Άρθρα‎ > ‎

Αθεϊσμός ή Αντιθεϊσμός;

αναρτήθηκε στις 9 Ιουλ 2011, 12:49 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου


Το επίσημο σύμβολο της αθεΐας

Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστόπουλου

Ο αιώνας που διανύουμε είναι εντελώς διαφορετικός από τους δύο προηγούμενους αιώνες ως προς το φαινόμενο της αθεΐας.

Ο σημερινός άνθρωπος ξεπέρασε την αθεΐα του Διαφωτισμού και της λογικής υπεροχής και εισήλθε στον χώρο της αθεΐας του τρόμου και της απελπισίας. Με κάθε τι το οποίον σκέπτεται, εκφράζει και πράττει, αποδεικνύει ότι έχει φθάσει στον έσχατο παραλογισμό και την απογύμνωση από κάθε, έστω, προσωπείο. Έτσι και ο αθεϊσμός του έγινε πιο περίπλοκος και πιο ά-λογος.

Τους προηγούμενους αιώνες ο κόσμος αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού και επιστεύετο ότι δεν είχε ανάγκη ενός Θεού Δημιουργού, αφού εγγενείς δυνάμεις τον καθιστούσαν καλό και δημιουργικό…

Στον αιώνα μας ο κόσμος θεωρείται κακός, παράλογος και “αναχρονιστικός” και άρα, για να υπάρχη τέτοιος κόσμος, δεν υπάρχει Θεός. Ο παλαιός ορθολογισμός κλονίσθηκε από την σύγχρονη, χωρίς Θεό, επιστημονική σκέψη και κυρίως από την ίδια την ά-λογη ζωή. Αυτή η τελευταία είναι η πιο φοβερή αιτία εμφανίσεως της αθεΐας. Είναι η γέννηση της αθεΐας στην καθημερινή πρακτική. Είναι αθεΐα “εν τη πράξει”. Ο D. Bonhoeffer αποφαίνεται: «Η θρησκεία είναι οπισθοδρόμηση που αγνοεί τον κόσμο και την ιστορία• είναι ατομισμός, που αντιτίθεται στην κοινωνικότητα και την κοινότητα, είναι μερικότητα, που αντιτίθεται στην ολότητα της ζωής» .

Η θεωρητική, όσο και η πρακτική αθεΐα, είναι αποτέλεσμα της πίστεως του ανθρώπου ότι είναι παντοδύναμος. Σήμερα μάλιστα με την τεχνολογική ανάπτυξη και την επιβολή της επί των φυσικών δυνάμεων ενισχύθηκε η ιδέα ότι η αθεΐα είναι ικανή για όλα, χωρίς να έχη ανάγκη άλλης δυνάμεως.

Τοιουτοτρόπως, ημπορούμε να ισχυρισθούμε ότι έχουμε την ύπαρξη δύο μοφών αθεΐας. Η πρώτη είναι αποτέλεσμα της λογικής δυνάμεως και άρα της μη υπάρξεως Θεού Δημιουργού. Έχομε, επομένως, την αισιόδοξη αθεΐα. Η δεύτερη μορφή είναι η Νιτσεϊκή αθεΐα, η οποία κηρύσσει ότι «ο Θεός είναι νεκρός» και βυθίζει τον άνθρωπο στην απόγνωση και την απελπισία. Αυτήν την απελπισία εκφράζει ο Nietzsche, όταν λέγη: «Έχει φύγει ο δήμιος – Θεός μου. Όχι! Έλα πίσω. Μ’ όλα σου τα βασανιστήρια! Ω! γύρνα πίσω, στον τελευταίο απ’ όλους τους μοναχικούς. Όλα τα ποτάμια από τα δάκρυά μου, κυλούν κατά σένα: Κι η στερνή φλόγα της καρδιάς μου, κυλά κατά σένα! Ω! γύρνα πίσω. Άγνωστε μου Θεέ! Πόνε μου! Στερνή μου ευτυχία!» .

