάπου-κάπου, όμως, γίνεται πανέμορφη. Πλατιά θάλασσα! Βαθιά θάλασσα! Τραβάς τα βλέμματα, τραβάς και τις σκέψεις. Ακίνητος κοιτάζω τη θάλασσα για πολλή ώρα. Το θέαμα είναι μονότονο. Ωστόσο το βλέμμα και οι σκέψεις μου δεν μπορούν να ξεκολλήσουν απ’ αυτήν πλέουν στην απεραντοσύνη της, βουλιάζουν στα νερά της, φτάνουν στον βυθό της. Τί έμπνευση κρύβεται στη θάλασσα! Τί πληρότητα αισθάνεται ή ψυχή, όταν τα μάτια ευφρανθούν και χορτάσουν από την παρατήρηση της θάλασσας! Άς ατενίσουμε, αδελφοί, άς ατενίσουμε τη θάλασσα από το καταφύγιο της μονής μας, πού το χέρι της πρόνοιας τού Θεού την τοποθέτησε σε μιάν ακτή.
Πίσω από τη θάλασσα υπάρχει μια άλλη «θάλασσα»: ή πρωτεύουσα του κραταιού Βορρά. .
Σ.τ.Μ : Εννοεί την Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος – Αγίου Σεργίου, ή οποία ήταν χτισμένη σε μιαν ακτή Του φινλανδικού κόλπου, κοντά στην Αγία Πετρούπολη, και της οποίας ό άγιος Ιγνάτιος διετέλεσε ηγούμενος από το 1834 ως το 1857.2• Σ.τ.Μ.: Εννοεί την Αγία Πετρούπολη.
Υπέροχη είναι ή θέα της από την ακτή, πάνω στην οποία απλώνεται το μοναστήρι μας. Πλατιά, κρυστάλλινη, ασημένια ή θάλασσά μας, απλώνεται ανάμεσα στις γερτές ακτές και κλείνεται από την Κρονστάνδη. Πίσω απ’ αυτήν γίνεται πια απέραντη και ενώνεται με τον απέραντο ουρανό.Έψελνε κάποτε ό άγιος προφήτης Δαβίδ: «Να ή μεγάλη και πλατιά θάλασσα! Εκεί μέσα κινούνται αναρίθμητα ζώα, μικρά και μεγάλα, τα ψάρια πού περιφέρονται στους θαλάσσιους δρόμους. Εκεί καράβια ταξιδεύουν, καθώς και το μεγάλο κήτος, ό δράκοντας, πού τον έπλασες για να την εμπαίζει». Αλληγορικοί είναι οι στίχοι τούτοι του Δαβίδ. Οι άγιοι πατέρες τούς ερμηνεύουν: θάλασσα είναι ή γή. Τα αναρίθμητα ζώα, μικρά και μεγάλα, και τα ψάρια, πού ζουν στη θάλασσα, είναι οι άνθρωποι κάθε έθνους και ηλικίας, πού υπηρετούν την αμαρτία. Πλοία είναι ή αγία μας Εκκλησία συνολικά και καθένας από τούς αληθινούς χριστιανούς πού νικούν τον αμαρτωλό κόσμο. Δράκοντας είναι ό άγγελος πού έπεσε από τον ουρανό στη γή, ό Εωσφόρος.
Πλέει ή αγία μας Εκκλησία στα νερά της θάλασσας τού βίου τούτου μέσ’ από τούς αιώνες, μέσ’ από τις χιλιετίες. Υλικά και σωματικά ανήκει στον κόσμο, πνευματικά όμως δεν ανήκει σ’ αυτόν.  Ό Κύριος είπε όχι μόνο στους αποστόλους αλλά σ’ όλη την Εκκλησία: «Δεν ανήκετε στον κόσμο, εγώ σάς διάλεξα και σάς ξεχώρισα από τον κόσμο». Ως προς το σώμα και τις σωματικές ανάγκες ανήκετε στον κόσμο, ως προς το πνεύμα, όμως, είστε χωρισμένοι από τον κόσμο. Ανήκετε στον Κύριο, τον όποιο ό κόσμος έχει μισήσει.
Πλέει ή αγία μας Εκκλησία στα νερά της θάλασσας του βίου τούτου και μένει πάνω από τα κύματα, ασφαλισμένη καθώς είναι με τη θεία διδασκαλία της. Γιατί αυτή διατηρεί την αληθινή γνώση για τον θεό και τον άνθρωπο, για το καλό και το κακό, για τον πρόσκαιρο υλικόΗ θάλασσα του βίουκόσμο και για τον αιώνιο πνευματικό. Όλοι όσοι ανήκουν σ’ αυτή τη μοναδική αληθινή Εκκλησία, οι ορθόδοξοι χριστιανοί της οικουμένης, διατηρώντας τη διδασκαλία της ακέραιη και καθαρή, αποτελούν το σύνολο των πλοίων πού διαπλέουν τη θάλασσα του βίου, χωρίς να βυθίζονται στα σκοτεινά βάθη της.Κάθε πραγματικός χριστιανός, πού ταξιδεύει στη θάλασσα τού βίου, βιάζεται να φτάσει στην αιωνιότητα. Όπως στην υλική θάλασσα μπορεί κανείς μόνο να ταξιδέψει, όχι να κατοικήσει μόνιμα, έτσι και στη νοητή θάλασσα του βίου δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο, δεν υπάρχει τίποτα πού να ανήκει για πάντα στον άνθρωπο, δεν υπάρχει τίποτα πού να τον συνοδεύει πέρα από τον τάφο. Μόνο τα καλά του έργα και οι αμαρτίες του τον ακολουθούν στην αιωνιότητα. Στην επίγεια ζωή μπαίνει γυμνός, μόνο με το σώμα του.
‘Από την επίγεια ζωή βγαίνει αφήνοντας ακόμα και το σώμα του. Δεν το κατανοούν οι δούλοι τού κόσμου, οι δούλοι της αμαρτίας. Το κατανοεί, όμως, ό πραγματικός χριστιανός. Αυτός είναι σαν ένα μεγάλο καράβι γεμάτο πνευματικούς θησαυρούς, πού τούς αυξάνει στη διάρκεια τού ταξιδιού του. Τα πλούτη αυτά είναι τόσο πολλά, πού ό κόσμος όλος δεν μπορεί να τα χωρέσει• είναι και τόσο πολύτιμα, πού τού κόσμου όλου τα πλούτη, αν συγκριθούν μαζί τους, δεν έχουν καμιάν αξία. Ζηλεύει ό κόσμος τον πραγματικό χριστιανό και τα πλούτη του. Το πλοίο του, παρά το μέγεθος και την αντοχή του, κινδυνεύει από τούς σφοδρούς άνεμους, τα κύματα, τούς υφάλους, τις ξέρες. Είναι ντυμένος τον παντοδύναμο Χριστό ό χριστιανός, αλλά δεν θ’ αποφύγει τούς κινδύνους. Όλοι ανεξαίρετα όσοι θέλουν να σωθούν, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς.
Κάθε καράβι βιάζεται να φτάσει στο Λιμάνι πού είναι ό προορισμός του. Στη διάρκεια του ταξιδιού του πιάνει σε άλλα Λιμάνια μόνο για λίγο, αν είναι απόλυτη ανάγκη. Έτσι κι εμείς πρέπει να βιαστούμε, να τραβήξουμε μ’ όλες μας τις δυνάμεις για τον ουρανό και την αιωνιότητα. Σε τίποτα το πρόσκαιρο ας μην αναπαυθεί ή καρδιά μας, για να μην κολλήσει ή ψυχή μας στη γή από την ενέργεια της αυταπάτης, πού ζει μέσα μας αλλά και μέσα στους άλλους. Με την προπατορική πτώση «ή ψυχή μας κυλίστηκε ταπεινωμένη στο χώμα», αποκτώντας από τότε ροπή προς καθετί το φθαρτό, «κόλλησαν στη γή τα σπλάχνα μας», δηλαδή ή πνευματική μας ύπαρξη, ή οποία δεν αποβλέπει πια στον ουρανό και στην αιωνιότητα.
Ας εκτελούμε πρόθυμα και φιλότιμα τα επίγεια διακονήματα και καθήκοντα μας, σαν να μάς τα έχει αναθέσει ό ίδιος ό Θεός, μην ξεχνώντας ότι τα μάτια Του ακατάπαυστα μάς παρακολουθούν και ότι κάποτε θα δώσουμε λόγο σ’ Εκείνον για όλα όσα κάνουμε. Ας μην αχρηστεύουν, ας μη μολύνουν τα έργα μας αμαρτωλές προδιαθέσεις και εμπαθείς σκοποί! Με κάθε επίγειο έργο ας επιδιώκουμε την εύαρέστηση του Θεού, και τότε το επίγειο έργο θα γίνει επουράνιο. Δύο ας είναι οι κύριες και ουσιαστικές ασχολίες μας, ή διακονία του Θεού και ή προσπάθεια για την ένωση μ’ Αυτόν Ή δεύτερη πραγματώνεται με την πρώτη, πού συνίσταται στην αδιάλειπτη μνήμη του Θεού και των εντολών Του και στην τήρηση αυτών των εντολών τόσο με την εμφανή όσο και με την αφανή διαγωγή μας.Ό καπετάνιος οδηγεί το καράβι και σκέφτεται συνεχώς το λιμάνι, όπου θα ξεφορτώσει.
