Άρθρα‎ > ‎

Η λόγχη του Λογγίνου

αναρτήθηκε στις 13 Απρ 2012, 1:07 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου


Από τα τέσσερα ιερά αντικείμενα της χριστιανοσύνης μόνον το δισκοπότηρο θεωρείται καθαγιασμένο. Τα άλλα τρία είναι το πιάτο που χρησιμοποίησε ο χριστός στο μυστικό δείπνο, το ξίφος και η λόγχη του Λογγίνου.
Η λόγχη – που χρησιμοποιήθηκε από το ρωμαίο εκατόνταρχο Λογγίνο για να τρυπήσει τη δεξιά πλευρά του κυρίου στο σταυρό – έγινε δημοφιλής κυρίως χάρη στο κλασικό πλέον βιβλίο του τρίβορ ραβενσκροφτ “the spear of destiny” (λόγχη του πεπρωμένου). Αυτή η λόγχη βρίσκεται στο παλάτι του χόφμπουργκ στη Βιέννη και ανήκε στον καρλομάγνο. Ωστόσο ο επίσημος οδηγός για τα εκθέματα του χόφμπουργκ αναφέρει πως η λόγχη φτιάχτηκε από ένα από τα καρφιά που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη σταύρωση του χριστού, και με τα χρόνια, μετά τον Καρλομάγνο, έφτασε να θεωρείται ότι είναι η αυθεντική λόγχη του Λογγίνου.
Πιο γνωστή κατά το μεσαίωνα ήταν μια λόγχη που είχε χρησιμοποιήσει μια αντιχριστιανική ομάδα για να «επιτεθεί» σε ένα άγαλμα του χριστού. Το άγαλμα μάτωσε (!) και η λόγχη έγινε αντικείμενο τιμής, αφού θεωρήθηκε η αιτία ενός θαύματος. Ύστερα από αυτό έπεσε στην αφάνεια, για να αποκαλυφθεί σε ένα όραμα αιώνες αργότερα, το 1099, στους σταυροφόρους που πολιόρκησαν την Αντιόχεια.

Η λόγχη αυτή σήμερα φυλάσσεται στην καθολική εκκλησία του εχμιατζίν, στην αρμενία. Πιο πιθανό όμως είναι ότι η αυθεντική λόγχη βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ την εποχή του μεγάλου Κωνσταντίνου τον 4ο αι μ.Χ. Έπεσε στα χέρια των Πάρθων τον 7ο αιώνα και ανακαλύφτηκε από τον βυζαντινό αυτοκράτορα ηράκλειο, ο οποίος αφαίρεσε τις άκρες της και την έφερε πάλι πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Το μεγαλύτερο μέρος της αιχμής της παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ μέχρι το 715, οπότε και στάλθηκε στον Πόλη.

Το 1241, μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Φράγκους, ο Λουδοβίκος ο 6ος, βασιλιάς της Γαλλίας, παρουσιάστηκε με ένα κομμάτι της μύτης της λόγχης και μια συλλογή από θρησκευτικά αντικείμενα, τα οποία στέγασε στο σεντ σαπέλ στο Παρίσι.
Το μεγαλύτερο μέρος της αιχμής ωστόσο, παρέμεινε στην κων/πολη κι έπεσε στα χέρια των τούρκων το 1453. Ο τούρκος σουλτάνος Βαγιαζήτ ο Β την έστειλε στον πάπα Ιννοκέντιο τον 8ο το 1492. από τότε, βρίσκεται κάτω από τον τρούλο του αγίου Πέτρου.

Κατά το 18ο αιώνα ο πάπας βενέδικτος ο 14ος είχε μια ακριβή εικόνα της άκρης της λόγχης που βρισκόταν στο σεντ σαπέλ και βρήκε ότι ταίριαζε τέλεια με το δικό του μεγαλύτερο κομμάτι. Κατά την γαλλική επανάσταση όμως η αιχμή εξαφανίστηκε και κανείς δεν γνωρίζει από τότε που βρίσκεται.