Το ξέσπασμα αυτό του Nietzsche μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι συνεπής αθεΐα δεν υπάρχει. Τούτο γίνεται αρκούντως αντιληπτό από την μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας κυρίως στην σημερινή Αμερική και εν πολλοίς στην σημερινή Ευρώπη. Ο σύγχρονος Ευρωπαίος περισσότερο κλείνει προς μία νέα ειδωλολατρεία, παρά προς μία συνεπή και ενσυνείδητη αθεΐα.

Τούτο γίνεται φανερό από το γεγονός ότι ακόμη και την στιγμή, κατά την οποία ο σύγχρονος υπερφίαλος άνθρωπος αρνείται την ύπαρξη του Θεού, αισθάνεται μέσα του την ανάγκη του “θείου”. Αυτή την ανάγκη δεν έχει την δυνατότητα να την υπερνικήση και να την ξεπεράση.

Η Ψυχολογία του Βάθους έχει αποδείξει ότι όσο πιο μαχητικός είναι ένας άθεος στην υποστήριξη των αντιλήψεών του περί μη υπάρξεως του Θεού, τόσο πιο έντονα προβάλλει τον θρησκευτικό του προβληματισμό, ο οποίος προέρχεται από την απωθημένη βαθιά στο ασυνείδητο πίστη του.

Ο καθηγητής Ιω. Κορναράκης γράφει χαρακτηριστικά: «Ο αθεϊστικός αγώνας δεν εκφράζει αυτό που πράγματι πιστεύει ο άθεος, αλλά κατά βάθος εκφράζει τον δραματικό του διάλογο με τον “άγνωστο” Θεό» . Ο δε Αμερικανός ψυχολόγος Ε. Watterhouse υποστηρίζει τα εξης: «Ως επί το πλείστον οι αντιδραστικοί άθεοι και αγνωστικισταί είναι παραδείγματα μιας διαδικασίας επιστροφής εις τον Θεόν, η οποία κατέστη συγκεχυμένη ήδη κατά την εκκόλαψιν» .

Η ύπαρξη του Θεού και της θείας αγάπης και ευσπλαχνίας ενυπάρχουν a priori σ’ όλες τις ανθρώπινες καρδιές και σε κάθε στάση της ανθρώπινης καθημερινής ζωής. Όμως, αντί να αποδεχθή ο άνθρωπος την υπαρξιακή του αυτή κατάσταση, προβαίνει στην θεοποίηση του κόσμου, του ανθρώπου, της κοινωνίας, της πολιτικής, της αφηρημένης δικαιοσύνης, της κοινωνικής ζωής και δομής, των καταναλωτικών αγαθών, και αυτής της κομματικής ενίοτε τοποθετήσεώς του. Την νέα αυτή ειδωλολατρεία ο σημερινός άνθρωπος την δικαιολογεί με παντοία επιχειρήματα, επιστημονικά, ηθικά, κοινωνικά.

Επομένως, αβίαστα ημπορεί κανείς να αποφανθή ότι στην ουσία δεν έχομε αθεϊσμό, αλλά μάλλον αντι-θεϊσμό.

Ο αντι-θεϊσμός αυτός σχετίζεται με τις διαστρεβλωμένες και παραποιημένες μορφές γνώσεως του Θεού, κυρίως δε με την αντιβιβλική και αντιπατερική διδασκαλία των Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών. Η αντικειμενοποίηση και οι περιοριστικές έννοιες περί θεού μετέτρεψαν τον Θεό σε αντικείμενο και ο άνθρωπος Του αποδίδει ό,τι αποδίδει στον κόσμο των αντι-κειμένων.

Η ορθόδοξος πορεία προς την αποδοχή της υπάρξεως του Θεού είναι πορεία – τρόπος ζωής και όχι σκέψεως και λογικής. Είναι βιωματική εν ταπεινώσει σχέση και αποδοχή και όχι εγωϊστική και ορθολογιστική κατανόηση. «Μακάριος ο πάσης ελπίδος των κατά τόν κόσμον τούτον εαυτόν αποστήσας, καί μόνην έχων εαυτού ελπίδα τόν Θεόν» .