Προσέχει να μην ξεφύγει από τη σωστή πορεία, γιατί δεν υπάρχουν δρόμοι, όπως στη στεριά ‘όλη ή θάλασσα είναι ένας απέραντος δρόμος. Κοιτάζει, λοιπόν, μια τον ουρανό και τον ήλιο, μια τον χάρτη και την πυξίδα με τη βοήθεια τους κατευθύνει το καράβι. Ούτε στη θάλασσα του βίου υπάρχουν δρόμοι. Τον άνθρωπο τον κατευθύνει ό νους του. Κανένας μας δεν γνωρίζει τί του επιφυλάσσει το μέλλον, ή επόμενη μέρα, ή επόμενη ώρα. Τα περισσότερα γεγονότα είναι απρόβλεπτα και απροσδόκητα Τη μακροχρόνια γαλήνη τη διαδέχεται ξαφνικά μια φοβερή τρικυμία Ό χριστιανός πιστεύει πώς όλα όσα του συμβαίνουν προέρχονται από το θέλημα του Θεού. Έτσι, και την πιο μεγάλη φουρτούνα την αντιμετωπίζει με ειρήνη. Ή υποταγή του στο θειο θέλημα τον συμφιλιώνει με τις συμφορές. Τα μάτια του νου του είναι στραμμένα διαρκώς στον πνευματικό ουρανό, το Ευαγγέλιο, όπου σαν τον ήλιο φέγγει ή διδασκαλία του Χριστού. Συνάμα παρακολουθούν την καρδιά, τη συνείδηση, όλη τη δραστηριότητα, εξωτερική και εσωτερική, της ψυχής.Ό νους μας, λοιπόν, σαν ακοίμητος καπετάνιος, ας είναι σταθερά στραμμένος προς την αιώνια μακαριότητα, ή λησμοσύνη της οποίας μάς οδηγεί στην αιώνια συμφορά.

Ό νους μας ας συγκρατεί την καρδιά, ώστε αυτή να μην παρασύρεται από τα φθαρτά και μάταια, εγκαταλείποντας τα άφθαρτα και αιώνια, τα αληθινά και ουσιώδη. Ό νους μας ας ρίχνει συχνά τη ματιά του στη συνείδηση, σαν σε πυξίδα, και ας ακολουθεί την πορεία πού εκείνη του δείχνει. Ό νους μας, τέλος, ας μάς καθοδηγεί θεάρεστα σ’ όλο το ταξίδι της ζωής, για να φτάσουμε με ασφάλεια στο λιμάνι της αιωνιότητας, έχοντας το πλοίο μας φορτωμένο με πνευματικούς θησαυρούς.
Ας μη φοβηθούμε τις τρικυμίες της θάλασσας του Ρίου. Τα άγρια κύματα της ανεβαίνουν ως τον ουρανό και κατεβαίνουν ως τον άδη, δεν μπορούν όμως να καταπιούν τον χριστιανό πού έχει ζωντανή πίστη. Ή πίστη ξυπνά τον Σωτήρα, πού κοιμάται στην πρύμνη -έτσι νομίζουν οι μαθητές Του, πού διαπλέουν τη θάλασσα τού βίου, όταν οι ίδιοι βυθίζονται στην αμέλεια. Ή πίστη, λοιπόν, κραυγάζει στον Σωτήρα με προσευχή φλογερή πού βγαίνει από καρδιά ταπεινή, από καρδιά πονεμένη και λυπημένη για την αμαρτωλότητα και την εμπάθεια της. Τού ζητάει βοήθεια Τού ζητάει τη σωτηρία. Και την παίρνει. Ό Κύριος τού σύμπαντος, μ’ ένα πρόσταγμα του, ξαναφέρνει απόλυτη γαλήνη. Ή πίστη πού δοκιμάστηκε με τα κύματα και τούς άνεμους τού βίου, αισθάνεται πιο δυνατή, πιο ανδρεία, και ετοιμάζεται για νέους αγώνες.
