Άρθρα‎ > ‎

Δύο σύγχρονοι άγιοι μιλούν για την Παναγία.(Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς-Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς)

αναρτήθηκε στις 5 Αυγ 2012, 1:01 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου


Ο σεβασμός προς την Παναγία κατά την επίγεια ζωή της (Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς)

Από τους αποστολικούς χρόνους και μέχρι τις μέρες μας όλοι όσοι πραγματικά αγαπούν το Χριστό αποδίδουν τιμή σε Αυτήν που τον γέννησε, τον μεγάλωσε και τον προστάτεψε κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων. Εάν ο Θεός-Πατέρας διάλεξε Αυτήν, ο Θεός-Άγιο Πνεύμα κατήλθε σε Αυτή και ο Θεός-Υιός ενοίκησε σ’ Αυτή, εάν υποτάχθηκε σε Αυτή κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων, εάν ανησύχησε γι’ Αυτήν όταν ήταν κρεμάμενος στο Σταυρό, τότε δε θα έπρεπε όλοι όσοι ομολογούν την Αγία Τριάδα, να την τιμούν;

Ακόμα και στις ήμερες της επίγειας ζωής της οι φίλοι του Χριστού, οι Απόστολοι, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον και αφοσίωση προς τη Μητέρα του Κυρίου, ιδιαίτερα, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος, εκπληρώνοντας το θέλημα του Θεού και Υιού της, την πήρε στο κατάλυμά του, φρόντιζε γι’ Αυτή σαν να ήταν μητέρα του, από τη στιγμή που ο Κύριος του απηύθυνε από το Σταυρό τις λέξεις «Ιδού η μήτηρ σου».

Ο ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό εικόνων της, ορισμένες μαζί με το προαιώνιο Βρέφος, άλλες δίχως Αυτό. Όταν τις πήγε και τις έδειξε στην Υπεραγία Παρθένο. Αυτή τις ενέκρινε και είπε «Είθε η Χάρις του Υιού μου να είναι μαζί τους» και επανέλαβε τον ύμνο που είχε ψάλλει στην οικία της Ελισάβετ· « Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου.»

Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής της η Παρθένος Μαρία απέφευγε τη δόξα που της ανήκε ως Μητέρας του Κυρίου. Προτιμούσε να ζει στην ησυχία και προετοίμαζε τον εαυτό της για την αναχώρηση προς την αιώνια ζωή. Μέχρι την τελευταία ημέρα της επίγειας ζωής της φρόντιζε να φανεί άξια της Βασιλείας του Υιού της. Πριν το θάνατο προσευχήθηκε ώστε, αν Αυτός ήθελε, να γλυτώσει τη ψυχή της από τα μοχθηρά πνεύματα που συναντούν τις ανθρώπινες ψυχές στο δρόμο προς τον ουρανό και προσπαθούν να τις πάρουν μαζί τους στον Αδη. Ο Κύριος εισάκουσε την προσευχή της Μητέρας του και την ώρα του θανάτου της κατήλθε ο ίδιος από τον Ουρανό με πλήθος αγγέλων να παραλάβει τη ψυχή της.

Από τη στιγμή που η Θεοτόκος είχε επίσης προσευχηθεί να μπορέσει να αποχαιρετίσει τους Αποστόλους, ο Κύριος σύναξε στην Κοίμησή της όλους τους Αποστόλους, εκτός από το Θωμά. Ήρθαν με μία αόρατη δύναμη εκείνη την ήμερα στην Ιερουσαλήμ, από τα πέρατα του κατοικημένου κόσμου όπου κήρυτταν και ήταν παρόντες στην ευλογημένη της μετάσταση στην αιώνια ζωή.

Οι Απόστολοι επιδόθηκαν στην ταφή του πάναγνου σώματος της με ιερούς ύμνους. Την τρίτη ημέρα άνοιξαν τον τάφο για να αποδώσουν τιμές στα λείψανα της Μητέρας του Θεού μαζί με τον Απόστολο Θωμά ο οποίος είχε πια καταφθάσει στην Ιερουσαλήμ. Όμως δε βρήκαν το σώμα στο τάφο και με απορία επέστρεψαν στο κατάλυμά τους. Τότε, κατά τη διάρκεια του γεύματος η Μητέρα του Θεού εμφανίσθηκε μπροστά τους, χωρίς να πατά το έδαφος, αστράπτοντας με ουράνιο φως. Τους είπε ότι ο Υιός της είχε δοξάσει και το σώμα της. Αφού μετέστη, στεκόταν ενώπιον του θρόνου Του. Την ίδια στιγμή, τους υποσχέθηκε να είναι πάντα μαζί τους.

Οι Απόστολοι χαιρέτησαν τη Μητέρα του Θεού με μεγάλη χαρά και άρχισαν να την τιμούν όχι μόνο ως Μητέρα του αγαπημένου τους Διδασκάλου και Κυρίου, αλλά και ως την ουράνια βοηθό, ως προστασία των Χριστιανών και μεσιτεία όλου του ανθρώπινου γένους ενώπιον του Δίκαιου Κριτή. Παντού όπου το Ευαγγέλιο του Χριστού κηρύχθηκε, η Υπεραγία Μητέρα Του άρχισε και Αυτή να δοξολογείται.