απο το www.alito.gr

H Λόγχη κειμήλιo τοῦ Χριστιανισμοῦ

Ἕνα ἀπό τά πλέον σημαντικά κειμήλια τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀντικείμενο πού σχετίζεται μέ τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καί ἡ Λόγχη μέ τήν ὁποία κατά τήν Εὐαγγελική μαρτυρία ἕνας τῶν στρατιωτῶν ἔνυξε τήν πλευρά τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. ΙΘ’ 34 καί Κ’ 25, 27). Τοῦ κειμηλίου αὐτοῦ διασώζονται oi παρακάτω δύο ἐκδοχές:

1. Ἡ Λόγχη τοῦ ἁγ. Λογγίνου.

Ἡ πρώτη ἐκδοχή τῆς Λόγχης συνδέεται μέ τό πρόσωπο τοῦ ἁγ. Λογγίνου τοῦ Ἑκατοκτάρχου. Ἡ Γραφή δέν διέσωσε τό ὄνομα τοῦ στρατιώτη ποῦ ἔνυξε τήν πλευρά τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά παράδοση βασιζόμενη στό Εὐαγγέλιο τοῦ Νικοδήμου τόν ταυτίζει μέ τόν ἔπειτα Μάρτυρα Ἑκατόνταρχο Λογγῖνο. Ἡ παράδοση αὐτή ἐνισχύεται καί ἀπό μικρογραφία στό λεγόμενο Εὐαγγέλιο τοῦ Ραβουλᾶ, στήν ὁποία εἰκονίζεται ἡ σκηνή καί πάνω ἀπό τόν στρατιώτη ὑπάρχει τό ὄνομα Λογγῖνος. (Ὁ Ραβουλᾶς ἦταν μοναχός καί κατ’ ἄλλους Ἐπίσκοπος στή Συρία κατά τόν 5ο ἤ 6ο αἰ. Τό Εὐαγγέλιό του φυλάσσεται στή Βιβλιοθήκη τῆς Φλωρεντίας). Στό σημεῖο αὐτό δέν πρέπει νά παραβλεφθεῖ ὁ γραμματολογικός συσχετισμός τῶν ὀνομάτων Λογγῖνος καί Λόγχη: Longinus – logche – lance.
Στήν ἱστορική πορεία, μετά ἀπό σιωπή περίπου 200 ἐτῶν, ἡ Λόγχη συνδέεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Μάρτυρος Μαυρικίου τοῦ Ἑκατοντάρχου
Κατά τόν 4ο αἰ. ἡ Λόγχη βρέθηκε ἀπό τήν ἁγ. Ἰσαπόστολο Ἑλένη στά Ἱεροσόλυμα, κατά τήν ἀνασκαφή τοῦ τόπου μαρτυρίου καί ταφῆς τοῦ Χριστοῦ. Τό 570 ὁ Δυτικός Ἐπίσκοπος Πιασέτζας ἅγ. Ἀντώνιος πού ἐπισκέφθηκε τά Ἱεροσόλυμα, ἀναφέρει ὅτι προσκύνησε μεταξύ ἄλλων καί τήν Λόγχη. Ἡ πληροφορία αὐτή ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τόν Ἱστορικό Κασσιόδωρο (490 – 538) καί τόν ἅγ. Γρηγόριο Ἐπίσκοπο Τουρώνης (538 – 594), οἱ ὁποῖοι ἐπισκέφθηκαν τά Ἱεροσόλυμα στίς ἀρχές τοῦ 6ου αἰ.
Τό 615, κατά τήν εἰσβολή τῶν Περσῶν στήν Παλαιστίνη, ἡ Λόγχη ἀπείχθηκε μαζί μέ τόν Τίμιο Σταυρό στήν Περσική πρωτεύουσα. Δέν εἶναι γνωστό πότε ἡ Λόγχη διαιρέθηκε σέ δύο τμήματα, τό ἴδιο ἔτος ὅμως 615, ὅπως μαρτυρεῖ τό Πασχάλιο Χρονικό (Βυζαντινό Χρονικό πού καλύπτει τήν περίοδο ἀπό κτήσεως Ἀδάμ μέχρι τό 627), οἱ Πέρσες ἔδωσαν στό Βυζαντινό Στρατηγό Νικήτα τό μικρότερο, τό μεταλλικό τμῆμα τῆς Λόγχης. Τό τμῆμα αὐτό μεταφέρθηκε στήν ΚΠολη καί κατατέθηκε στήν Ἁγία Σοφία. Τό τμῆμα αὐτό τό 1244 δόθηκε ἀπό τόν Λατίνο Αὐτοκράτορα τῆς ΚΠόλεως Βαλδουϊνο Β΄ (1217 – 1273), στό Γάλλο Βασιλιά Λουδοβίκο Θ’ (1215 – 1270), ὁ ὁποῖος τήν κατέθεσε στό Ἱερό Παρεκκλήσιο τοῦ Παρισιοῦ (Sainte Shapelle).