Ας μην εφησυχάζουμε, όταν βλέπουμε τη θάλασσα τού βίου γαλήνια Ή γαλήνη αυτή είναι πρόσκαιρη και απατηλή. Ή θάλασσα είναι ευμετάβλητη. Ας μην είμαστε, λοιπόν, αμέριμνοι. Άλλωστε, το καράβι μπορεί να πέσει ξαφνικά σε ξέρα ή σε ύφαλο αόρατο, μόλις σκεπασμένο από τα νερά, και να πάθει μεγάλη ζημιά. Άλλοτε, πάλι, ένα φαινομενικά ακίνδυνο συννεφάκι αρχίζει ξαφνικά να βγάζει από τα σπλάχνα του άνεμους και αστραπόβροντα, ξεσηκώνοντας εναντίον μας τη θάλασσα.
Γεμάτη είναι ή ζωή μας από θλίψεις, δοκιμασίες, μεταλλαγές. Μας επιβουλεύεται ό νους μας. Μολονότι είναι ό οδηγός μας, συχνά ξεφεύγει από τον σωστό δρόμο και μας παρασύρει στην πλάνη. Μας επιβουλεύεται ή καρδιά μας, υποκύπτοντας στις δικές της παρορμήσεις και αθετώντας το θέλημα τού Θεού. Μας επιβουλεύεται ή αμαρτία, εκείνη πού φυτεύτηκε μέσα μας με την προπατορική πτώση και εκείνη πού ενεργεί πάνω μας διαμέσου των εξωτερικών πειρασμών.
Μάς επιβουλεύεται ό κόσμος, πού είναι δούλος της ματαιότητας και της φθοράς και πού επιδιώκει να μάς παρασύρει όλους σ’ αυτή τη δουλεία τόσο με την κολακεία όσο και με τον διωγμό. Μάς επιβουλεύονται οι αόρατοι εχθροί μας, τα πονηρά πνεύματα.
Μάς επιβουλεύονται οι άνθρωποι πού είναι όργανα τους, συχνά οι ίδιοι οι φίλοι και οι συγγενείς μας. Γι` αυτό ό Κύριος μάς έδωσε εντολή να μένουμε άγρυπνοι, περιφρουρώντας τον εαυτό μας από την αμαρτία με την εργασία των αρετών, με τη μελέτη τού θείου λόγου, με την προσευχή, με την πίστη και την ταπείνωση.
Ποιά είναι τα «μεγάλα ζώα», πού ζουν στην απεραντοσύνη της θάλασσας τού βίου; Ούτε εγώ ούτε άλλος κανείς θα ήθελα να μοιάσουμε μ’ αυτούς τούς γίγαντες της θάλασσας, πού μοναδική τους παρηγοριά έχουν τα σκοτεινά βάθη. Εκεί κινούνται, εκεί παραμένουν και από εκεί ανεβαίνουν ψηλότερα, στα ηλιοφώτιστα νερά, μόνο για να συντηρηθούν στη ζωή, θανατώνοντας και καταβροχθίζοντας αναρίθμητα άλλα θαλάσσια ζώα. Ύστερα χάνονται πάλι στα σκοτάδια της αβύσσου. Τα υγρά, άγρια μάτια τους δεν ανέχονται το φώς. Σαν κι αυτά, λοιπόν, είναι οι άνθρωποι οι ικανοί, οι μορφωμένοι, οι πλούσιοι, οι δυνατοί, αλλά, αλίμονο, δεμένοι ολόψυχα στη ματαιότητα και τη φθορά. Ή καρδιά και ή διάνοια τους είναι στραμμένες αποκλειστικά στην αναζήτηση επίγειας δόξας και επίγειας ηδονής. Βυθισμένοι στη σκοτεινή άβυσσο της θάλασσας τού βίου, κυνηγούν μόνο το πρόσκαιρο, το στιγμιαίο, το ουσιαστικά ανύπαρκτο.