πηγή: Αγ. Ιωάννης Μαξίμοβιτς, «Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία», εκδ. Μυριόβιβλος, σ. 25-27

——————————————————-

Η Υπεραγία Θεοτόκος στην Εκκλησία (τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς)

Μὲ τὴν ἁμαρτία τὸ θάνατο καὶ τὸ διάβολο οἱ ἄνθρωποι ξέπεσαν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπομακρύνθηκαν. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς καὶ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ ἀμέτρητη φιλανθρωπία ἔγινε ἄνθρωπος καὶ γιὰ πάντα παραμένει ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὡς Θεάνθρωπος ὡς Ἐκκλησία. Ἡ δὲ Ἐκκλησία μὲ τὴν δική του θεανθρώπινη οἰκονομία σώζει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο. Εἶναι Καινο- Διαθηκικὴ Πανευλογία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ποὺ ἐγέννησε γιὰ ἐμᾶς τὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ στὴν πραγματικότητα γέννησε τὴν Ἐκκλησία διότι ἔδωσε τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λοιπὸν ἡ Θεοτόκος ταυτοχρόνως καὶ Ἐκκλησιογεννήτρια· ἡ Θεομήτωρ εἶναι ταυτόχρονα καὶ Ἐκκλησιομήτωρ.

Γι’ αὐτὸ ἡ ἁγία προσευχόμενη σκέψη τῆς Ἐκκλησίας ὁμολογεῖ καὶ διδάσκει αὐτὴ τὴν Παν-ἀλήθεια ὅτι δηλαδὴ ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ Παν-φῶς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ὁλόκληρη ἡ Θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας γίνεται δι’ Αὐτῆς καὶ διὰ τοῦ δικοῦ Της Θεϊκοῦ Υἱοῦ.

Οἱ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κηρύττουν γιὰ Αὐτήν. Ὅθεν δικαίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον τὴν Ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν. Τοῦτο γὰρ τὸ ὄνομα ἅπαν τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας συνίστησι.

Γιὰ τὴν προσευχόμενη καὶ παν-ἀληθή αἴσθηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ δική του θαυμαστὴ Θεομήτωρ εἶναι δύο ἀχώριστες ὑπάρξεις. Στὴν ὀρθόδοξη ἐπίγνωση τῆς ΚαινοΔιαθηκικῆς πίστης τὸ σωτηριῶδες καὶ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀχώριστο ἀπὸ τό τῆς Παναγίας Ἀχράντου Ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ἐὰν ὑπάρχει κάποιος στὸ ἀνθρώπινο γένος μετὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τότε Αὐτὴ εἶναι ἡ Θεοτόκος ἡ Παντελεία, Θεανθρώπινη Παν-ἀρετή. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελειοτάτη μορφὴ κάθε ἀπείρου καλοῦ. Διότι ὅταν δί’ Αὐτῆς ὁ Θεὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο ὡς ἄνθρωπος πῶς νὰ μὴν προέλθει ἐξ Αὐτῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο κάθε τι τὸ θεϊκό, κάθε τι τὸ ἐπουράνιο, κάθε τι τὸ εὐαγγελικό, κάθε τι τὸ εὐλογημένο, κάθε τι τὸ παραδεισένιο;

Γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων.

Ἀναμφίβολα ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ μεγάλη καὶ πλουσιωτάτη Δωρο -δωρήτρια στὸ Ἀνθρώπινο γένος. Χάρισε σὲ ἐμᾶς, ἐγέννησε γιὰ ἐμᾶς τὸν Θεὸν ὡς ἄνθρωπο, ὡς Θεάνθρωπο· καὶ μὲ Αὐτὸν τὴν Αἰώνια Ἀλήθεια, τὴν Αἰώνια Δικαιοσύνη, τὴν Αἰώνια Ἀγάπη, τὴν Αἰώνια Ἀγαθότητα, τὴν Αἰώνια Ζωή.

Ἀσφαλῶς μὲ αὐτὰ ἔδωσε σὲ ἐμᾶς ὅ,τι αἰωνίως χρειαζόταν ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη σὲ ὅλους τους κόσμους: τὴν σωτηρία, τὴν ἐνχρίστωση, τὴν Θεανθρωποποίηση, τὴν Θέωση, τὴ ἐντριαδοποίηση, δηλαδὴ ὅλα τὰ θεία μυστήρια καὶ ὅλες τὶς θεϊκὲς ἀρετές. Ἀλλὰ μαζί μέ ὅλα αὐτά  (μᾶς ἔδωσε) τὸ πολὺ ἀγαπητὸ θαῦμα ὅλων τῶν θεϊκῶν κόσμων, τὸν θαυμαστὸ καὶ παν- θαύμαστο Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ, τὸν Θεάνθρωπο.

Ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν εἶναι παναληθὴς καὶ θεόπνευστη ἡ ὁμολογία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «οὐδεὶς ἂν ἔλθοι πρὸς Θεὸν εἰ μὴ δι’ Αὐτῆς (τῆς Θεοτόκου)…Δι’ Αὐτῆς μεθέξουσι ὅσοι δὴ μεθέξουσι Θεοῦ. Αὕτη καὶ τῶν πρὸ Αὐτῆς αἰτία καὶ τῶν μέτ’ Αὐτὴν προστάτις καὶ τῶν αἰωνίων πρόξενος. Αὕτη τῶν προφητῶν ὑπόθεσις, τῶν Ἀποστόλων ἀρχή, τῶν μαρτύρων ἑδραίωμα,  τῶν διδασκάλων κρηπίς… Αὕτη παντὸς ἁγίου κορυφὴ καὶ τελείωσις». [Δηλαδή: «Κανείς δέν μπορεῖ νά ἔλθει στόν Θεό παρά μόνο διά μέσου Αὐτῆς (τῆς Θεοτόκου)…Διά μέσου Αὐτῆς θά ἑνωθοῦν ὅσοι θά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό. Αὐτή εἶναι αἰτία, καί τῶν πρίν ἀπό Αὐτήν, καί προστάτις τῶν μετά ἀπό Αὐτήν καί αἰτία (πρόξενος) τῶν αἰωνίων (ἀγαθῶν). Αὐτή εἶναι ἡ ὑπόθεση (μέ αὐτήν ἀσχολοῦνται καί γι’ αὐτήν ὁμιλοῦν) τῶν Προφητῶν, ἡ ἀρχή τῶν Ἀποστόλων, τό στήριγμα τῶν μαρτύρων, ἡ κρηπίδα (βάση) τῶν διδασκάλων…Αὐτή εἶναι ἡ κορυφή καί ἡ τελείωση τοῦ κάθε Ἁγίου»)

Ἡ θεοδηγούμενη σκέψη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου μεγαλύνοντας τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ὁμολογεῖ: «Ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ κανεὶς ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία. Αὐτή εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Σωτηρίας γιατί ἐγέννησε τὸν Σωτήρα».

Ὁ Θεόσοφος ὁμολογητὴς τῆς θεανθρώπινης ἀλήθειας γιὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑνώνει τὴν προσωπικότητα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μὲ τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ἐννοηθεῖ, οὔτε νὰ ὑπάρξει χωρὶς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Μὲ τὴν ἐπονομασία δὲ «Θεοτόκος», στὸ πρόσωπο τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας ἐκφράζεται ὅλο τὸ θεϊκὸ μυστήριο τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ναί, χωρὶς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο δὲν ὑπάρχει ὁ Θεάνθρωπος, δὲν ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία, δὲν ὑπάρχει ἡ σωτηρία καὶ ὅλος ὁ κόσμος μετατρέπεται σὲ μία πολὺ ἀσυλλόγιστη φρίκη καὶ ὁ ἄνθρωπος σὲ μία φοβεροτάτη κόλαση.

-Γιὰ ποιὸ λόγο ἐδημιούργησε ὁ Θεὸς αὐτὸν τὸν κόσμο;

-Γιὰ νὰ γίνει ναὸς τοῦ Θεοῦ.

-Καὶ τὴν ζωὴν σὲ αὐτόν;

-Γιὰ νὰ γίνει Θεο-λειτουργικὴ.

-Καὶ τοὺς ἀνθρώπους σὲ αὐτὴν;

-Γιὰ νὰ γίνουν Θεολειτουργοί.

Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι μετάλλαξαν αὐτὸ τὸν κόσμο σὲ εἰδωλεῖο καὶ κολαστήριο.

- Μὲ τί;

-Μὲ τὴν Ἁμαρτία. Διότι ἡ ἁμαρτία ὑπακούει στὸν διάβολο καὶ ὄχι στὸν Θεό. Ἔτσι καὶ ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἀπὸ Θεὸ-λειτουργικὴ ἔγινε διαβολοειδὴς καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ λειτουργοί τοῦ Θεοῦ μετασχηματίστηκαν σὲ ὑπηκόους τοῦ διαβόλου.

Ὁ Κύριος ὅμως Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν ἁγιάση καὶ νὰ τὸν μεταμορφώση ἀπὸ κόλαση σὲ Θεο-λειτουργία καὶ αὐτὸ ὁ φιλάνθρωπος Χριστὸς τὸ πραγματοποίησε μὲ τὴν Ἐκκλησία. Διότι μὲ Αὐτὴν ὅλος ὁ Κόσμος ἔγινε ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο εὐαγγέλιο ὅλη Θεολειτουργική. Τὸ δὲ τέλειο παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ὁποία ἔζησε καὶ ἀσκήθηκε στὸ ναὸ, στὴν Ἐκκλησία. Ὅλη Της ἡ ζωή ἦταν μία ἀδιάκοπη Θεολειτουργία μὲ συνεχή ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας