Άρθρα


Το διαβολικό πάθος της συκοφαντίας

αναρτήθηκε στις 6 Μαΐ 2017, 7:42 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Μαΐ 2017, 7:42 π.μ. ]



Η συκοφαντία είναι ψευδής κατηγορία… Είναι, διαβολή. Και είναι βέβαιο ότι ο διάβολος είναι εφευρέτης της συκοφαντίας, ως πατέρας του ψεύδους, εφόσον ο συκοφάντης είναι εκείνος που κατεξοχήν ψεύδεται. Το να σηκώσει ο άνθρωπος τη συκοφαντία είναι μεγάλος άθλος.

Και τον σηκώνει μόνο εκείνος που προσβλέπει προς τον Κύριο Ιησού, ο οποίος όταν «ενηνθρώπησε» και ήλθε στη γη, σήκωσε τον Σταυρό της συκοφαντίας και οδηγήθηκε ως τον ατιμωτικό θάνατο.

Η συκοφαντία είναι μέγα άλγος για τον συκοφαντούμενο και φοβερή δοκιμασία για την πνευματική του υπόσταση.
«Ουκ έστιν», μας λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ουδέν αφορητότερον τοις οδυνωμένοις λόγον δυνάμενον δακείν ψυχήν». Δεν υπάρχει δηλαδή τίποτε πιο αφόρητο για όσους υφίστανται την οδύνη της συκοφαντίας, γιατί η συκοφαντία είναι πραγματικά δάγκωμα για την ψυχή. Γι” αυτό και ο προφήτης Δαβίδ έλεγε προς τον Κύριο: «Λύτρωσέ με από τις συκοφαντίες των ανθρώπων και θα φυλάξω τις εντολές σου».Τί είναι όμως εκείνο που κινεί τον άνθρωπο στο να συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του και να λέει ψέματα εναντίον του;
Η ασκητική εμπειρία μας έχει υποδείξει ότι τα κίνητρα του συκοφάντη συνήθως είναι η ζήλεια, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπερηφάνεια και τα σαρκικά πάθη. Γι” αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάκριση, η κακολογία, και πολύ περισσότερο η συκοφαντία, είναι επισφράγισμα και ενεργοποίηση άλλων παθών, τα οποία λερώνουν την ψυχή και της προκαλούν ανεπανόρθωτη βλάβη.
Μας λέει ο όσιος Θαλάσσιος: «Η ψυχή του κακόγλωσσου και του συκοφάντη έχει πολύ κακή γλώσσα. Ένας τέτοιος άνθρωπος βλάπτει τον εαυτό του, αυτόν που τον ακούει και καμιά φορά και αυτόν που συκοφαντεί».

Επίσης αυτός που εξευτελίζει και συκοφαντεί τον πλησίον του εξοργίζει τον Θεό και οι συνέπειες για τη στάση του αυτή είναι πολύ βαριές, διότι έχει ως αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί από τη Χάρη του Θεού.

Ο αββάς Ησαΐας λέει ότι «αυτός που κατηγορεί και εξουθενώνει τον αδελφό του, αποξενώνει τον εαυτό του από το έλεος που απολαμβάνουν οι Άγιοι». Και ο Νικήτας Στηθάτος μας υπογραμμίζει ότι η εγκατάλειψη της Χάρης έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση ή σε παράπτωμα σαρκικό ή σε παράπτωμα γλώσσας ή λογισμού .Και η πτώση αυτή, αν δεν επέλθει η μετάνοια, ώστε να αποκατασταθεί η σχέση με τον Θεό και τον αδελφό, «είναι θάνατος της ψυχής», δηλαδή βίωμα κόλασης πριν από την επικείμενη κόλαση.
Οι Άγιοι σκέπαζαν τα αμαρτήματα του πλησίον, για να μας υποδείξουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα και το ότι πρέπει να ασκήσουμε τον εαυτό μας στο να μην κακολογούμε και να μη λέμε ψέματα εναντίον του αδελφού μας.

Αναφέρει το Γεροντικό ότι κάποιος από τους Πατέρες είδε έναν αδελφό να αμαρτάνει Έκλαψε τότε πικρά και είπε: «Αυτός σήμερα, εγώ αύριο!», θέλοντας να δείξει πόσο τρεπτή είναι η ανθρώπινη φύση και πόσο όλοι είμαστε επιρρεπείς προς την αμαρτία.
Συνήθως βέβαια οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι δεν κακολογούν και δεν συκοφαντούν κανέναν, αλλά ότι εκείνοι υφίστανται κατηγορίες και συκοφαντίες από το περιβάλλον τους. Όμως και οι ανακρίβειες, οι υπερβολές, οι εύκολες κρίσεις και κατακρίσεις, που τόσο πολύ ασύστολα σήμερα διατυπώνονται από μερικούς από μας για οποιονδήποτε ήθελε πέσει στην κριτική μας, είναι συχνά δυσφημιστικές και συκοφαντικές για το πρόσωπο του πλησίον.

Όλοι έχουμε δοκιμάσει την πικρότητα και το φαρμάκι της συκοφαντίας. Κι αυτό γιατί άλλα κίνητρα είχαμε εμείς σε κάποια κίνηση μας και άλλα κίνητρα μας απέδωσαν οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας. Και συχνά μπορεί αυτοί να είναι και φίλοι μας ή συγγενείς μας ή και πνευματικοί αδελφοί μας, οπότε ο πόνος μας γίνεται μεγαλύτερος και περισσότερο απαράκλητος. Ας προσέχουμε λοιπόν να μην έχουμε στο στόμα μας δολιότητα για τον αδελφό μας. Γιατί η συκοφαντία είναι εξουθενωτική για τον κάθε άνθρωπο, «ακόμη και τον πιο συνετό τον κάνει να παραφέρεται και να χάσει την ευγένειά του»
Εκτός όμως απ” αυτά η πείρα έχει δείξει ότι ο Κύριος «ταπεινώνει τον συκοφάντη» ο οποίος με τη μοχθηρία του αυξάνει πάρα πολύ τις συμφορές του και πέφτει τελικά στο λάκκο που ανοίγει για τον πλησίον του.

Η κακολογία και η συκοφαντία δείχνουν ότι ο άνθρωπος που τις έχει εγκολπωθεί νοσεί και χρειάζεται θεραπεία η ψυχή του. Και η θεραπεία επέρχεται με το να «έλθουμε στον εαυτό μας», να δούμε τα δικά μας πάθη και να θεωρήσουμε ότι όλοι είμαστε συνυπεύθυνοι για τις αμαρτίες και τα λάθη που γίνονται στο χώρο μας και ανάμεσά μας.

Θα πρέπει να αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για την κρίση μας, διότι αυτή δεν είναι πάντα ασφαλής. Τα αισθητήριά μας συχνά κάνουν λάθος. Δεν γνωρίζουμε την πρόθεση του άλλου, γι” αυτό ερμηνεύουμε λανθασμένα τη συμπεριφορά του. Άλλωστε δεν έχουμε τη δυνατότητα να κρίνουμε τον άλλο, γιατί δεν μπορούμε να μπούμε στην ψυχή του. Η κρίση είναι έργο μόνο του Θεού.
Και σε τελευταία ανάλυση, τί ωφελεί το να συκοφαντήσουμε τον συνάνθρωπό μας ή το να παρουσιάσουμε το τυχόν σφάλμα του, έστω κι αν ακόμη είναι αληθινό; Αν το σκεφθούμε ώριμα, θα δούμε ότι αυτή η ενέργειά μας εξυπηρετεί μόνο την εμπάθειά μας.

Πώς όμως θα αντιμετωπίσουμε τους άλλους όταν εμείς οι ίδιοι είμαστε θύματα της συκοφαντίας τους;
Ο άνθρωπος ο οποίος θέλει να διατηρήσει αλώβητη τη σχέση του με τον Κύριο Ιησού και τον αδελφό, που είναι απαραίτητα στοιχεία για να μη χάσει το πρόσωπό του, αφενός μεν φροντίζει να υπομείνει την αδικία της συκοφαντίας με σιωπή, ταπείνωση και προσευχή, χωρίς να καλλιεργεί πάθος και εκδικητικότητα για τον συκοφάντη, και αφετέρου φροντίζει με τη στάση του να βοηθήσει και τον άνθρωπο που τον αδικεί, να καταλάβει το σφάλμα του και να διορθωθεί.
Εκείνο δε που τον παρηγορεί και τον κάνει να πάρει δύναμη είναι το ότι έχει ως στόχο του την Κρίση του Πανάγιου και Δικαιοκρίτη Θεού, καθώς το λέει και ο Μ. Βασίλειος προς τη Σιμπλικία, μια αιρετική γυναίκα που τον κατηγόρησε και τον συκοφάντησε πολύ προκλητικά: «Προτιμώ», της λέει, «από τους γήινους δικαστές, να περιμένω τον Ουράνιο Δικαστή, ο Οποίος ξέρει να υπερασπίζεται κάθε είδους αδικία καλύτερα από τον καθένα».

Άλλωστε αυτός που μας συκοφαντεί γίνεται αίτιος να λάβουμε μεγάλη Χάρη. Μας το παραγγέλλει κι ο Κύριός μας, όταν λέει:
«Μακάριοι είσθε όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι… και σας χλευάσουν και δυσφημήσουν το όνομά σας εξαιτίας του Υιού του ανθρώπου. Να χαίρεσθε και να αγάλλεσθε όταν συμβεί αυτό, γιατί θα είναι μεγάλος ο μισθός σας, μεγάλη δη λαδή η Χάρη, που θα λάβετε στον Ουρανό» Στον μεγάλο αυτό άθλο της υπέρβασης της συκοφαντίας, που πολύ λίγοι βέβαια μπορούν να τον σηκώσουν με χρηστότητα, αναφέρεται το μικρό τούτο τευχίδιο με τον τίτλο: «Το πάθος της συκοφαντίας».

Για να γνωρίσουμε το φοβερό αυτό πάθος της συκοφαντίας, διαλέξαμε και μεταφράσαμε ένα λόγο του Αντιόχου του μοναχού που αναφέρεται στη συκοφαντία και ένα λόγο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου από το βιβλίο του «Χρηστοήθεια».
Επίσης προσθέσαμε και μερικές ωφέλιμες ιστορίες από την Αγία Γραφή και τη ζωή των ασκητών της ερήμου, οι οποίες μας μαλακώνουν την ψυχή και μας βοηθούν να είμαστε πιο ευαίσθητοι στο θέμα της κακολογίας και της συκοφαντίας προς τους αδελφούς μας. Ή, αν είμαστε στη δυσμενή θέση του συκοφαντημένου, να σηκώσουμε τον πόνο της συκοφαντίας με καρτερικότητα και, όσο γίνεται, με ειρήνη ψυχής, για να επιδοθούμε με περισσότερη θέρμη στο έργο της εν Χριστώ τελειώσεως και οικοδομής μας.

Αμάρτησες; Έλα στην Εκκλησία!

αναρτήθηκε στις 30 Απρ 2017, 6:54 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 30 Απρ 2017, 6:54 π.μ. ]


Εκκλησία… Aλήθεια, ποιό λιμάνι μπορεί να συγκριθεί με το λιμάνι της Εκκλησίας;

Ποιός παράδεισος μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο των συγκεντρωμένων πιστών; Δεν υπάρχει εδώ φίδι που γυρεύει να μάς βλάψει, μόνο ο Xριστός που μάς οδηγεί μυστικά. … 

Γι’ αυτό δεν θα ‘ταν λάθος αν θεωρούσαμε την εκκλησία πιο σπουδαία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός δεχόταν βέβαια τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα – η εκκλησία όμως δέχεται τα ζώα και τα αλλάζει. Tί εννοώ μ’ αυτό: Mπήκε στην κιβωτό ένα γεράκι, βγήκε πάλι γεράκι – μπήκε ένας λύκος, βγήκε πάλι λύκος. Eδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι – μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο – μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί΄ όχι επειδή μεταβάλλεται η φύση του, αλλά επειδή διώχνεται μακριά η κακία.

Γι’ αυτό φέρνω το λόγο διαρκώς στη μετάνοια. Γιατί η μετάνοια, που στον αμαρτωλό φαντάζει φοβερή και τρομερή, γιατρεύει τα παραπτώματα – εξαφανίζει τις παρανομίες – σταματά το δάκρυ – δίνει παρρησία μπροστά στο Θεό – είναι όπλο κατά του διαβόλου – μαχαίρι που τού κόβει το κεφάλι – ελπίδα σωτηρίας – αφαίρεση της απελπισίας. Aυτή ανοίγει στον άνθρωπο τον ουρανό. Aυτή τον οδηγεί στον παράδεισο. Aυτή νικά τον διάβολο.

Γι’ αυτό ακριβώς και σάς μιλώ συνέχεια γι’ αυτήν. Όπως από την άλλη κι η υπερβολική αυτοπεποίθηση μάς οδηγεί στην πτώση. Eίσαι αμαρτωλός; Mήν απελπίζεσαι. Δεν σταματώ, σα φάρμακα αυτά τα λόγια συνεχώς να σάς τα δίνω. Γιατί ξέρω καλά τί όπλο δυνατό που είναι κατά του διαβόλου το να μη χάνεις την ελπίδα σου.

Aν έχεις αμαρτήματα, μην απελπίζεσαι. Δεν παύω διαρκώς αυτά τα λόγια να τά επαναλαμβάνω. Aκόμα και αν αμαρτάνεις κάθε ημέρα, κάθε ημέρα να μετανοείς. Ας κάνουμε ό,τι ακριβώς και με τα σπίτια τα παλιά που είναι ετοιμόρροπα: αφαιρούμε τα παλαιά και σάπια υλικά και τ’ αντικαθιστούμε με καινούργια – και δε λησμονούμε διαρκώς να τα περιποιούμαστε.

Πάλιωσες σήμερα από την αμαρτία; Γίνε πάλι καινούργιος με τη μετάνοια. Mα είναι στ’ αλήθεια δυνατό, αυτός που θα μετανοήσει να σωθεί; – αναρωτιούνται μερικοί.

Eίναι, και πολύ μάλιστα. Όλη μου τη ζωή μέσα στις αμαρτίες την πέρασα – και αν μετανοήσω, θα σωθώ; Nα είσαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Kι από που φαίνεται αυτό; Aπ’ τη φιλανθρωπία του Kυρίου σου. Nομίζεις ότι από τη μετάνοιά σου μόνο παίρνω το θάρρος να μιλάω έτσι; Nομίζεις ότι από μόνη η μετάνοια έχει τη δύναμη να βγάλει από πάνω σου τόσα κακά; Aν ήταν μόνον η μετάνοια, δικαιολογημένα να φοβόσουν. Όμως μαζί με τη μετάνοια ενώνεται αξεδιάλυτα η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους. Kαι όριο αυτή η αγάπη δε γνωρίζει. Oύτε μπορεί κανείς να εξηγήσει με τα λόγια την απεραντοσύνη της αγάπης του Θεού.