«Περιφέρονται στους θαλάσσιους δρόμους», λέει ή Γραφή. Περίεργοι αυτοί οι δρόμοι! Τα Ίχνη τους εξαφανίζονται πίσω τους, έτσι πού οι περαστικοί δεν βρίσκουν κανένα σημάδι τους. Τέτοια είναι και ή εγκόσμια προκοπή: Δεν ξέρει τί θέλει. Όταν βρει αυτό πού επιθυμεί, λες και δεν το κατέχει ήδη, το ζητάει πάλι. Βαρύ, αφόρητο είναι για τούς ανθρώπους αυτού τού κόσμου το φώς της διδασκαλίας τού Χριστού. Φεύγουν μακριά του, στις σκοτεινές κι απρόσιτες αβύσσους: στον βιοτικό περισπασμό, στις ποικίλες μέριμνες, στις σαρκικές απολαύσεις. Μέσα στο πνευματικό σκοτάδι περνούν την επίγεια ζωή τους, χωρίς αιώνιο στόχο. Γι` αυτούς είναι πού λέει ή Γραφή: «Και ό άνθρωπος, ενώ ήταν τιμημένος (ως λογικό δημιούργημα τού Θεού), δεν το αντιλήφθηκε. Εξίσωσε τον εαυτό του με τα άλογα ζώα και έγινε όμοιος μ’ αυτά». Άνθρωπος είναι εκείνος πού γνώρισε τον εαυτό του, είπε ό όσιος Ποιμήν ό Μέγας. Άνθρωπος είναι εκείνος πού γνώρισε την αξία του, την κατάσταση του, τον προορισμό του.
Τα «μικρά ζώα» της θάλασσας τού βίου είναι οι άνθρωποι πού δεν έχουν προικιστεί με ξεχωριστές ικανότητες, πού δεν έχουν ούτε πλούτο ούτε δύναμη, και μολαταύτα υπηρετούν τη ματαιότητα και την αμαρτία. Αυτά τα «ζώα» δεν έχουν τα μέσα για να διαπράξουν πολλά και μεγάλα κακουργήματα, εντούτοις, τυφλωμένα και οδηγημένα από την κακή τους προαίρεση, συμμετέχουν στις ανομίες των «μεγάλων ζώων» ενώ τα ίδια άνομούν και αμαρτάνουν ανάλογα με τις δυνάμεις και τα μέσα πού διαθέτουν.
Ό δράκοντας, «ό βασιλιάς όλων των ζώων της θάλασσας», «πού πλάστηκε από τον Θεό για να την εμπαίζει», είναι ό άγγελος πού έπεσε από τον ουρανό, ό διάβολος, και ονομάστηκε έτσι για την απροσμέτρητη κακία και πονηριά του. Ενεργεί όσο μπορεί πιο κρυφά και ύπουλα, ώστε τα τεχνάσματα του να μη γίνονται αντιληπτά και, επομένως, τα χτυπήματα του να είναι καίρια, θανατηφόρα. Οι δούλοι του δεν αισθάνονται τα σιδερένια δεσμά, με τα οποία τούς έχει δέσει, και την ολέθρια δουλεία τους την εγκωμιάζουν σαν απεριόριστη ελευθερία και υψίστη ευτυχία Οι πραγματικοί χριστιανοί, απεναντίας, όχι μόνο δεν αλυσοδένονται απ’ αυτόν τον δράκοντα, αλλά και τον εμπαίζουν, βλέποντας τις παγίδες του με τον καθαρό τους νου και ποδοπατώντας τες με τη δύναμη της θείας χάριτος, πού σκεπάζει τις ψυχές τους.
Ας γίνουμε σαν τα πλοία πού διαπλέουν ομαλά τη θάλασσα. Ένα τμήμα τους, τα ύφαλα, βρίσκεται μέσα στο νερό, δεν είναι όμως ολοκληρωτικά βυθισμένα σ’ αυτό, όπως τα ψάρια και τα υπόλοιπα θαλάσσια ζώα. Δεν είναι δυνατό, ναι, δεν είναι δυνατό να μη βραχεί καθόλου αυτός πού διαπλέει τη θάλασσα τού βίου…Αδελφοί μου! Φίλοι μου! Στέκομαι μαζί σας στην ακτή και κοιτάζω τη θάλασσα, πού είναι χαρακωμένη με ποικιλόχρωμες γραμμές. Πίσω της βρίσκεται μια άλλη θάλασσα με πύρινους, χρυσούς τρούλους και ακίδες… Στο μεταξύ, στον ναό τού Θεού ψάλλετε ό μεγαλειώδης και πολυσήμαντος ύμνος: «Του βίου την θάλασσαν ύψουμένην καθορών των πειρασμών τω κλύδωνι, τώ εύδίω λιμένι σου προσδραμών, βοώ σον Άνάγανε εκ φθοράς την ζωήν μου, Πολυέλεε».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ  B  ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.