Μετά τήν νίκη τοῦ Αὐτοκράτορα Ἡράκλειου ἐπί τῶν Περσῶν, τό μεγάλο, τό ξύλινο τμῆμα τῆς Λόγχης κατατέθηκε στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως τῶν Ἱεροσολύμων. Μαρτυρίες προσκυνητῶν (ὅπως τοῦ Ἐπισκόπου Ἀρκούλπου, τό 670), ἐνισχύουν τήν ἄποψη αὐτή. Γιά τήν τύχη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ τμήματος τῆς Λόγχης ὑπάρχουν δύο ἐκδοχές: Σύμφωνα μέ τήν πρώτη, πού ὑποστηρίζουν πολλοί μελετητές, μεταφέρθηκε τόν 8ο αἰ. στήν ΚΠολη, πιθανῶς γιά νά προστατευθεῖ ἀπό ἐνδεχόμενη βλάβη ἤ ἀπώλειά της ἀπό τούς Μουσουλμάνους κατακτητές τῆς Παλαιστίνης. Σύμφωνα μέ τήν δεύτερη ἐκδοχή τό τμῆμα αὐτό ἐνταφιάστηκε στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα τῆς Ἀντιόχειας, ὅπου ἀνακαλύφθηκε τό 1098 κατά τήν διάρκεια τῆς Α’ Σταυροφορίας, μετά ἀπό ὅραμα τοῦ Σταυροφόρου Μοναχοῦ Πέτρου Βαρθολομαίου. Τό τμῆμα αὐτό ἀνακαλύφθηκε ἀπό τόν Κόμη Ραϋμόνδο Δ’ τῆς Τουλούζης καί τόν χρονικογράφο τῆς Σταυροφορίας Ραϋμόνδο τῆς Ἀκυλίας. Παραδόξως τό τμῆμα αὐτό δέν κατέλειξε στή Δύση, ἀλλά στήν ΚΠολη, ὅπου τό 1357 ὁ Ἰωάννης Ντί Μαντεβίλ (1322 – 1372) καταγράφει ὅτι τό προσκύνησε. Τό 1492 ὁ Σουλτάνος Βαγιαζίτ Β’ πρόσφερε τό τμῆμα αὐτό στόν Πάπα Ἰννοκέντιο Η’ (1484 – 1492).
Ἡ γνησιότητα τῶν δύο κειμηλίων ἀπασχόλησε τό Βατικανό γιά πολύ, μέχρις ὅτου ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΔ’ (1740 -1758) πέτυχε τήν σύγκριση τῶν δύο τμημάτων (Παρισίων καί Ρώμης), μέ τήν ὁποία ἀποδείχθηκε ὅτι ἀποτελοῦσαν ἐνιαῖο ἀντικείμενο. Σήμερα τό μεγάλο τμῆμα τῆς Λόγχης, τό ξύλινο, φυλάσσεται κατατεθημένο στήν Ἁγία Τράπεζα τῆς Βασιλικῆς τοῦ ἁγ. Πέτρου Ρώμης. Κατά τήν Γαλλική Ἐπανάσταση τό μεταλλικό τμῆμα μεταφέρθηκε γιά ἀσφάλεια στήν Ἐθνική Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων.
Β. Ἡ Λόγχη τοῦ ἁγ. Μαυρικίου.