H δική σου κακία έχει ένα όριο – το φάρμακο όμως όριο δεν έχει. H δική σου κακία, όποια και να είναι, είναι μία ανθρώπινη κακία. Aπό την άλλη όμως βρίσκεται η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους, μια αγάπη που δεν περιγράφεται με λόγια. Nα έχεις λοιπόν θάρρος, γιατί αυτή η αγάπη νικάει την κακία σου. Φαντάσου μία σπίθα να πέφτει μες στο πέλαγος. Eίναι ποτέ δυνατό να σταθεί ή να φανεί;

Ό,τι είναι η σπίθα μπρός στο πέλαγος, είναι και η κακία μπρός στη φιλανθρωπία του Θεού. Ή μάλλον η διαφορά είναι ακόμη πιό μεγάλη. Γιατί το πέλαγος, όσο πλατύ κι αν είναι, κάπου τελειώνει βέβαια. H αγάπη όμως του Θεού για τούς ανθρώπους τέλος δεν γνωρίζει. Όλα αυτά σάς τ’ αναφέρω βέβαια όχι για νά σάς κάνω ράθυμους κι απρόσεκτους, αλλά για να σάς οδηγήσω στη μετάνοια με πιό μεγάλη προθυμία.

Διέπραξες κάποια παρανομία; Aιχμαλωτίστηκες από συνήθεια πονηρή; Kι ύστερα πάλι έφερες στο νου τα λόγια μου κι ένιωσες μέσα σου ντροπή; Έλα στην Εκκλησία!

Ένιωσες λύπη μέσα στην καρδιά σου; Zήτησε τηβοήθεια του Θεού! Ήδη έχεις κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός. Aλίμονο, ενώ άκουσα τις συμβουλές σου, δεν τις ακολούθησα. Πώς γίνεται να ‘ρθω στην εκκλησία πάλι; Πώς γίνεται ν’ ακούσω πάλι; Nάρθεις και νά ξανάρθεις ακριβώς γι’ αυτό, γιατί δεν τήρησες τις συμβουλές μου. Για να τις ξανακούσεις και να τις τηρήσεις.

Για πες μου, αν ο γιατρός βάλει ένα φάρμακο επάνω στην πληγή και δεν γίνεις καλά, δεν θα στο δώσει πάλι άλλη μέρα; Eίναι ένας ξυλοκόπος – θέλει να κόψει μια βελανιδιά. Παίρνει τσεκούρι – αρχίζει να χτυπά τη ρίζα. Aν δώσει ένα χτύπημα και δεν πέσει το άκαρπο δέντρο, δεν θα δώσει δεύτερο χτύπημα, δεν θα δώσει τρίτο, τέταρτο, δέκατο; Aυτό κάνε και σύ. Bελανιδιά είναι η πονηρή συνήθεια – άκαρπο δέντρο. Tα βελανίδια της είναι τροφή μόνο για χοίρους, που δεν έχουν λογική. Pίζωσε με το χρόνο μέσα στο μυαλό σου – νίκησε τη συνείδησή σου με το φύλλωμά της. O λόγος μου τσεκούρι.

Tον άκουσες μια μέρα. Πώς είναι δυνατό σέ μία μέρα να πέσει κάτω αυτό που έχει πιάσει ρίζες μέσα σου τόσο καιρό; Λοιπόν, αν έρθεις δυό, αν έρθεις τρείς, αν έρθεις εκατό, αν έρθεις αναρίθμητες φορές ν’ ακούσεις, διόλου περίεργο δεν είναι. Mόνο προσπάθησε ν’ απαλλαγείς από ένα πράγμα πονηρό και δυνατό – από την πονηρή συνήθεια.

Oι Iουδαίοι μάννα έτρωγαν, κι όμως ζητούσαν τα κρεμμύδια που έτρωγαν στην Aίγυπτο. «Kαλά – λέγαν – περνούσαμε στην Aίγυπτο». Άσχημο πράγμα η συνήθεια και ιδιαίτερα κακό! Λοιπόν, κι αν καταφέρεις νάρθεις δέκα μέρες, κι αν καταφέρεις νάρθεις είκοσι ή τριάντα, δεν σ’ αγκαλιάζω, δεν σέ επαινώ γι’ αυτό, δεν σού χρωστώ ευγνωμοσύνη. Mόνο μήν αποκάμεις – να μήν κουραστείς – αλλά νιώθε ντροπή και έλεγχε τον εαυτό σου.

Σας μίλησα πολλές φορές για την αγάπη. Ήρθες και άκουσες, κι ύστερα πήγες κι άρπαξες από τον αδερφό σου; Δεν ακολούθησες τα λόγια μου στη πράξη; Nα μη ντραπείς να ‘ρθείς στην Εκκλησία πάλι. Nτροπή να νιώθεις όταν αμαρτάνεις, μη ντρέπεσαι όταν μετανοείς.

Kοίταξε τί σου έκανε ο διάβολος. Yπάρχουν δύο πράγματα- η αμαρτία και η μετάνοια. H αμαρτία είναι τραύμα- η μετάνοια φάρμακο. Όπως ακριβώς για τά σώματα υπάρχουν φάρμακα και τραύματα, το ίδιο και γιά την ψυχή- υπάρχουν τα αμαρτήματα και η μετάνοια.

H αμαρτία μέσα της έχει την ντροπή- η μετάνοια έχει το θάρρος και την παρρησία. Θέλω να με ακούσεις, σε παρακαλώ, με προσοχή, μήπως και δεν αντιληφθείς πώς είναι η τάξη των πραγμάτων, και χάσεις έτσι την ωφέλεια. Πρόσεξε τί θα πω! Yπάρχει το τραύμα- υπάρχει και το φάρμακο. Yπάρχει η αμαρτία- υπάρχει και η μετάνοια.

Tο τραύμα είναι η αμαρτία- το φάρμακο η μετάνοια. Στο τραύμα υπάρχει πύον και μόλυνση- υπάρχει ντροπή- υπάρχει χλεύη. Στη μετάνοια υπάρχει παρρησία- το φάρμακο η δύναμη να καθαρίζει αυτό που έχει μολυνθεί. Στην αμαρτία υπάρχει μόλυνση- υπάρχει ελευθερία- υπάρχει καθαρισμός του αμαρτήματος. Παρακολούθησε με προσοχή τα λόγια μου! Mετά την αμαρτία έρχεται η ντροπή- μετά τη μετάνοια ακολουθεί το θάρρος και η παρρησία. Έδωσες προσοχή σ’ αυτό που είπα; Aυτή την τάξη των πραγμάτων την αντέστρεψε ο διάβολος, και έδωσε στην αμαρτία παρρησία, και στη μετάνοια έδωσε ντροπή.

Γιατί να ντρέπεσαι λοιπόν; Δεν ένιωθες ντροπή τότε που έπραττες την αμαρτία και νιώθεις τώρα που έρχεσαι να βάλεις φάρμακο επάνω στην πληγή. Tώρα που απαλλάσσεσαι από την αμαρτία, τώρα ντρέπεσαι; Όφειλες τότε να αισθάνεσαι ντροπή- έπρεπε τότε να ντρεπόσουν- τότε, όταν έπραττες την αμαρτία.

Aμαρτωλός γινόσουν και δεν ένιωθες ντροπή, γίνεσαι δίκαιος και ντρέπεσαι; «Λέγε τις αμαρτίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Δεν είπε «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να μην τιμωρηθείς», αλλά «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος».

Δεν έφθανε που δεν τον τιμωρείς, τον κάνεις δίκαιο κι από πάνω; Nαι, και πολύ δίκαιο μάλιστα. Πρόσεξε ακριβώς αυτά τα λόγια! Λέει: Tον κάνω δίκαιο αυτόν που θα μετανοήσει. Θέλεις να μάθεις και σε ποιά περίπτωση το έκανε αυτό; Tότε με τον ληστή. Mέ το να πει ο ληστής στο σύντροφό του απλώς και μόνο εκείνα τα γνωστά μας λόγια! «Mα ούτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ; Kι εμείς δίκαια βέβαια- έχουμε μία τιμωρία όπως μάς αξίζει, για όλα όσα κάναμε»- την ίδια εκείνη τη στιγμή του λέει ο Σωτήρας: «Σήμερα κιόλας μαζί μου θα είσαι στον παράδεισο». Δεν του είπε: «σε απαλλάσσω από την κόλαση κι από την τιμωρία», αλλά τον βάζει στον παράδεισο, αφού τον κάνει δίκαιο.

Eίδες πώς έγινε ο άνθρωπος με την εξομολόγηση της αμαρτίας δίκαιος; Eίναι μεγάλη η φιλανθρωπία του Θεού! Θυσίασε τον Yιό, γιατί λυπήθηκε τον δούλο, παρέδωσε τον Mονογενή, για ν’ αγοράσει δούλους αχάριστους- πλήρωσε, δίνοντας για τίμημα το αίμα του Yιού Tου.

Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Kαι μη μου πεις πάλι τα ίδια- «έχω πολλές αμαρτίες» και «πώς θα μπορέσω να σωθώ;». Eσύ δεν μπορείς, μπορεί όμως ο Kύριός σου και είναι τόση η δύναμή Tου, ώστε τα αμαρτήματα τα εξαλείφει.

Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Tα αμαρτήματα τα εξαλείφει, έτσι που ίχνος τους δε μένει. Bέβαια για τα σώματα αυτό δεν είναι δυνατό. Aκόμα κι αν αμέτρητες φορές θα προσπαθήσει ο γιατρός, ακόμα κι αν θα βάλει φάρμακα επάνω στην πληγή, γιατρεύει βέβαια την πληγή- πολλές φορές όμως πληγώνεται κανείς στο πρόσωπο και ενώ το τραύμα θεραπεύεται, μένει κάποιο σημάδι, που ασχημίζει και το πρόσωπο, αλλά και που θυμίζει πώς υπήρξε κάποτε ένα τραύμα.

Kαι αγωνίζεται με χίλιους τρόπους ο γιατρός να εξαλείψει πέρα από την πληγή και το σημάδι. Mα όμως δεν τα καταφέρνει, γιατί τον αντιμάχεται η φύση του ανθρώπου η ασθενική και η αδυναμία της ιατρικής και των φαρμάκων. O Θεός όμως, όταν εξαλείφει τα αμαρτήματα, δεν αφήνει σημάδι ούτε επιτρέπει να παραμείνει κάποιο ίχνος επάνω στην ψυχή- αλλά μαζί με την υγεία χαρίζει και την ομορφιά- μαζί με την απαλλαγή από την τιμωρία δίνει και τη δικαιοσύνη- κι εκείνον που αμάρτησε, τον κάνει να ‘ναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε.

Γιατί αφαιρεί το αμάρτημα και κάνει όχι μόνο να μην υπάρχει τώρα πια αυτό, αλλά και να μην έχει υπάρξει ούτε και στο παρελθόν. M’ αυτόν τον τρόπο ολοκληρωτικά το εξαλείφει. Δεν υπάρχει πλέον ουλή- δεν υπάρχει σημάδι- δεν υπάρχει ίχνος που να θυμίζει το τραύμα- δεν υπάρχει το παραμικρό που να φανερώνει πως υπήρξε πληγή (…).

Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Γιατί για όλους είναι, όλους αφορούν και οδηγούν στη σωτηρία. Παρασκευάζω φάρμακα, που είναι πιο σπουδαία από τα φάρμακα των ιατρών (…). Στα χέρια της μετάνοιας σάς παραδίδω- για να γνωρίσετε τη δύναμη που έχει- για να γνωρίσετε τί είναι ικανή να κατορθώσει και για να μάθετε πώς δεν υπάρχει αμάρτημα που να μπορεί να τη νικήσει, ούτε παράβαση του νόμου που να μπορεί να υπερισχύσει πάνω απ’ τη δική της δύναμη (…).

Γνωρίζοντας, λοιπόν, το φάρμακο αυτό της μετάνοιας, ας απευθύνουμε δοξολογία στο Θεό. Γιατί η δόξα και η δύναμη αιώνια είναι δική Tου. Aμήν.”

Λόγος για τη μετάνοια (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Ελέησέ με! Μικρή είναι η φράση και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας…

αναρτήθηκε στις 6 Απρ 2017, 1:12 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Απρ 2017, 1:12 π.μ. ]



Ο δεν νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής. Να, και ο απόστολος Παύλος προσευχήθηκε όχι σε ναό όρθιος ή γονατιστός, αλλά μέσα σε φυλακή πεσμένος ανάσκελα, καθώς τα πόδια του ήταν σφιγμένα στην ξυλοπέδη.

Επειδή, όμως, προσευχήθηκε με θέρμη, αν και πεσμένος, και τη φυλακή έσεισε και τα θεμέλια σάλεψε και το δεσμοφύλακα τράβηξε στην αληθινή πίστη μαζί με όλη την οικογένειά του (Πράξ. 16:25-35).

Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θεραπεία του το , που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του. Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση (Δ’ Βασ. 20:1-6).

Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών (Λουκ. 23:42-43).

Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη (Ιερ. 45:6) και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία (Δαν. 6:16) και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους (Ιων. 2:1-2), όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.

«Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;», θα με ρωτήσεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο» (Ματθ. 15:22). «Ελέησέ με, Κύριε!», θα παρακαλάς κι εσύ. «Η μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται.

«Ελέησέ με!». Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά. Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώναζε μυστικά: «Ελέησέ με!».

Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο μας ακούει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο τόπος, όσο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι ναός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς;

Δέχεται ο Θεός τον διάβολο σε μετάνοια;

αναρτήθηκε στις 1 Απρ 2017, 1:01 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 1 Απρ 2017, 1:01 μ.μ. ]


Η ακόλουθη διήγηση σκοπό έχει να διδάξει πόσο μεγάλη είναι η φι­λανθρωπία του και ότι κανένας αμαρτωλός δεν πρέπει να απελπίζεται, ακόμη κι αν νομίζει ότι έχει γίνει όμοιος στην με τον .

Κάποιος άγιος γέρον­τας, μεγάλος και διο­ρατικός, έχοντας νική­σει και ξεπεράσει ό­λους τους πειρασμούς των δαιμόνων, είχε λά­βει το χάρισμα να βλέπει οφθαλμοφανώς το πώς επιδρούν στην ζωή των ανθρώπων οι άγγελοι και οι δαίμονες πώς δηλ. ο καθέ­νας από την πλευρά του αγωνίζονται για την ψυχές των ανθρώπων. Ήταν δε τόσο μεγάλος και υψηλός στην αρετή, που τα ακάθαρτα πνεύματα τον υπολόγιζαν πολύ και συστέλλονταν μπροστά του.

Πολλές φορές τα κορόιδευε και τα ύβριζε θυμίζον­τας τους την πτώση τους από τους ουρα­νούς και την αιώνια κόλαση του πυρός που τα περιμένει. Οι δαίμονες λοιπόν μιλούσαν με θαυμασμό για τον μεγάλο γέ­ροντα κι έλεγαν ότι κανένας να μη τολμήσει στο εξής να παλέψει μαζί του ή έστω και να τον πλησίασει, μη τυχόν και πληγωθεί από τον γέροντα, διότι έχει ανέλθει σε μεγάλο πλούτο απάθειας και έχει τύχει της θεώσεως με την χάρι του Παναγίου Πνεύ­ματος.

Ενώ λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα, κάποιος δαίμονας ρωτά έναν σύντροφο του:

– Αδελφέ Ζερέφερ (διότι αυτό ήταν το όνομα εκείνου του δαίμονος), αν κάποιος από εμάς μεταμεληθεί, τον δέχεται ο Θεός σε μετάνοια; Ναι ή όχι; Και ποιος άραγε να το γνωρίζει αυτό;

Και αποκρίθηκε ο Ζερέφερ:

– Θέλεις να πάω στον μεγάλο που δεν μας φοβάται, να τον ρωτήσω τάχα σχετικά μ’ αυτό και να τον δοκιμάσω;

– Πήγαινε, αλλά πρόσεχε πολύ, γιατί ο γέροντας είναι διορατικός και θα καταλάβει ότι πηγαίνεις με δόλο και δεν θα πεισθεί να ρωτήσει τον Θεό. Αλλά πήγαινε και ή τα καταφέρνεις ή απλώς δοκιμάζεις και φεύγεις.

Πήγε λοιπόν τότε ο Ζερέφερ σ’ εκείνον τον μεγάλο γέροντα και αφού πήρε σχήμα ανθρώπου, θρηνούσε και οδυρόταν μπρο­στά στον γέροντα. Ο , θέλοντας να δείξει ότι δεν αποστρέφεται κανέναν που να έχει μετανοήσει, αλλά δέχεται όλους ό­σους προστρέχουν σ’ Αυτόν, δεν αποκάλυ­ψε στον γέροντα τα σχετικά με τον δόλιο δράκοντα. Έτσι εκείνος τον έβλεπε σαν άνθρωπο και τίποτε περισσότερο. Γι’ αυτό και τον ρώτησε:

– Για ποιο λόγο κλαις, άνθρωπε, και θρηνείς από τα κατάβαθα της καρδιάς σου, ραγίζοντας έτσι με τα δάκρυα σου και την καρδιά μου;

– Εγώ, πάτερ άγιε, δεν είμαι άνθρω­πος, αλλά, όπως μου φαίνεται, πονηρός, λόγω του πλήθους των εγκλημά­των μου.

– Και τι θέλεις να κάνω για σένα, αδελφέ; (Διότι νόμιζε ότι από μεγάλη ταπείνωση αυτοαπεκαλείτο δαίμων ο άνθρωπος, αφού ο Θεός δεν του είχε φανερώσει ακό­μη τι συνέβαινε στην πραγματικότητα).

– Τίποτε περισσότερο δεν σου ζητώ, άνθρωπε του Θεού, παρά να παρακάλεσεις πολύ τον Κύριο και Θεό σου να σου φανέρωσει αν δέχεται τον διάβολο σε μετάνοια. Διότι αν δέχεται εκείνον, τότε θα δεχθεί κι εμένα που δεν υστερώ σε τίποτε από λόγου του.

– Να κάνω όπως θέλεις. Για την ώρα ό­μως πήγαινε σήμερα σπίτι σου κι έλα αύριο εδώ να σου πω το θέλημα του Θεού.

Και σαν έγινε αυτό, άπλωσε τα χέρια ο γέροντας εκείνο το βράδυ και παρακάλεσε τον φιλάνθρωπο Θεό να του φανέρωσει αν δέχεται τον διάβολο σε μετάνοια. Κι αμέ­σως του παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου, φωτεινός σαν αστραπή, και του λέει:

– Τάδε λέγει Κύριος ο Θεός σου:
«Γιατί με παρακαλείς για χάρη του δαίμονα; Και γιατί ήρθε αυτός δολίως να σε πειράξει;»

– Και πώς ο Κύριος δεν μου αποκάλυ­ψε την περίπτωση, αποκρίθηκε ο γέροντας, αλλά μου την απέκρυψε, ώστε να μη την αντιληφθώ;

– Μη λυπηθείς γι’ αυτό το πράγμα. Διό­τι πρόκειται για κάποια θαυμαστή οικονο­μία του Θεού προς ωφέλειαν των αμαρτωλών, ώστε να μην απελπίζονται. Διότι κανέναν από εκείνους που προσέρχονται σ’ Αυτόν δεν τον αποστρέφεται ο υπεράγαθος Θεός, ακόμη κι αν αυτός είναι ο ίδιος ο Σατανάς και διάβολος.

Επίσης γίνεται αυτό για να φανεί η σκληρότητα και απόγνωση των δαιμόνων. Όταν λοιπόν έλθει, μη τον σκανδαλίσεις απ’ την αρχή, αλλά πες του τα εξής: «Για να καταλάβεις ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και κανένα από όσους προστρέχουν σ’ Αυτόν δεν τον απο­στρέφεται, ακόμη κι αν αυτός είναι δαίμων και διάβολος, υποσχέθηκε και σένα να σε δεχθεί, εάν βέβαια φυλάξεις αυτά που σε προστάζει». Και τότε θα σου πει: «Ποια εί­ναι αυτά;»

Κι εσύ να του πεις: «Ο Κύριος και Θεός γνωρίζει πολύ καλά ποιος είσαι και από πού ήρθες, για να Τον δοκιμάσεις. Διότι εσύ είσαι το αρχαίο κακό, που από την υπερηφάνεια σου δεν έχεις μάθει να γίνεσαι καινούργιο καλό. Πώς λοιπόν θα μπορέσεις να ταπεινωθείς και να βρεις έλεος με την μετάνοια; Για να μην έχεις όμως πρόφαση απολογίας ενώπιον Του κατά τη ημέρα της κρίσεως ότι δήθεν ήθελες να μετανοήσεις κι ο Θεός δεν σε δέχθηκε, πρόσε­χε στα λόγια μου, πώς πρέπει ν’ αρχίσεις τη σωτηρία σου.

Ο Κύριος είπε να καθήσεις επί τρία χρόνια σε ένα τόπο ακίνητος και στραμμένος μέρα-νύχτα προς ανατο­λάς και να φωνάζεις εκατό φορές με δυ­νατή φωνή: Ο , ελέησόν με το αρχαίον κακόν και πάλι άλλες εκατό φορές με δυνατή φωνή: Ο Θεός, ελέησόν με το βδελύγμα της ερημώσεως και πάλι άλλες τό­σες Ο Θεός, ελέησόν με την εσκοτισμένην απάτην. Αυτά να τα φωνάζεις αδιάκοπα, γιατί δεν έχεις σώμα για να κουρασθείς και να λιποψυχήσεις. Όταν δε τα κάνεις αυτά με ταπείνωση, τότε θα επανέλθεις στην αρ­χαία τάξη και θα συγκαταριθμηθείς με τους αγγέλους του Θεού».