Μετά τό μαρτύριο τοῦ ἁγ. Λογγίνου καί γιά 200 περίπου χρόνια, δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη τῆς Λόγχης. Στά τέλη τοῦ 3ου αἰ. (κατά τόν ἅγ. Εὐχέριο Ἐπίσκοπο Λυών, 5ος αἰ.), ἡ Λόγχη βρέθηκε στήν κατοχή τοῦ Ἑκατοντάρχου ἁγ. Μαυρικίου, διοικητή τῆς περίφημης Θηβαϊκῆς Λεγεώνας. Ἡ λεγεώνα αὐτή τῶν 6. 600 Χριστιανῶν στρατιωτῶν, διατάχθηκε νά μετακινηθεῖ ἀπό τήν Αἴγυπτο στή Γαλατία, γιά νά καταστείλει μία ἐξέγερση στή Βουργουνδία, τό 286. Μετά τήν νίκη τῶν Ρωμαϊκῶν στρατευμάτων ὁ Αὐτοκράτορας Μαξιμιανός διέταξε τήν τέλεση θυσιῶν, στίς ὁποίες ἀρνήθηκαν νά συμμετάσχουν οἱ Χριστιανοί στρατιῶτες καί ὁ διοικητής τους Μαυρίκιος, μέ ἀποτέλεσμα νά θανατωθοῦν τήν 22α Σεπτεμβρίου 286 στήν πόλη Ἄγαυνο – Aguanum τῆς σημερινῆς Ἐλβετίας (σήμερα Saint Moritz καί Saint Maurice en Valais).
Ἡ Λόγχη αὐτή ἐμφανίζεται στήν Εὐρώπη κατά τόν 10ο αἰ., σάν κειμήλιο τῶν Γερμανῶν Αὐτοκρατόρων τῆς Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Μάλιστα ὁ Πάπας Ἰωάννης ΙΒ’ (955 – 964) τήν χρησιμοποίησε γιά τήν στέψη τοῦ Αὐτοκράτορα Ὄθωνα Α’ τοῦ Μεγάλου (912 – 973). Τό 1273 ἡ Λόγχη χρησιμοποιήθηκε στή στέψη τοῦ πρώτου Ἀψβούργου Ἡγεμόνα , τοῦ Δούκα τῆς Αὐστρίας Ροδόλφου Α’ (1273 – 1291). Τό 1424 ὁ Γερμανός Αὐτοκράτορας Σιγισμούνδος (1410 – 1437), κατέθεσε τήν Λόγχη στό Αὐτοκρατορικό Θησαυροφυλάκιο τῆς Νυρεμβέργης, στή συλλογή τῶν Αὐτοκρατορικῶν Ἐμβλημάτων (Reichskleinodien). Ἡ Συλλογή μεταξύ ἄλλων περιλαμβάνει τό Στέμμα, τό Σκήπτρο καί τό Ξίφος τοῦ Καρλο-μάγνου.
Ὅταν τήν Ἄνοιξη τοῦ 1796 οἱ Γάλλοι ὑπό τόν Ναπολέοντα πλησίαζαν τήν Νυρεμβέργη, ἡ Συλλογή μετακινήθηκε στή Βιέννη καί ἡ προστασία της ἀνατέθηκε στό Βαρώνο Κάρολο Von Hugel (1795 – 1870), ὁ ὁποῖος ὅμως ἀντί νά τήν ἐπιστρέψει μετά τό πέρας τοῦ πολέμου, τήν πούλησε μετά τήν διάλυση τῆς Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (1806) στούς Ἀψβούργους τῆς Αὐστρίας. Ἔκτοτε ἡ Λόγχη διαφυλάχθηκε στό Αὐτοκρατορικό Θησαυροφυλάκιο τῶν Ἀνακτόρων Χόφμπουργκ τῆς Βιέννης (ἀπό τό 1912 Μουσεῖο).
Μέ τήν Λόγχη τοῦ ἁγ. Μαυρικίου συνδέονται πολλές παραδόσεις ἀποκρυφιστικοῦ ἐνδιαφέροντος. Σύμφωνα μέ τήν ἐπικρατέστερη παράδοση – δοξασία, ὁ κάτοχος τῆς Λόγχης θά ἀποκτοῦσε μεγάλη πολιτική καί στρατιωτική δύναμη καί ὅταν τήν ἔχανε θά πέθαινε ἀπό αἰφνίδιο θάνατο.
Σύμφωνα μέ ἀποκρυφιστικές πηγές ἡ Λόγχη κατασκευάστηκε ἀπό τόν Ἑβραῖο Φινεές, πολλούς αἰῶνες πρό Χριστοῦ. Μάλιστα ὁ Ἰησούς τοῦ Ναυή τήν χρησιμοποιοῦσε κατά τούς πολέμους του. Στούς κατόχους τῆς Λόγχης πρίν τήν Σταύρωση περιλαμβάνονται ὁ Δαβίδ (στήν πάλη του μέ τόν Γολιάθ) καί ὁ Ἡρώδης ὁ Μέγας. Μετά τήν Σταύρωση καί τόν Ἑκατόνταρχο Λογγῖνο κάτοχοι τῆς Λόγχης θεωροῦνται ἀπό τούς Ρωμαίους – Βυζαντινούς Αὐτοκράτορες ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος (ὁ ὁποῖος τήν χρησιμοποίησε γιά νά ἐπιβληθεῖ τῶν ἀντιπάλων του), ὁ Μέγας Θεοδόσιος (379 – 395, ὁ ὁποῖος καθιέρωσε τόν Χριστιανισμό σάν ἐπίσημη θρησκεία τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους) καί ὁ Ἰουστινιανός (λέγεται ὅτι τήν κρατοῦσε στό χέρι του ὅταν διέταξε τό κλείσιμο τῶν Φιλοσοφικῶν Σχολῶν τῶν Ἀθηνῶν), ἀπό δέ τούς Εὐρωπαίους Ἡγέτες ὁ Γότθος Ἀλλάριχος (370 – 410, πού ἅλωσε τήν Ρώμη), ὁ Θεοδώριχος Α’ (419 – 451, ὁ ὁποῖος σταμάτησε τούς Οὔνους τοῦ Ἀττίλα), ὁ Φράγκος Βασιλιάς Κάρολος Μάρτελος (689 – 741, πού σταμάτησε τούς Ἄραβες στή Μάχη τοῦ Πουατιέ, τό 732), ὁ πρῶτος Αὐτοκράτορας τῆς Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους Κάρολος ὁ Μέγας (Καρλομάγνος, 742 – 814, πού νίκησε σέ 47 μάχες κρατῶντας τήν Λόγχη, ἀλλά πέθανε ἀπό ἀτύχημα μόλις τήν ἔχασε) καί οἱ διάδοχοί του Φρειδερίκος Α’ Μπαρπαρόσσα (1152 – 1190, ὁ ὁποῖος πέθανε λίγο μετά ἀφότου ἔχασε τήν Λόγχη) καί Φρειδερίκος Β’ (1212 – 1250). Ὑποστηρίζεται ἀκόμη, ὅτι τήν Λόγχη διεκδίκισε μετά τήν Μάχη τοῦ Ἀούστερλιτς (1805) καί ὁ Μέγας Ναπολέων.
Λέγεται, ὅτι ἡ Λόγχη εἶχε πέσει καί στά χέρια τοῦ Ἀττίλα, ὁ ὁποῖος μετά τήν ἀποτυχία του νά κυριεύσει τήν Ρώμη τήν πέταξε στά τείχη της λέγοντας: «Πάρτε πίσω τήν λόγχη σας. Εἶναι ἄχρηστη γιά μένα, δεδομένου ὅτι δέν γνωρίζω Ἐκεῖνον πού τήν κατέστησε ἱερή».
Ἐπιβαρημένη μέ τόσες ἀποκρυφιστικές παραδόσεις ἡ Λόγχη ἦταν φυσικό νά κινήσει ἀπό νωρίς τό ἐνδιαφέρον τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρονταν γιά κειμήλια πού συνδέονταν μέ δύναμη καί ἐξουσία. Γράφεται σχετικά γιά τόν νεαρό Ἀδόλφο, ὅτι «μία παγωμένη μέρα τοῦ 1909, σέ κατάσταση πλήρους ἀπαισιοδοξίας, μπῆκε στό Θησαυροφυλάκιο τῶν Ἀψβούργων, στό Χόφμπουργκ. Ἀπρόσμενα βρέθηκε προστά σέ μία λόγχη. Ἦταν ἡ Λόγχη τοῦ Λογγίνου, ἡ ὁποία φυλασσόταν σέ γυάλινη προθήκη, πάνω σέ κόκκινο βελοῦδο. Στήν ἀρχή περιεργάστηκε τό ἔκθεμα ἀδιάφορα. Πῆρε ὅμως τό ἀφτί του ἕναν ξεναγό νά λέει: «Ὑπάρχει ἕνας μῦθος γιά τοῦτη τήν λόγχη. Ὅποιος τήν διεκδικήσει καί ἀνακαλύψει τά μυστικά της, κρατᾶ τήν μοῖρα τοῦ κόσμου στά χέρια του, γιά τό καλό ἤ τό κακό. Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ἡ λόγχη τοῦ ἔγινε ἔμμονη ἰδέα. Σύχναζε μέ μεγαλύ-τερο ζῆλο στή βιβλιοθήκη. Συνάμα ἄρχισε μία περιπλάνηση σέ ὅλα τά βιλιοπωλεία τῆς Βιέννης. Ἀναζητοῦσε ὅσο τό δυνατόν περισσότερα στοιχεῖα γιά τήν Λόγχη τοῦ Λογγίνου, τήν Λόγχη τοῦ Πεπρωμένου…