Αν λοιπόν συμφωνήσει μαζί σου να τα κάνει αυτά, δέξου τον σε μετάνοια. Αλλά γνωρίζω καλά ότι το αρχαίο κακό δεν γίνεται καινούργιο καλό. Γράψε όμως αυτά που θα συμβούν, για να σώζονται μέχρι των εσχάτων ημερών, ώστε να μη απελπίζωνται όσοι θέλουν να . Διότι αυτή η διήγηση θα συντε­λέσει πάρα πολύ στο να πληροφορηθούν οι άνθρωποι ότι είναι εύκολο να μην απελπί­ζωνται για την σωτηρία τους.

Αυτά είπε ο Άγγελος και ανέβηκε στους ουρανούς. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ήρθε ο δαίμων και άρχισε από μακριά να θρηνεί υποκριτικά και να χαιρετά τον γέροντα. Ο γέροντας από την αρχή δεν ξεσκέπασε την μηχανορραφία του, μόνο έλεγε από μέσα του: «Κακώς ήρθες κλέφτη, διάβολε, σκορπιέ, αρχαίο κακό, το ιοβόλο φίδι το παμ­πόνηρο». Έπειτα του λέει:

– Γνώριζε ότι παρεκάλεσα τον Κύριο καθώς σου υποσχέθηκα και ότι σε δέχεται σε μετάνοια, εάν βέβαια εκτέλεσεις αυτά που σε διατάζει δι’ εμού ο κραταιός και πανίσχυρος Θεός.

Και ποια είναι αυτά που όρισε ο Θε­ός να κάνω;

– Ο Θεός προστάζει να σταθείς σ’ ένα τόπο για τρία χρόνια στραμμένος προς α­νατολάς και να φωνάζεις νύχτα-μέρα επί τρία έτη εκατό φορές: Ο Θεός, ελέησόν με, το βδέλυγμα της ερημώσεως, άλλες τόσες φορές: Ο Θεός, ελέησόν με, την εσκοτισμένην απάτην κι άλλες τόσες, Ο Θεός, ελέη­σόν με, το αρχαίον κακόν, και όταν τα κά­νεις αυτά, θα σε συναριθμήσει με τους αγγέ­λους του.

Τότε ο Ζερέφερ, ο υποκριτής της μετα­νοίας, ακούγοντας τα αυτά, γέλασε αμέ­σως δυνατά και λέει:

– Βρε σαπρόγερε, αν ήταν να αποκαλέ­σω τον εαυτό μου βδέλυγμα της ερημώσε­ως και αρχαίο κακό και εσκοτισμένη απά­τη, θα το έκανα μια και καλή από την αρχή και θα σωζόμουνα. Τώρα εγώ αρχαίο κα­κό; Μη γένοιτο! Και ποιος το λέει αυτό; Εγώ είμαι αρχαίο καλό και πολύ καλό μά­λιστα. Και δηλαδή τώρα, όσο είμαι ακόμα θαυματουργός και όλοι με φοβούνται και υποτάσσονται σε μένα, να αποκαλέσω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου βδελύγμα της ερη­μώσεως και εσκοτισμένη απάτη και αρχαίο κακό; Όχι, γέροντα! Όχι, όσο εξουσιάζω τους αμαρτωλούς, να γίνω εγώ δούλος αχρείος, ταπεινός και ευτελής με την μετά­νοια! Όχι, γέροντα! Όχι, γέροντα! Όχι, μη γένοιτο να καταντήσω εγώ σε τέτοια ατιμία!

Αυτά είπε το ακάθαρτο πνεύμα και εξαφανίστηκε αλαλάζοντας. Ο τότε σηκώθηκε να προσευχηθεί ευχαριστώντας τον Θεό και λέγοντας:

– Αλήθεια είπες, Κύριε, ότι αρχαίο κα­κό καινούργιο καλό δεν γίνεται.

Αυτά, αγαπητοί μου, δεν τα διηγήθηκα έτσι απλώς και τυχαία, αλλά για να πληροφορηθείτε το μέγεθος της αγαθότητος του Δεσπότου Χριστού? ότι δηλ. εάν και τον διάβολο δέχεται σε μετάνοια, πόσο μάλλον τους ανθρώπους, που για χάρη τους έχυσε το ίδιο Του το αίμα.

* Κείμενο βλ. Ξένης Μοναχής, Πορεία προς Ουρανόν, Αθήναι 1973, σελ. 41
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 7

Την Επανάσταση δεν την έκαναν άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι, αλλά πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί!

αναρτήθηκε στις 25 Μαρ 2017, 11:50 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 25 Μαρ 2017, 11:50 π.μ. ]




Είναι έξω από κάθε ιστορική αμφιβολία ότι το τρίπτυχο: – Πίστη – Πατρίδα, υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της .

Με όπλο την πίστη στη θρησκεία και την αγάπη στην πατρίδα και την ελευθερία, οι πρόγονοί μας αποδύθηκαν στην άνιση μάχη της εθνεγερσίας, για την οποία ο Α. Τσιριντάνης γράφει σχετικά:

»Η επανάσταση έγινε, μα χριστιανοί και όχι άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι την έκαμαν. Απ’ αύτή τη χριστιανική πίστη παίρναμε δύναμη αλλά και καρτερία…»

Και αυτή η , αν δεν έσβηνε τις μικρότητες, δέν τις άφηνε όμως να σβήσουν την επανασταση… αυτή ετόνωσε το δούλο, αλλά επαναστατημένο Γένος, συνταιριασμένη με την ονειροπόληση του αρχαίου Ελληνισμού.

Ο επαναστατημένος »ραγιάς» ήταν πια Έλληνας. Θυμόταν πάντα το μαρμαρωμένο βασιλιά… και πίσω απ’ αυτόν τη σειρά των βυζαντινών αύτοκρατόρων και πίσω απ’αυτούς ονειρευόταν την αρχαία , όσο λίγο κι’ αν την ήξερε.

Ο Χριστιανισμός του έδινε την πίστη και τη δύναμη …

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα πρώτα συντάγματα του επαναστατημένου Γένους έσπευσαν να ορίσουν την έννοια του Έλληνος σε σχέση με τη θρησκεία λέγοντας:

«Οσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες».

(Σύνταγμα Επιδαύρου του 1822, του οργανικού νόμου της Επιδαύρου του 1833 το Σύνταγμα του Άστρους και της Τροιζήνος του 1827.)

Ήταν τα συντάγματα, τα οποία επιβεβαίωσαν την ενότητα και Ελληνισμού.

Από το βιβλίο «Η Εθνική μας Παράδοση» του Π.Λ. Παπαγαρυφάλλου, εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, σελ. 314, 315  

Η αγιασμένη επανάσταση

αναρτήθηκε στις 24 Μαρ 2017, 1:10 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Μαρ 2017, 1:10 μ.μ. ]




Η να ξεσηκωθούνε καταπάνω στον Τούρκο δεν ήτανε μονάχα η στέρηση κι η κακοπάθηση του κορμιού, αλλά, απάνω απ’ όλα, το ότι ο τύραννος ήθελε να χαλάσει την πίστη τους, μποδίζοντάς τους από τα θρησκευτικά χρέη τους, αλλαξοπιστίζοντάς τους και σφάζοντας ή κρεμάζοντάς τους, επειδή δεν αρνιότανε την πίστη τους για να γίνουνε μωχαμετάνοι.

Για τούτο πίστη και πατρίδα είχανε γίνει ένα και το ίδιο πράγμα, κ’ η λευτεριά που ποθούσανε δεν ήτανε μοναχά η λευτεριά που ποθούνε όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουνε την αγιασμένη πίστη τους, που μ’ αυτήν ελπίζανε να σώσουνε την ψυχή τους. Γιατί, γι’ αυτούς, κοντά στο κορμί, που έχει τόσες ανάγκες και που με τόσα βάσανα γίνεται η συντήρησή του, υπήρχε κ’ η ψυχή, που είπε ο πως αξίζει περισσότερο από το σώμα, όσο περισσότερο αξίζει το ρούχο απ’ αυτό.

Εκείνες οι απλές ψυχές, που ζούσανε στα βουνά και στα ρημοτόπια, ήτανε διδαγμένες από τους πατεράδες τους στην πίστη του Χριστού, και γνωρίζανε, μ’ όλο που ήτανε αγράμματες, κάποια από τα λόγια του, όπως είναι τούτα: «Τι θα ωφελήσει άραγε τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμο όλο, και ζημιωθεί την ψυχή του;» «Η ψυχή είναι πιο πολύτιμη από τη θροφή, όπως το κορμί από το φόρεμα!» -κ.ά.

Για τούτο, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε και κρεμαστήκανε και παλουκωθήκανε για τη πίστη τους, αψηφώντας τη νεότητά τους, και μη δίνοντας σημασία στο κορμί τους και σε τούτη την πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ολάκερο είναι οι άγιοι νεομάρτυρες, που δε θανατωθήκανε για τα υλικά αγαθά τούτης της ζωής, αλλά για την πολύτιμη ψυχή τους, που γνωρίζανε πως δε θα πεθάνει μαζί με το κορμί, αλλά θα ζήσει αιώνια. Ακούγανε και πιστεύανε ατράνταχτα τα λόγια του , που είπε: «Μη φοβηθήτε εκείνον που σκοτώνει το σώμα, και που δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω. Αλλά να φοβηθείτε εκείνον που μπορεί να θανατώσει και το σώμα και την ψυχή».

Η ελευθερία, που γι’ αυτή θυσιαζόντανε, δεν ήτανε κάποια ακαθόριστη θεότητα, αλλά ήτανε ο ίδιος ο Χριστός, που γι’ αυτόν είπε ο απόστολος Παύλος: «Όπου το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί είναι κ’ η ελευθερία.». Κι αλλού λέγει: «Σταθείτε στερεά στην ελευθερία που σας χάρισε ο Χριστός, σταθείτε και μην πέσετε πάλι στο ζυγό της δουλείας. Γιατί για την ελευθερία σάς κάλεσε. Αλλά την ελευθερία μην την παίρνετε μονάχα σαν αφορμή για τη σάρκα σας».

Μένει και θα μένει όρθιος ο Ναός της ψυχής μας

αναρτήθηκε στις 11 Μαρ 2017, 10:37 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 11 Μαρ 2017, 10:38 π.μ. ]

Ιερομάρτυς Σέργιος Μετσώφ

Όσο βαρύς κι αν είναι ο της δοκιμασίας, το από το οποίο κατασκευάσθηκε, πάντοτε φυτρώνει στο έδαφος της !

Μη φοβάστε. Κι αν γκεμίζονται όλα γύρω σας, κι αν ισοπεδώνονται οι και τα , μην αποκαρδιώνεστε!

Μένει και θα μένει όρθιος ο της μας, τον οποίο κανείς δεν μπορεί να καταστρέψει, παρά μόνον εμείς οι ίδιοι!


Θυσιαστήριο είναι η μας. Πάνω της, με δάκρυα προσφέρουμε το μέγα Μυστήριο της !

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Ενας λόγος μόνο χρειάζεται: «Αμάρτησα»!

αναρτήθηκε στις 11 Μαρ 2017, 10:33 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 11 Μαρ 2017, 10:33 π.μ. ]

Είσαι ; Μην απελπίζεσαι! Μπες στην με . Αμάρτησες; Πες στον : «Αμάρτησα». Τόσο δύσκολο είναι να ομολογήσεις την σου;

Μα, αν δεν κατηγορήσεις εσύ τον εαυτό σου, θα έχεις κατήγορό σου το διάβολο. Πρόλαβε, λοιπόν, και άρπαξέ του το αξίωμα, γιατί πράγματι αξίωμά του είναι το να κατηγορεί. Πρόλαβέ τον και σβήσε το , γιατί έχεις κατήγορο που δεν μπορεί να σωπάσει.

Αμάρτησες; Δεν σου ζητώ τίποτα άλλο, παρά τούτο μόνο: Μπες στην βρες τον ιερέα και πες μετανοημένος «Αμάρτησα». Γιατί είναι γραμμένο: «Λέγε πρώτος εσύ τις σου, για να δικαιωθείς» (Ησ. 43:26).

Πες την , για να της εξαλείψεις. Δεν χρειάζονται γι’ αυτό ούτε κόπος, ούτε πολλά λόγια, ούτε έξοδα, ούτε τίποτα παρόμοιο.

Ένας λόγος μόνο: «Αμάρτησα».

Μια διδακτική ιστορία για τη Σαρακοστή από τον Αγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς

αναρτήθηκε στις 27 Φεβ 2017, 1:19 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 27 Φεβ 2017, 1:19 π.μ. ]

Οι διά Χριστόν σαλοί διακρίνονται από μια σπάνια έλλειψη φόβου. Ο έτρεχε ανάμεσα στους δρόμους του Πσκώφ προσποιούμενος τον τρελό, ελέγχοντας τους ανθρώπους για τις κρυφές αμαρτίες τους και προφητεύοντας εκείνα που επρόκειτο να τους συμβούν.

Όταν ο Ιβάν ο Δ΄ ο Τρομερός κατέφθασε στο Πσκώφ, ολόκληρη η πόλη διασαλεύτηκε από τον τρόμο για το φοβερό τσάρο. Γιά να τον υποδεχθούν οι κάτοικοι τοποθέτησαν στην είσοδο κάθε σπιτιού ψωμί και αλάτι, αλλά οι ίδιοι, φοβισμένοι, δεν εμφανίστηκαν. Όταν ο κυβερνήτης της πόλης πρόσφερε στον τσάρο ψωμί και αλάτι σ’ ένα δίσκο, ο τσάρος έσπρωξε μακριά τον δίσκο, με αποτέλεσμα να πέσουν καταγής το ψωμί και το αλάτι.

Τότε εμφανίστηκε μπροστά του ο όσιος Νικόλαος: ντυμένος με ποδήρη χιτώνα, δεμένο με σκοινί στη μέση, χοροπηδούσε γύρω του μ’ ένα μπαστούνι, σαν παιδί. Τού φώναζε: «Ιβάνουσκα, Ιβάνουσκα, φάε ψωμί κι αλάτι και μην τρως ανθρώπινο αίμα». Οι στρατιώτες έτρεξαν να τον πιάσουν, όμως εκείνος τους ξεγλίστρησε και κρύφτηκε. Ο τσάρος ζήτησε να μάθει για το μακάριο Νικόλαο –ποιός ήταν και τι ήταν– και τον επισκέφθηκε στo φτωχικό του. Ήταν τότε η πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης .

Ο Νικόλαος, μόλις πληροφορήθηκε ότι ερχόταν ο τσάρος για να τον επισκεφθεί, φρόντισε να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ωμό κρέας. Όταν λοιπόν κατέφθασε ο Ιβάν ο Τρομερός, ο όσιος έβαλε μετάνοια και του πρόσφερε το κρέας λέγοντας «Φάε, Ιβάνουσκα, φάε!». Οργισμένος ο τσάρος του απάντησε:

«Είμαι χριστιανός και δεν τρώω κρέας τη γιατί !». Ο άνθρωπος του μονομιάς τον αποστόμωσε «Κάνεις πολύ χειρότερα: τρέφεσαι με σάρκα και αίμα ανθρώπων, ξεχνώντας όχι μόνον τη , αλλά και τον ίδιο τον Θεό!». Το μάθημα αυτό μπήκε βαθιά μέσα στην καρδιά του τσάρου Ιβάν· ντροπιασμένος έφυγε αμέσως απ’ το Πσκώφ, όπου αρχικώς είχε έλθει με την πρόθεση να κατασφαγιάσει τον πληθυσμό.

Απόσπασμα από τον Πρόλογο της Αχρίδος του Αγίου Νικολάου Βελιμόροβιτς που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αθως.

Εισαγωγή στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή

αναρτήθηκε στις 25 Φεβ 2017, 7:14 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 25 Φεβ 2017, 7:14 π.μ. ]


Όταν κάποιος ξεκινά για ένα ταξίδι, πρέπει να ξέρει πού πηγαίνει.Το ίδιο ισχύει και με τη . Προ πάντων, η είναι ένα πνευματικό ταξίδι και προορισμός του είναι το , “η εορτή των εορτών”.

Είναι η προετοιμασία για την “εκπλήρωση του , την αληθινή Αποκάλυψη”. Για να ξεκινήσουμε, επομένως, πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε αυτή τη σύνδεση μεταξύ Σαρακοστής και Πάσχα, επειδή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό, ύψιστης σημασίας για τη χριστιανική μας πίστη και ζωή.

Χρειάζεται να εξηγήσουμε ότι το Πάσχα είναι πολλά περισσότερα από μια ακόμη γιορτή, από μια επέτειο ανάμνηση ενός περασμένου γεγονότος; Οποιοσδήποτε έχει συμμετάσχει, έστω μία μόνο φορά, σε εκείνη την νύχτα που είναι “λαμπρότερη από την ημέρα”, και έχει δοκιμάσει εκείνη τη μοναδική χαρά, το γνωρίζει […] Με το Πάσχα γιορτάζουμε την Ανάσταση του ως κάτι που συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει σε μας. Επειδή ο καθένας μας έλαβε το δώρο αυτής της νέας ζωής και τη δύναμη να την αποδεχτεί και να τη ζήσει. Είναι ένα δώρο που αλλάζει ριζικά τη στάση μας απέναντι σε όλα τα στοιχεία αυτού του κόσμου, ακόμη και το θάνατο. Μας δίνει τη δυνατότητα να διαβεβαιώνουμε με χαρά: “Θάνατος δεν υπάρχει πια!” Όμως, ο θάνατος είναι ακόμα εδώ αναμφίβολα, συνεχίζουμε να τον αντιμετωπίζουμε και κάποια μέρα θα έρθει και θα μας πάρει. Αλλά είναι ολόκληρη η πίστη μας ότι με το θάνατό Του ο Χριστός άλλαξε την ίδια τη φύση του θανάτου, την έκανε μια μετάβαση – ένα “πέρασμα”, ένα “Πάσχα” – προς τη Βασιλεία του και μεταμόρφωσε τη μεγαλύτερη τραγωδία στον απόλυτο θρίαμβο. […]

Τέτοια είναι αυτή η πίστη της Εκκλησίας, που βεβαιώνεται και γίνεται αυταπόδεικτη μέσω των αμέτρητων Αγίων της. Ωστόσο, μήπως δεν είναι καθημερινή μας διαπίστωση ότι αυτή η πίστη μάς ανήκει πολύ σπάνια, ότι συνεχώς χάνουμε και προδίδουμε τη “νέα ζωή” που λάβαμε ως δώρο, και ότι στην πραγματικότητα ζούμε σαν ο Χριστός να μην είχε αναστηθεί από τους νεκρούς, σαν αυτό το μοναδικό γεγονός να μην είχε καμιά σημασία για μας; […] Απλά τα ξεχνάμε όλα αυτά – τόσο πολυάσχολοι είμαστε, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές μας ανησυχίες – και επειδή τα ξεχνάμε, αποτυγχάνουμε. Και μέσω αυτής της λήθης, της αποτυχίας και της αμαρτίας, η ζωή μας γίνεται πάλι “παλιά” – ασήμαντη, σκοτεινή, και εν τέλει χωρίς νόημα – ένα άσκοπο ταξίδι προς ένα άσκοπο τέλος. […] Μπορεί κατά διαστήματα να αναγνωρίζουμε και να εξομολογούμαστε τις διάφορες “αμαρτίες” μας, ωστόσο παύουμε να αντιστοιχίζουμε τη ζωή μας προς εκείνη τη νέα ζωή που αποκάλυψε και μας έδωσε ο Χριστός. Πράγματι, ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, η αμαρτία όλων των αμαρτιών, η απύθμενη θλίψη και τραγωδία της κατ’ όνομα Χριστιανοσύνης μας.

Εάν το συνειδητοποιήσουμε, τότε ίσως να καταλάβουμε τι είναι το και γιατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Σαρακοστή. Διότι τότε μπορεί να καταλάβουμε ότι οι λειτουργικές παραδόσεις της Εκκλησίας, όλοι οι κύκλοι της και οι ακολουθίες της, υπάρχουν, καταρχήν, για να μας βοηθήσουν να επανακτήσουμε την όραση και τη γεύση αυτής της νέας ζωής που τόσο εύκολα χάνουμε και προδίδουμε, ούτως ώστε να μετανοήσουμε και να επιστρέψουμε σε αυτήν . […] Και πάλι ο “παλαιός” βίος της αμαρτίας και της μικρότητας δεν υπερνικιέται και δεν αλλάζει εύκολα. Το Ευαγγέλιο αναμένει και απαιτεί από τον άνθρωπο μια προσπάθεια για την οποία, στην παρούσα κατάστασή του, είναι ουσιαστικά ανίκανος . […] Εδώ εμφανίζεται η Μεγάλη . Αυτή είναι η βοήθεια που μας παρέχεται από την Εκκλησία: η σχολή της μετανοίας, που μόνη αυτή θα μας δώσει τη δυνατότητα να δεχτούμε το Πάσχα όχι μόνο ως άδεια για να φάμε, να πιούμε και να χαλαρώσουμε, αλλά πράγματι ως το τέλος “του παλαιού” μέσα μας, ως την είσοδό μας στο «καινό”. […] Μέσα σε κάθε έτος η Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, για άλλη μια φορά, η ανακάλυψη και η αποκατάσταση από μας αυτού που είχαμε γίνει μέσω του βαπτισματικού θανάτου και της αναστάσεώς μας.

Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Όμως, καθώς το ξεκινάμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στο “χαροποιόν πένθος” της , βλέπουμε – μακριά, πολύ μακριά – τον προορισμό. Είναι η χαρά του Πάσχα, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Και είναι αυτή η όραση, η πρόγευση του , που κάνει το πένθος της Σαρακοστής χαροποιόν, το σαρακοστιανό μας αγώνα μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μακρά, αλλά κατά μήκος όλου του δρόμου μια μυστηριώδης και ακτινοβόλος αυγή φαίνεται να λάμπει στον ορίζοντα. “Μην μας στερήσεις την προσδοκία μας, Φίλε του ανθρώπου!”

Δόξα τω Θεώ!

Μετάφραση από τον ιστοχώρο Monachos.net

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή» του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν.
Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ακρίτας.

1-10 of 26