Ὁ Χίτλερ  λάτρευε τήν Τευτονική μυθολογία καί τούς μύθους πού μιλοῦσαν γιά τήν φυλετική ἀνωτερότητα τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ. Ἀπό τήν ἐνδελεχῆ μελέτη του γνώριζε ὅτι ἀνάμεσα στούς ἄντρες πού κράτησαν τήν Λόγχη συγκαταλεγόταν ὁ κραταιός Βασιλιάς καί Στρατηλάτης Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα, τό ἴνδαλμά του. Ἄλλωστε βάφτισε τό σπίτι του, τήν περίφημη ἀετοφωλιά, τό Ὄμπερ Σάζμπουργκ, Μπαρμπαρόσα. Ἐξάλλου τό ἴδιο ὄνομα ἔδωσε καί στή μεγαλύτερη πολεμική ἐπιχείρηση πού ἐξαπέλυσε ἡ Γερμανία κατά τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, Ἐπιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Μήπως ἔβγαινε ἀληθινός ὁ μύθος γιά τόν μαρμαρωμένο Βασιλιά; Ὁ Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα θά ξυπνήσει ὅταν ἡ κόκκινη γενειάδα του μακρύνει καί τυλιχτεῖ δεκατρεῖς φορές γύρω ἀπό τό κουφάρι του καί τό πέτρινο κρεββάτι πάνω στό ὁποῖο ἀναπαύεται. Μετά τήν ἀπόκτηση ὅλων τούτων τῶν γνώσεων, πήγαινε συχνά καί στεκόταν μέ τίς ὥρες μπροστά στή Λόγχη τοῦ Λογγίνου. Μία φορά ὑπό τήν ἐπήρεια τοῦ πεγιότ (Σ.Σ. ναρκωτικῆς οὐσίας), βίωσε μία ὑπερβατική ἐμπειρία, μία ἀποκάλυψη. Τοῦ παρουσιάστηκε σάν ὅραμα ὁ μελλοντικός του ρόλος. Θά διαδραματίσει μεγάλο ρόλο στήν ἐξέλιξη τῆς Ἱστορίας». (Θ. Νικολάου, «Τό Τέταρτο Βασίλειο», ἔκδοση Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2005, σελ. 319 – 323).
Σύμφωνα μέ ἄλλη πηγή, ὁ Χίτλερ ἐπισκέφθηκε τό Μουσεῖο τό 1912, συνοδευόμενος ἀπό τόν Δρ. Walter Stain. Ὁ ἴδιος ὁ Χίτλερ ἔχει πεῖ σχετικά μέ τήν πρώτη του ἐπαφή μέ τήν λόγχη: «Στάθηκα μπροστά ἀπό τήν Λόγχη ἐπί ἀρκετή ὥρα. Δέν θυμᾶμαι ὅμως τι γινόταν γύρω μου… Ἔνιωσα σάν νά μεταφερόμουν αἰῶνες παλαιότερα. Εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ Λόγχη θά μποροῦσε νά γίνει τό φυλακτό μου καί ὅτι θά μοῦ παρεῖχε τήν δύναμη νά κρατήσω τήν τύχη τοῦ κόσμου στά χέρια μου» (Trevor Ravenscroff, “The Spear of Destiny”, ἔκδοση Samuel Weiser Inc. 1982, σελ. 8 – 9).
Τό 1938, ὅταν ὁ Χίτλερ προσάρτησε τήν Αὐστρία στό Γ’ Ράϊχ, διέταξε τήν μεταφορά τῆς Λόγχης καί τῶν λοιπῶν κειμηλίων τῆς Συλλογῆς ἀπό τήν Βιέννη στή Νυρεμβέργη. Ἡ μεταφορά πραγματοποιήθηκε τήν 13η Ὀκτωβρίου 1938 (ἡμέρα διάλυσης τοῦ Τάγματος τῶν Ναϊτῶν Ἱπποτῶν), μέ θωρακισμένο τραῖνο, κάτω ἀπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν SS Χάϊνριχ Χίμλερ. Ἐκεῖ γιά τά ἑπόμενο ἕξη χρόνια διαφυλάχθηκε στό Ναό τῆς ἁγ. Αἰκατερίνης.
Ὅταν ἄρχισαν οἱ Συμμαχικές νίκες, ὁ Χίτλερ ἀσφάλισε τήν συλλογή σέ ὑπόγειο θάλαμο, στό ὀχυρό τῆς πόλεως. Τήν 30ή Ἀπριλίου 1945, ἡ Συλλογή κατασχέθηκε ἀπό τήν 7η Ἀμερικανική Στρατιά καί παραδόθηκε στόν Στρατηγό Πάτον. Εἶναι ἄξιο σημειώσεως, ὅτι 88 λεπτά μετά τήν ἀπώλεια τῆς Λόγχης, ὁ Χίτλερ αὐτοκτόνησε στό καταφύγιό του στό Βερολίνο! Μετά τό τέλος τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ὁ Στρατηγός Ντουάϊτ Ἀϊζενχάουερ παρέδωσε τήν Λόγχη στήν Αὐστριακή Κυβέρνηση. Οἱ Αὐστριακοί ἀρχικάν τήν κατέθεσαν στό Μουσεῖο Τέχνης καί Πολιτι-σμοῦ καί ἔπειτα στό Μουσεῖο Χόφμπουργκ, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Τό 2003 ὁ Βρεττανός μεταλλουργός καί συγγραφέας Robert Feather ἐξέτασε τήν Λόγχη αὐτή καί κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι κατασκευάστηκε τόν 7ο αἰ. μ. Χ. Ἄν αὐτό εἶναι ἀκριβές, τότε ἡ Λόγχη τοῦ ἁγ. Μαυρικίου εἶναι ἕνα ἀπό τά πολλά ἀντίγραφα τῆς Λόγχης πού κατασκευάστηκαν κατά τήν ἱστορική πορεία (εἶναι γνωστό ὅτι τό ἔτος 1000 ὁ Γερμανός Αὐτοκράτορας Ὄθων Γ’ ἔδωσε ἕνα ἀντίγραφο τῆς Λόγχης στό Βασιλιά τῆς Πολωνίας καί Δούκα τῆς Βοημίας Βολεσλάβο Α’, 935 – 967. Ἐπίσης ἀντίγραφο εἶναι ἡ λόγχη πού φυλάσσεται στό Ἀρμενικό Πατριαρχεῖο τοῦ Ἐστμιατζίν).

Βιβλιογραφία:
Ἀντωνίου Μάρκου / ΄Η ΛΟΓΧΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΕΩΣ’ , Απριλίος 2009
Cornelius Joseph Crowley, “The legent of the wandering of the spear of Longinus”, 1972.
Jerry E. Smith – George Piccard, “Secrets of the Holy Lance: The Spear of Destiny in History and Legent”, 2005.
Trevor Ravenscroff, “The Spear of Destiny”, 1982.
Trevor Ravenscroff – Tim Wallace Murphy, “The mark of the beast: The continuing story of the Spear of Destiny”, 1997.
Ἐλ. Κατζίνου, «Ἡ Ἱερή Λόγχη – Ἕνα μυστηριώδες κειμήλιο τοῦ Χριστιανισμοῦ», Περιοδικό «Ἱστορικά Θέματα», τ. 70/Φεβρουαρίου 2008.

Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας