Επίκαιρα

Κυριακή Ι΄ Λουκά- Ο εκκλησιασμός της Κυριακής

αναρτήθηκε στις 9 Δεκ 2017, 8:50 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Δεκ 2017, 8:50 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΚΖ' Κυριακής: Έφ. ς ' 10-17
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ- Λουκ. ιγ' 10-17

Ὁ Κύριος δίδασκε ἕνα Σάββατο στὴ συν­αγωγή. Στὸ ἀκροατήριό Του ξεχώρισε μιὰ γυναίκα ἡ ὁποία ἀπὸ δαιμονικὴ ἐνέργεια γιὰ δεκαοχτὼ ὁλόκληρα χρόνια ἦταν «συγ­κύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές»· ἦταν σκυμμένη διαρκῶς, σχεδὸν διπλωμένη στὰ δύο, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσει καθόλου τὸ σῶμα της καὶ νὰ σταθεῖ ὄρθια. 

Ὁ Κύριός μας τὴν θεράπευσε, ἐπιβραβεύοντας τὸν ζῆλο της νὰ πηγαίνει στὴ συναγωγή… Οἱ Ἰουδαῖοι τὸ Σάββατο πήγαιναν στὴ συναγωγή, ὅπου συμπροσεύχονταν, συνέψαλλαν καὶ ἄκουγαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς τὴν Κυριακὴ πηγαίνουμε στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ συμμετάσχουμε στὴ Λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπὸ τὸ Σάββατο καὶ τὴ Λατρεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Παίρνοντας λοιπὸν ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν εὐσεβὴ συγκύπτουσα ἂς δοῦμε πῶς μποροῦμε νὰ ἐπιμεληθοῦμε τὸν κυριακάτικο ἐκκλησιασμό μας.
1. Ἀνελλιπὴς ἐκκλησιασμὸς
Ἡ συγκύπτουσα εἶχε σοβαρὸ λόγο γιὰ νὰ μὴν πηγαίνει στὴ συναγωγή. Δυσκολευόταν νὰ περπατήσει. Κάθε μετακίνησή της ἦταν ἐπίπονη καὶ χρονοβόρα, πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι γινόταν θέαμα στὸν κόσμο. Καὶ ὅμως, οὔτε ἡ ἀναπηρία της, οὔτε ὁ φόβος γιὰ τὸ τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος, οὔτε ὁποιοδήποτε ἄλλο ἐμπόδιο νίκησε τὸν ζῆλο της γιὰ τὴ Λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ἐφάρμοζε μὲ ἰδιαίτερη εὐλάβεια τὴν τέταρτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου: «Μνήσθητι τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν» (Ἐξ. κ´ 8). Νὰ θυμᾶσαι πάντοτε νὰ ἀφιερώνεις τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου στὸ Θεό.
Ἀντίστοιχα ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ τιμοῦμε τὴν Κυριακὴ ὡς ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Κύριο μὲ τὸ νὰ μὴν ἐργαζόμαστε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ἀλλὰ νὰ τὴν διαθέτουμε γιὰ τὴ Λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πνευματική μας ὠφέλεια.
Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μᾶς κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία μικροαδιαθεσίες ποὺ δὲν μᾶς καθηλώνουν στὸ κρεβάτι – μᾶς τὸ διδάσκει αὐτὸ ἡ συγκύπτουσα – ἢ διάφορες δραστηριότητες: ἐκδρομές, ἀθλητικὲς ἐκδηλώσεις, φροντιστήρια, συν­­έδρια.
Τὴν Κυριακὴ πηγαίνουμε στὸ Ναὸ νὰ γιορτάσουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας, νὰ λατρεύσουμε τὸν Θεὸ μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς μας, νὰ προσφέρουμε ὡς Ἐκκλησία τὴ μόνη τελείως θεάρεστη θυσία μὲ τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί, ἂν εἴμαστε ἕτοιμοι, νὰ κοινωνήσουμε ἀπὸ τὸ Ποτήριο τῆς ζωῆς. Ὁ κυριακάτικος ἐκκλησιασμὸς εἶναι ὁ σημαν­τικότερος σταθμὸς στὴν πνευματικὴ πορεία τῆς ἑβδομάδας, μοναδικὴ εὐκαιρία ἁγιασμοῦ. Μᾶς βοηθάει νὰ νιώθουμε τὴν Ἐκκλησία ὡς οἰκογένειά μας καὶ τὸν Οὐρανὸ ὡς ἀληθινὴ πατρίδα μας.
2. Συνειδητὸς ἐκκλησιασμὸς
Ὡστόσο, γιὰ νὰ ζήσουμε τὸ θαῦμα ποὺ λέγεται θεία λατρεία, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκ­κλησιαζόμαστε ὄχι μόνο ἀνελλιπῶς ἀλλὰ καὶ συνειδητά. Μᾶς διδάσκει πάλι σ᾿ αὐτὸ ἡ συγκύπτουσα. Εἶχε πάει στὴ συναγωγὴ ἀπὸ δίψα πνευματική, γιὰ ν᾿ ἀκούσει λόγο Θεοῦ. Καὶ ὅταν εἶδε τὸν Κύριο, δὲν ζήτησε τὴ θεραπεία της. Πρα­γματικὰ μεγάλη ἡ πίστη καὶ ἡ εὐλάβειά της! Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος τὴν θεράπευσε καὶ τὴν ὀνόμασε «θυγατέρα Ἀβραάμ», ὄχι τόσο γιὰ τὴ φυσικὴ καταγωγή της ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ὅσο γιὰ τὴ θερμὴ πίστη της. Ὁ ἐκκλησιασμὸς εἶναι συνειδητός, ὅταν γίνεται μὲ ζωντανὴ πίστη, μὲ πόθο πνευματικό.
Ὁ Χριστιανὸς λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ ζήσει τὴ Λατρεία ἑτοιμάζεται ἀπὸ τὴν παραμονή. Τὸ Σαββατόβραδο δὲν εἶναι γιὰ ἐξόδους καὶ ξενύχτια, ὅπως δυστυχῶς ἔχει ἐπικρατήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑτοιμαστοῦμε μὲ περισυλλογή, σχετικὴ μελέτη καὶ προσευχὴ γιὰ τὴν ἐπισημότερη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας.
Καθαυτὸ ὅμως συνειδητὸς ἐκκλησια­σμὸς σημαίνει ὅτι ὁ πιστὸς προσέρχεται νωρὶς στὴν ἐκκλησία καὶ ὄχι ἁπλῶς παρακολουθεῖ, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ συμμετέχει στὴ Λατρεία. Σιωπᾶ καὶ συγκεντρώνεται. Δοξάζει τὸν Θεὸ γιὰ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὶς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες Του. Μέσα ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῶν αἰτημάτων καὶ ἱερῶν πράξεων τῆς θείας Λειτουργίας ἀγκαλιάζει ὅλο τὸν κόσμο, καὶ τὴ δική του ζωὴ μὲ ὅλες τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες της.
Ἂν ἔτσι ἐκκλησιάζεται ὁ πιστός, δὲν θὰ νιώθει πλέον τὸν ἐκκλησιασμὸ ὡς κα­θῆκον ἀλλὰ ὡς ζωτικὴ ἀνάγκη, ὡς τὴν πιὸ εὐλογημένη ὥρα τῆς ἑβδομάδας.
***
Κάθε Κυριακὴ ζοῦμε πιὸ ἔντονα στὴν ἀναστάσιμη θεία Λειτουργία τὸ μέγιστο θαῦμα: τὴ μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ· καὶ μέσῳ αὐτοῦ τὸ θαῦμα τῆς προσωπικῆς μας ἀναστάσεως. Κάθε Κυριακὴ μᾶς περιμένει στὴν ἐκκλησία ὁ φιλάνθρωπος Κύριος γιὰ νὰ ἀνορθώσει τὴν ψυχή μας, τὴν συγκύπτουσα ἀπὸ τὶς πτώσεις, τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὴν ὅλη ταλαιπωρία τῆς ἑβδομάδας. Μᾶς περιμένει γιὰ νὰ φροντίσει τὶς πληγές μας, νὰ ἁπαλύνει τοὺς πόνους μας, νὰ μᾶς μεταδώσει ζωή. Κι ἂν εἶναι ἔτσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπουσιάζουμε;

Κυριακή ΙΔ΄ Λουκά - Η θεραπεία του τυφλού τῆς Ιεριχούς

αναρτήθηκε στις 2 Δεκ 2017, 8:57 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 2 Δεκ 2017, 8:57 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ:  κς΄ ἐπιστολῶν (Ἐφεσ. ε΄ 8-19) 
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λκ. ιη΄ 35-43

1. Μὴν κλείνεις τὸν δρόμο...
Κόσμος πολὺς ἀκολουθοῦσε τὸν Κύριο ποὺ ἤδη πλησίαζε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ. Καθὼς προχωροῦσε ὅλος αὐτὸς ὁ λαός, ἕνας τυφλὸς ζητιάνος, ποὺ καθόταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἄκουσε τὸν θόρυβο, ρώτησε τί συμβαίνει καὶ ὅταν ἔμαθε ὅτι θὰ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Χριστός, ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατά:

–Ἰη­σοῦ, ἔν­δο­ξε ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, σπλαχνίσου με, ἐλέησέ με!
Τότε αὐτοὶ ποὺ προπορεύονταν, «ἐπε­τί­­μων αὐτῷ ἵνα σιωπή­σῃ»· μὲ τόνο αὐστηρὸ τοῦ ἔλεγαν νὰ σωπάσει, διότι νόμιζαν ὅτι μὲ τὶς φωνές του θὰ ἐνοχλοῦνταν ὁ Κύριος. 
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μάλιστα δὲν ἦταν ἐ­­­χθροὶ τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ ἀκόλουθοί Του, ἀπὸ λανθα­σμένη ἐκτίμηση τῶν πραγμάτων στέκονταν ­ἐμπόδιο στὸ νὰ γνωρίσει μιὰ ψυχὴ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ἄλλη παρόμοια περίπτωση οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ εἶχαν ἐμποδίσει αὐτοὺς ποὺ ἔφερναν τὰ παιδιὰ στὸ Χριστὸ γιὰ νὰ τὰ εὐλογήσει, ἐπειδὴ νόμιζαν ὅτι δὲν ἦταν σωστὸ νὰ ἀπα­σχο­λοῦν τὸν Κύριο μὲ μικρὰ παιδιά. Ὅμως ὁ Κύριος τοὺς ὑπέδειξε νὰ μὴν τὰ ἐμποδίσουν: «Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με» (Ματθ. ιθ΄ 14).
Ἂς εἴμαστε κι ἐμεῖς προσεκτικοί, διότι μερικὲς φορὲς κάποιοι ἄνθρωποι εἴτε ἀπὸ ἄγνοια εἴτε ἀπὸ προκατάληψη δὲν δίνουν σωστὲς συμβουλές. Λένε: «Τί κάνεις στὴν ἐκκλησία τόσην ὥρα; Καλόγερος θὰ γίνεις;... Πῶς θὰ προχωρήσεις στὴ ζωή; Μὲ τὸ σταυρὸ στὸ χέρι;... Κάνε καὶ μερικὲς ὑποχωρήσεις»... Ἀλίμονο ἂν στεκόμαστε ἐμπόδιο στοὺς ἀνθρώπους ποὺ θέλουν νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστό. Εἰδικότερα οἱ γονεῖς, οἱ ­δάσκαλοι κι οἱ παιδαγωγοὶ ἂς φροντίζουμε νὰ δι­ευκολύνουμε τὸν δρόμο τῶν νέων ἀν­θρώπων ποὺ ἀναζητοῦν στήριγμα καὶ ἐλπίδα κοντὰ στὸ Χριστό.
2. Προσευχὴ μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ
Ὡστόσο ὁ φτωχὸς καὶ περιφρονη­μέ­νος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τυφλὸς δὲν ἀπογοητεύτηκε. Παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ πλήθους ἐκεῖνος ἐπέμενε νὰ ζητᾶ βοήθεια ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ μάλιστα μὲ πολὺ μεγαλύτερη δύναμη: «Πολλῷ μᾶλ­­λον ἔκ­ρα­ζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με».
Προσευχόμαστε κι ἐμεῖς στὸν ­Κύριο καὶ παρακαλοῦμε νὰ μᾶς βοηθήσει στὶς διάφορες δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζουμε. Ὅμως δὲν βλέπουμε πάν­τοτε ἄμεσο ἀποτέλεσμα. Ἴσως παρουσιάζονται ἐμπόδια ποὺ δὲν εἴχαμε ὑπολογίσει. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε. Ἡ προσευχὴ θέλει ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή. Ἐφόσον γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸ θέλημά Του, ἂς συνεχίσουμε νὰ προσευχόμαστε μὲ θερμὴ καὶ ἀκατάβλητη πίστη. Μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι τὸ αἴτημά μας κάποτε θὰ ἐκπληρωθεῖ, ἔστω καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἐπιμονῆς στὴν προσευχὴ εἶναι αὐτὸ τῆς ἁγίας Μόνικας, ἡ ὁποία εἶχε πικραθεῖ πολὺ ἀπὸ τὸ παραστράτημα τοῦ υἱοῦ της Αὐγουστίνου. Ἐκεῖνος νέος στὴν ἡλικία εἶχε παρασυρθεῖ στὴν ἀθεΐα καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ πιστὴ μητέρα πονοῦ­σε γιὰ τὸ τραγικό του ὀλίσθημα, ­ἀλ­­λὰ δὲν ἔ­­­παψε νὰ ἐλπίζει. Δεκαεπτὰ ὁ­­­­­λό­κληρα χρόνια ἔκανε προσευχὴ μὲ πίστη καὶ ἁγία ἐπιμονὴ καὶ τελικὰ τὸ θαῦ­μα ἔγινε. Ὁ ἐπαναστάτης νέος μετανό­ησε εἰλικρινά, βαπτίστηκε χριστιανός, ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τελικὰ ἀναδείχθηκε ἅγιος, ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος ἐπίσκοπος Ἰππῶνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς ποὺ γίνεται μὲ ἀνυποχώρητη ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή.
3. Ἡ πίστη ποὺ σώζει
Καὶ ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἀνταμείφθηκε γιὰ τὴν ἐπιμονή του. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς διέκοψε τὴν πορεία Του, εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά Του καὶ τὸν θεράπευσε λέγοντας: ­«Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ἀπόκτησε τὸ φῶς σου! Ἡ πίστη ποὺ ἔχεις ὅτι εἶμαι ὁ ἀπόγονος τοῦ Δαβὶδ καὶ ὅτι ἔχω τὴ δύναμη νὰ σοῦ δώσω τὴν ὑγεία τῶν ματιῶν σου, σὲ ἔσωσε ἀπὸ τὴν ἀθεράπευτη τύφλωσή σου. 
«Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε!». Τέτοια θερ­­­μὴ καὶ ζωντανὴ πίστη ­ἔχουμε κι ­ἐ­­­μεῖς ἀνάγκη νὰ ­ἀποκτήσουμε. Πίστη στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς ­Μεσσία καὶ Λυ­­τρωτή. Πίστη ποὺ ­χαρακτηρίζεται ἀ­­­πὸ ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη στὴν παντο­­­­δυ­ναμία τοῦ Θεοῦ. Πίστη ἡ ὁ­­ποία δὲν εἶναι θεωρητική, ἀλλὰ δοκιμάζεται πά­­­­­νω στὰ πράγματα, καὶ μάλιστα μὲ σκλη­ρὲς δοκιμασίες καὶ τεράστια ­ἐμπόδια ποὺ ὀρθώνονται μπροστά μας. Ἂν θεμελιώσουμε τὴ ζωή μας στὴ ­θερμή, ζωντανὴ καὶ ἔμπρακτη πίστη, τότε πρα­­­­γματικὰ μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴ σωτηρία μας σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».

Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά - Το ιδανικό της τελειότητας

αναρτήθηκε στις 25 Νοε 2017, 9:10 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 25 Νοε 2017, 9:10 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : ΚΕ’ Κυριακής:Έφ. δ ' 1-7
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ιη΄ 18-27

«Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κερδίσω τὴν αἰώνια ζωή;», ρώτησε τὸν Κύριο πλούσιος νεανίσκος στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Κύριος τοῦ ὑπέδειξε τὶς ἐντολὲς τοῦ Νόμου.

Ὅταν ἐκεῖνος ἀπάντησε μὲ εἰλικρίνεια ὅτι ὅλες αὐτὲς τὶς ἔχει ἐφαρμόσει ἀπὸ τὴν πρώτη του νεότητα, θεῖος Διδάσκαλος πρόσθεσε: «Ἔτι ἕν σοι λείπει»· σοῦ λείπει ἀκόμη ἕνα: Πούλησε ὅλη τὴν περιουσία σου, μοίρασέ την στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀκολούθησέ με ὡς μαθητής μου. νέος ἔφυγε λυπημένος, γιατὶ εἶχε πολλὰ πλούτη καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὰ ἀποχωρισθεῖ. Ὁ Κύριος τότε εἶπε: «Πόσο δύσκολα οἱ πλούσιοι θὰ μποῦν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!». Ὁ εὐσεβὴς αὐτὸς νέος τὰ εἶχε κάνει ὅλα, ἀλλὰ δὲν θέλησε νὰ κάνει ἕνα· καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ ἑνὸς ἔχασε τὴ σωτηρία του! Ἄρα γιὰ νὰ σωθοῦμε, πρέπει νὰ γίνουμε τέλειοι, νὰ μὴν ὑστεροῦμε σὲ τίποτε! 
Αὐτὸ ἀκριβῶς ἂς δοῦμε σήμερα: Γιατί ὁ Κύριος ζητᾶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τὴν τελειότητα καὶ πῶς θὰ τὴν κατορθώσουμε.
1. Μίμηση Θεοῦ, ἀληθινὴ ἀφιέρωση στὸν Κύριο
Πρέπει πρῶτα νὰ διευκρινίσουμε ὅτι ὁ πλούσιος νεανίσκος δέχθηκε εἰδικὴ κλήση, κλήση στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα· νὰ γίνει τελείως ἀκτήμων καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Κύριο. Τέτοια κλήση γίνεται σὲ πολὺ λίγους, δὲν τὴν ἀντέχουν ὅλοι. Ὅλοι οἱ πιστοὶ ὅμως καλούμαστε νὰ γίνουμε τέλειοι.
Στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία Του ὁ Κύριος ἀφοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀγαποῦμε ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς μας, εἶπε: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν... τέλειός ἐστι» (Ματθ. ε´ 44-48). Ἐσεῖς οἱ πιστοί μου ὀφείλετε νὰ γίνετε τέλειοι, ὅπως καὶ ὁ ἐπουράνιος Πατέρας σας εἶναι τέλειος. Ἑπομένως ἡ τελειότητα εἶναι ἐντολή. Γιατί; Διότι ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι μίμηση τοῦ τέλειου Θεοῦ, ὅσο εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο. 
Ἐκτὸς αὐτοῦ ἀπὸ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ καταλαβαίνουμε ὅτι εἶναι πολὺ λογικὸ ὁ Κύριος νὰ μᾶς ζητᾶ τὴν τελειότητα. Εἴδαμε δηλαδὴ ὅτι ὁ πλούσιος νεανίσκος τὰ ἐφάρμοζε ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα – ἢ τουλάχιστον ἔτσι νόμιζε! Αὐτὸ τὸ ἕνα ὅμως στάθηκε ἀρκετὸ νὰ τὸν χωρίσει ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἔφυγε λυπημένος. Προτίμησε τὰ πλούτη του ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἄρα θεός του ἦταν τὰ πλούτη του, ὄχι ὁ Χριστός. Ἂν δὲν δώσουμε στὸ Χριστὸ τὰ πάντα, δὲν ἐφαρμόσαμε ἀκόμη τὴν ἐντολὴ τῆς τελειότητος. Ἂν δὲν ἀγαπήσουμε τὸν Κύριο μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας, κινδυνεύουμε νὰ μείνουμε ἐκτὸς τῆς Βασιλείας Του.
2. Συνεχὴς πορεία πρὸς τὴν τελειότητα
Ἀλλὰ ἄν, γιὰ νὰ σωθεῖ κανείς, πρέπει νὰ εἶναι τέλειος, τότε ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ; Πόσο ἀδύναμοι ἀποδεικνυόμαστε κάποτε, προκειμένου νὰ κάνουμε καὶ μικρὲς θυσίες γιὰ τὸν Χριστό! Πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ τὴν τελειότητα!… Ποιὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση σὲ αὐτὴ τὴν ἀπορία;
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἡ δυσπρόσ­ιτη αὐτὴ κορυφὴ τῆς ἁγιότητος, γράφει τὰ ἑξῆς: Ἀδελφοί, ἐγὼ δὲν θεωρῶ ὅτι ἔχω φθάσει στὴν τελειότητα· ἀλλὰ ἕνα προσ­παθῶ: Λησμονῶ τὰ ὅσα πέτυχα στὸ παρελθὸν καὶ ἐπεκτείνομαι καὶ σπεύδω νὰ ἐφαρμόσω αὐτὰ ποὺ εἶναι μπροστά μου καὶ δὲν τὰ ἔχω ἀκόμη ἐκτελέσει. «Ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν» (Φιλιπ. γ´ 13-15). Ὅσοι λοι­πὸν προσπαθοῦμε νὰ γίνουμε τέλειοι, αὐτὸ τὸ φρόνημα νὰ ἔχουμε. 
Συνεπῶς ἡ τελειότητα δὲν εἶναι στάσιμη κατάσταση, ἀλλὰ συνεχὴς πορεία προσεγγίσεως τοῦ ἀπειροτέλειου Θεοῦ· εἶναι τὸ φρόνημα τῆς συνεχοῦς πνευματικῆς ἀναβάσεως. «Ἀναβαίνετε, ἀναβαίνετε, ἀδελφοί, ἀναβάσεις προθύμως», μᾶς φωνάζει ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης(). Ἀνεβαίνετε, ἀδελφοί, ἀνεβαίνετε μὲ προθυμία τὰ σκαλοπάτια τῆς ἀρετῆς.
Καὶ ἐμεῖς οἱ ἀδύναμοι καὶ μέτριοι εἴμαστε δυνάμει τέλειοι, ὅταν δὲν ἐπαναπαυόμαστε στὴ μέχρι τώρα πνευματική μας πρόοδο, ἀλλὰ συνεχίζουμε νὰ ἀγωνιζόμαστε, ὥστε νὰ εὐαρεστήσουμε τελείως στὸ Θεό! Τὸ νὰ ἀγωνιζόμαστε ὅσο μποροῦμε καὶ παράλληλα νὰ ἐκζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ σὲ ὅ,τι ὑστεροῦμε, αὐτὸ μᾶς συντάσσει μὲ τοὺς τελείους.
Ἀντίθετα εἶναι πολὺ βαρύ, ὅσο πνευματικὰ προοδευμένος κι ἂν εἶναι κανείς, τὸ νὰ πεῖ καὶ γιὰ τὴν πιὸ μικρὴ ἐντολή: «Ὄχι, αὐτὸ δὲν τὸ κάνω». «Δὲν τὸν συγχωρῶ». Ἢ «δὲν θέλω νὰ κόψω αὐτὸ τὸ πάθος». Τέτοιο φρόνημα ἀποκλείει ἀπὸ τὸν Παράδεισο.
***
Τὸ λάθος τοῦ πλουσίου νεανίσκου δὲν ἦταν τόσο ὅτι δὲν νίκησε τὴ φιλαργυρία του, ὅσο τὸ ὅτι δὲν ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου. Δὲν εἶπε: «Δυσκολεύομαι νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς, θέλω ὅμως νὰ τὸ κάνω. Βοήθησέ με, Κύριε, Σὲ παρακαλῶ». Ἂς μὴ μᾶς φοβίζει λοιπὸν ἡ κλήση μας γιὰ τὴν τελειότητα, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ μᾶς ἐνθουσιάζει. Εἶναι τὸ ἰδανικό μας, εἶναι ἡ ὑπέροχη προοπτικὴ τοῦ ἀγώνα μας! Ἂς ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις καὶ μὲ ἀκράδαντη πίστη στὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ὅ,τι μᾶς φαίνεται ἀδύνατο, θὰ τὸ κάνει δυνατὸ μὲ τὴν παντοδύναμη Χάρι Του.
() Ἰω. Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Προτροπὴ ἐπίτομος...

Κυριακή Θ΄ Λουκά - Να θησαυρίζεις στο Θεό και όχι στο εγώ

αναρτήθηκε στις 18 Νοε 2017, 10:45 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 18 Νοε 2017, 10:45 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: ΚΔ΄ἐπιστολῶν (Ἐφεσ. β΄ 14-22)
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ :Λουκ. ιβ΄ 16-21

Μὲ τὰ παραπάνω λόγια κατακλείει ὁ Κύριος τὴν Παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ποὺ ἀκούσαμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ»· δηλαδή: 

Ἔτσι θὰ εἶναι, τέτοιο πάθημα, τέτοιο τέλος θὰ ἔχει· ποιός; «ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ»· αὐτὸς ποὺ θησαυρίζει ὑλικὰ ἀγαθὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνει ἐγωιστικὰ μόνο ἐκεῖνος· «καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν»· καὶ δὲν πλουτίζει σὲ πνευματικοὺς θησαυρούς, στοὺς ὁποίους μόνο ἀρέσκεται ὁ Θεός. 
Ἂς δοῦμε λοιπὸν ποιὸ εἶναι τὸ πάθημα ἐκείνου ποὺ θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ποιὰ εἶναι ἡ εὐτυχία ἐκείνου ποὺ πλουτίζει ὅπως θέλει ὁ Θεός.
1. Ἀγωνιώδης μέριμνα, αἰώνια ἀπώλεια
Ὁ πλεονέκτης πρῶτα-πρῶτα ἔχει πιστέψει σ᾿ ἕνα ψέμα: ὅτι ἡ εὐτυχία βρίσκεται στὴν ἀπόλαυση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄφρων πλούσιος λέει: «Ψυχή… φάγε, πίε, εὐφραίνου». Μὰ μήπως τρώει φαγητὰ ἡ ψυχή; Ἡ ψυχὴ εἶναι ἄϋλη, πνευματική, δὲν ἱκανοποιεῖται μὲ τὶς ἐγκόσμιες ἀπολαύσεις. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ πρῶτο πάθημα τοῦ πλεονέκτη, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ αἰτία καὶ ὅλων τῶν ἄλλων παθημάτων του.
Ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πλάνης του ὁ πλεονέκτης μέρα καὶ νύχτα σκέπτεται, σχεδιάζει καὶ ἐργάζεται, προκειμένου ν᾿ ἀποκτήσει ὅλο καὶ περισσότερα ἀγαθά. Ὅταν δὲν ἀποδίδουν τὰ χωράφια του ἢ ἡ ἐπιχείρησή του, μαραζώνει ἀπὸ τὴ λύπη του. Ὅταν ἔχει κέρδος, πανηγυρίζει καὶ χαίρεται, γιὰ νὰ διαδεχθοῦν πολὺ σύντομα τὴ χαρά του νέες ἀγωνιώδεις σκέψεις καὶ προσπάθειες γιὰ τὸ πῶς θὰ πολλαπλασιάσει τὰ κέρδη του. «Τί ποιήσω…;», ἀναρωτιέται ὁ ἄφρων πλούσιος, σὰν νὰ ἦταν ὁ πιὸ φτωχός…
Ἀλλὰ τὸ πιὸ φοβερὸ χτύπημα τὸ ἐπι­φέρει στὸν πλεονέκτη ὁ θάνατος. «Ἄ­φρον», τοῦ λέει ὁ Θεός, «ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;». Ἀνόητε, αὐτὴ τὴ νύχτα οἱ δαίμονες, στοὺς ὁποίους εἶχες ὑποταγεῖ μὲ τὴν ἀπληστία σου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικὰ τὴν ψυχή σου· κι ὅλα αὐτὰ ποὺ μάζεψες, σὲ ποιὸν θὰ μείνουν; Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν μπορεῖς νὰ πάρεις μαζί σου.
Δηλαδὴ τὸ πάθημα τοῦ πλεονέκτη εἶναι ὅτι χάνει καὶ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄλλη. Καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ ταλαιπωρεῖται καὶ βασανίζεται κυνηγώντας τὰ πλούτη, τὰ ὁποῖα τελικὰ δὲν μπορεῖ νὰ πάρει μαζί του, καὶ τὴν αἰωνιότητα χάνει, διότι λόγῳ τῆς ὑλιστικῆς του ζωῆς δὲν φρόν­τισε καθόλου τὴν ψυχή του. Πραγματικὰ τραγικὸ πάθημα!
2. Χαρὰ καὶ εἰρήνη, αἰώνια σωτηρία
Ὁ «εἰς Θεὸν πλουτῶν», ἀντίθετα, ἔχει τελείως διαφορετικὸ προσανατολισμὸ στὴ ζωή του: Ἐπιθυμεῖ νὰ σωθεῖ, νὰ δεῖ πρόσωπο Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἀγωνίζεται νὰ εὐαρεστεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἔχει μέρος στὴ Βασιλεία Του. Πῶς τὸ ἐπιτυγχάνει αὐτό; Μὲ τὸ νὰ ἐφαρμόζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ προοδεύει στὴν ἀρετή. «Κατὰ Θεὸν πλοῦτος ἡ κτῆσις τῶν ἀρετῶν», ἐξηγεῖ ὁ ἱερὸς ἑρμηνευτὴς Ζιγαβηνός(). Θεάρεστος πλοῦτος εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.
Κάθε ἀγαθὴ πράξη, λόγος ἢ σκέψη ποὺ κάνουμε στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ποὺ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι καὶ μία ἀποταμίευση στὴν τράπεζα τοῦ οὐρανοῦ, στὴν πιὸ ἀσφαλὴ τράπεζα τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν προσβάλλεται ἀπὸ καμία οἰκονομικὴ κρίση, διάρρηξη ἢ ἄλλη φθορὰ καὶ ἀπώλεια. Οἱ νηστεῖες, οἱ προσ­ευχές, οἱ ἐλεημοσύνες, ὁποιοδήποτε ἀγαθὸ ἔργο μᾶς πλουτίζουν πνευματικά.
Βέβαια οἱ ἀρετὲς ἀποκτῶνται μὲ ἐπίμονη ἄσκηση, καὶ ἡ πνευματικὴ ζωή, ἰδιαίτερα στὸ ξεκίνημά της, εἶναι κοπιαστικὴ καὶ δύσκολη. Ὅσο ὅμως ὁ πιστὸς προδεύει στὴν ἀρετή, τόσο αὐξάνει ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη του.
Τέλος, «ὁ εἰς Θεὸν πλουτῶν» ἀντιμετωπίζει τὸν θάνατο μὲ πολλὴ ἐλπίδα, ἂν ὄχι καὶ μὲ πόθο, διότι ὁ κατὰ Θεὸν πλουτισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ προετοιμασία γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Σ᾿ ἐκεῖνο τὸν πιστὸ ἐκπληρώνεται ὁ ἁγιογραφικὸς λόγος: Εἶναι μακάριοι ἀπὸ τώρα οἱ νεκροὶ ποὺ πεθαίνουν ἑνωμένοι μὲ τὸν Κύριο. Ναί, εἶναι μακάριοι, λέει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Διότι πεθαίνουν γιὰ ν᾿ ἀναπαυθοῦν ἀπὸ τοὺς κόπους τους· «τὰ δὲ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ᾿ αὐτῶν» (Ἀποκ. ιδ´ [14] 13). Θὰ ἀναπαυθοῦν, διότι τὰ ἅγια ἔργα τους τοὺς ἀκολουθοῦν στὴν ἄλλη ζωή.
***
Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔβαλε μέσα μας τὸν πόθο τοῦ θησαυρισμοῦ, ὄχι ὅμως γιὰ τὰ μάταια ἀλλὰ γιὰ τὰ ἄφθαρτα ἀγαθά. Ἂς ζήσουμε τὴ χαρὰ νὰ θησαυρίζουμε γιὰ τὸν Θεό. Τότε θὰ ἀξιωθοῦμε τῆς πιὸ μεγάλης κληρονομιᾶς, τῆς οὐρανίου Βασιλείας Του, ὅπου θὰ μᾶς κατακλύζουν οἱ ἀστείρευτοι ποταμοὶ τῆς ἀπειρόπλουτης χρηστότητός Του, οἱ ἀνεξιχνίαστοι θησαυροὶ τῶν θείων ἀποκαλύψεων καὶ δωρεῶν Του στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες.
() Βλ. Π. Τρεμπέλα, Ὑπόμν. Λουκᾶ, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἰούνιος 19722, σελ. 380 (ιβ΄ 21 [4]).

Κυριακή Η΄ Λουκά- Θεάρεστη ελεημοσύνη

αναρτήθηκε στις 11 Νοε 2017, 7:35 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 11 Νοε 2017, 7:59 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΔ΄ Κυριακής Εφεσ. β΄ 14-22
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ :Λουκ. ι΄ 25-37

 «Ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη»
Ἕνας «νομικός», δηλαδὴ μελετητὴς ποὺ γνώριζε πολὺ καλὰ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, σηκώθηκε γιὰ νὰ ρωτήσει κάτι τὸν Κύριο μὲ σκοπὸ νὰ Τὸν φέρει σὲ δύσκολη θέση. Τελικὰ ὅμως ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ στὸν Κύριο νὰ μᾶς χαρίσει μία ἀκόμη θαυμάσια Παραβολή, τὴν Παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου. 

Ὁ Σαμαρείτης αὐτὸς εἶδε κάποτε ἕναν ταξιδιώτη ποὺ εἶχε πέσει θύμα ληστῶν καὶ τὸν ἐλέησε, σὲ ἀντίθεση μὲ ἕναν ἱερέα (τῆς ἰουδαϊκῆς λατρείας) καὶ ἕνα Λευΐτη (ἄνθρωπο τῆς φυλῆς Λευΐ, ποὺ διακονοῦσε στὸ Ναό), οἱ ὁποῖοι τὸν εἶχαν προσπεράσει ἀδιάφοροι. Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἂς δοῦμε ποιὰ εἶναι τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῆς θεάρεστης ἐλεημοσύνης.
1. Ἡ πραγματικὴ συμπάθεια
Ὁ Σαμαρείτης ταξιδεύοντας ἦλθε στὸ μέρος ὅπου ἦταν πεσμένος ὁ τραυματισμένος· «καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη»· τὸν εἶδε καὶ τὸν λυπήθηκε, τὸν πόνεσε. Αὐτὴ ἡ φράση τοῦ ἱεροῦ κειμένου μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ βασικὸ στοιχεῖο τῆς θεάρεστης ἐλεημοσύνης: τὴν εἰλικρινὴ συμπάθεια στὸν πόνο καὶ τὴ δοκιμασία τοῦ συνανθρώπου μας.
Ὁ Σαμαρείτης καταγόταν ἀπὸ ἔθνος μισητὸ στοὺς Ἰουδαίους. Οἱ Ἰουδαῖοι τοὺς θεωροῦσαν αἱρετικούς, διότι δὲν εἶχαν φυλάξει καθαρὴ καὶ ἀναλλοίωτη τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ Σαμαρείτης λοιπὸν ἐκεῖνος ἦταν λιγότερο φωτισμένος ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ τὸν Λευΐ­τη ποὺ δὲν βοήθησαν τὸν πληγωμένο συμπατριώτη τους. Ἤξερε λιγότερη θεολογία ἀπὸ αὐτοὺς καὶ πολὺ λιγότερη ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς. Δὲν εἶχε διαβάσει πνευματικὰ βιβλία, δὲν εἶχε γνωρίσει ἅγιους Γέροντες, καὶ φυσικὰ δὲν μετεῖχε σὲ ἱερὰ Μυστήρια. Ἦταν ὅμως ἄνθρωπος. Εἶχε καρδιά. Καρδιὰ ποὺ συμπονοῦσε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος τὸν παρουσιάζει ὡς ὑπόδειγμα – «πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», λέει στὸ νομικό. Τὸν παρουσιάζει ὡς τὸν τηρητὴ τῆς «δευτέρας μεγάλης» ἐντολῆς τοῦ Νόμου, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον (βλ. Ματθ. κβ´ 36-40).
Ἀπὸ τὰ παραπάνω καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη δὲν εἶναι καθῆκον, δὲν εἶναι ὑποχρέωση. Εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τοῦ πνευματικὰ ὑγιοῦς ἀνθρώπου· τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἔχει σκληρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀπὸ τὴ φιλαυτία καὶ τὸν ἐγωι­σμό· ποὺ ἡ καρδιά του ἔχει, ὅπως λέμε, ἀνθρώπινα αἰσθήματα: δηλαδὴ ἀγάπη καὶ συμπόνια.
2. Ἡ αὐταπάρνηση καὶ αὐτοθυσία
Δὲν φθάνει ὅμως μόνο ἡ συμπάθεια, ἡ ἐσωτερικὴ συμμετοχὴ στὸν πόνο τοῦ πλησίον. Ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἔμπρακτη ἐκδήλωση αὐτῆς τῆς συμπάθειας. Ὅποιος συμπονᾶ εἰλικρινά, βρίσκει καὶ τρόπο νὰ βοηθήσει, νὰ συμπαρασταθεῖ μὲ αὐταπάρνηση καὶ αὐτοθυσία. Τὸ ἂν καὶ πόσο ἀγαπᾶμε κάποιον, φαίνεται ἀπὸ τὸ ἂν καὶ πόσο εἴμαστε διατεθειμένοι νὰ θυσιαστοῦμε γι᾿ αὐτόν. Τὸ μέτρο τῆς ἀγάπης τὸ δίνει ὁ βαθμὸς τῆς αὐταπαρνήσεως ποὺ δείχνουμε γιὰ χάρη τοῦ προσώπου ποὺ ἀγαπᾶμε. Καὶ σ᾿ αὐτὸ ὁ Σαμαρείτης τῆς Παραβολῆς ἀποδείχθηκε σπουδαῖος.
Δὲν λογάριασε τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεχε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐρημιὰ ἀπὸ ἐνδεχόμενη ἐπίθεση τῶν ληστῶν, ἀλλὰ σταμάτησε καὶ περιποιήθηκε τὶς πληγὲς τοῦ χτυπημένου. Κατόπιν μὲ πολὺ κόπο, τὸν ἀνέβασε στὸ ὑποζύγιό του καὶ ὑποβαστάζοντάς τον τὸν μετέφερε σὲ πανδοχεῖο, ὅπου «ἐπεμελήθη αὐτοῦ». Τὸν φρόντισε, τὸν περιποιήθηκε σὰν ἀδελφός, σὰν δικός του ἄνθρωπος. Ὁπωσδήποτε τὸ βράδυ θὰ ξενύχτησε στὸ προσκέφαλό του. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἔδωσε χρήματα στὸν πανδοχέα γιὰ τὴν περαιτέρω διαμονὴ καὶ νοσηλεία του καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ ξαναπερνοῦσε γιὰ νὰ ξεπληρώσει τὰ τυχὸν ἐπιπλέον ἔξοδα. Δηλαδὴ ἡ δυστυχία τοῦ χτυπημένου ἔγινε δική του ὐπόθεση ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ μὲ κόστος ποικίλο καὶ ὄχι ἀσήμαντο. Τέλεια ἀγάπη, ἀληθινὴ ἐλεημοσύνη!
***
Ὁ Κύριος δὲν ἐπετίμησε τελικὰ τὸν νομικὸ γιὰ τὴν πονηρή του διάθεση, ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, τὸν προέτρεψε νὰ μιμηθεῖ τὸν Καλὸ Σαμαρείτη. Αὐτὸ προτρέπει καὶ ὅλους μας: Νὰ δείχνουμε ἔλεος στοὺς συνανθρώπους μας ποὺ βρί­­σκον­ται σὲ δυσκολία. Νὰ ἔχουμε ἀν­θρώ­πινη, εὐσπλαχνικὴ καρδιά. Καὶ νὰ ἐκδηλώνουμε ἔμπρακτα τὴ συμπάθειά μας, νὰ ἔχουμε ἀληθινὴ ἀγάπη, μὲ αὐ­ταπάρνηση καὶ αὐτοθυσία· κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ πανελεήμονος Θεοῦ, ὁ Ὁ­ποῖος ἀπὸ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία Του ἐνανθρώπησε καὶ σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ δὲν παύει ὅλους νὰ εὐ­εργετεῖ, τὴ Βασιλεία Του ὅμως τὴν χαρίζει στὰ ἀληθινὰ παιδιά Του, στοὺς εὐ­σπλαχνικοὺς καὶ ἐλεήμονες.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ – 5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017

αναρτήθηκε στις 4 Νοε 2017, 8:11 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 4 Νοε 2017, 8:16 π.μ. ]

 

(Λκ. ιστ΄ 19-31)

Πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀδελφοί μου, δὲν πιστεύουν στὴ μετὰ θάνατο ζωή. Λένε «Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος ἐδῶ καὶ ἡ Κόλαση», ἀκόμη «Ποιὸς γύρισε μετὰ τὸ θάνατό του στὴ ζωὴ νὰ μᾶς βεβαιώσει τί γίνεται, ὅταν πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι;» Καὶ ἀφοῦ δέχονται ὅτι ἡ τελευταία τους κατοικία εἶναι ὁ τάφος τους, λένε «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριο γὰρ ἀποθνήσκομεν».


Ὅμως, ὁ Χριστὸς πολλὲς φορὲς στὸ Εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γι’ αὐτὲς τὶς μεγάλες ἀλήθειες. Ἰδιαίτερα βέβαια μὲ τὴ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκούσαμε, μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ σαφήνεια ὅτι ὑπάρχει ζωὴ μετὰ τὸ θάνατο, ὅτι ὑπάρχει καὶ Κόλαση καὶ Παράδεισος. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁ Παράδεισος, δηλαδὴ ἡ αἰώνια ζωὴ μέσα στὴν παρουσία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὅπου οἱ δίκαιοι θὰ βλέπουν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ γεμάτο δόξα καὶ λαμπρότητα. Οἱ ἴδιοι θὰ λάμπουν «ὡς ὁ ἥλιος», συντροφιὰ μὲ τοὺς ἀγγέλους, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς προφῆτες, τοὺς μάρτυρες, τοὺς Ἁγίους, τὴν Παναγία μας μέσα σὲ μία ἀτέλειωτη εὐτυχία, χαρὰ καὶ μακαριότητα. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Κόλαση, ἕνας τρόπος ζωῆς μὲ ψυχικὴ ὀδύνη, ἕνα αἰώνιο μαρτύριο. Ὅποιος βρεθεῖ ἐκεῖ ζεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς φωτιὰ ποὺ κατακαίει καὶ δὲ σβήνει ποτέ. Ζεῖ καὶ βασανίζεται ἀπὸ τὴν ἔνοχη συνείδησή του.

Πῶς ὅμως καθορίζεται ἡ κατάσταση στὴν ὁποία θὰ βρεθοῦμε μετὰ τὸ θάνατο; Καθορίζεται ἀπόλυτα καὶ μόνο ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἂν ζοῦμε μία ζωὴ ἀτομικιστικὴ καὶ ὑλιστική, ἂν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ δὲ μετανοοῦμε, τότε θὰ ἔχουμε τὴν ἴδια τύχη μὲ τὸν πλούσιό της παραβολῆς. Πῶς ἔζησε ἐδῶ στὴ γῆ ὁ πλούσιος; Εἶχε ἀφθονία ὑλικῶν ἀγαθῶν, ντυνόταν μὲ βασιλικὰ ἐνδύματα, τρωγόπινε καὶ καλοπερνοῦσε κάθε μέρα μέσα σὲ μεγάλη πολυτέλεια καὶ σπατάλη. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ μία εὐκαιρία ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του, τὸ φτωχὸ Λάζαρο. Ἦταν πράγματι μία εὐκαιρία νὰ κάνει τὸ καλό, νὰ εὐσπλαχνιστεῖ τὸ Λάζαρο, νὰ τοῦ δώσει νὰ φάει, νὰ τοῦ φερθεῖ μὲ ἀγάπη καὶ καλοσύνη. Παρόλο ποὺ δὲν τοῦ ἔκανε κακὸ καὶ δὲν τὸν καταδίωκε, τὸν ἀγνοοῦσε καὶ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὴν κατάστασή του. Ὁ πλούσιος ζοῦσε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ ἡ ἔλλειψη συμπάθειας καὶ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸν ἄλλον, γιὰ τὸν πλησίον μας, εἶναι ποὺ ἀνοίγει τὸ χάσμα μεταξύ του ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ χάσμα μᾶς συνοδεύει καὶ στὴ μετὰ θάνατον ζωή.

Ἂν ὅμως ἀγωνιζόμαστε νὰ ζήσουμε ὅπως θέλει ὁ Θεός, ἂν ζητοῦμε ταπεινὰ τὸ ἔλεός Του καὶ ὑπομένουμε μὲ πίστη τὰ δεινὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς, ὅπως ὁ Λάζαρος, τότε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ εὐτυχία. Πῶς ἔζησε ὁ Λάζαρος τὴν ἐπίγεια ζωή του; Ὄχι μόνο δὲν ἀπόλαυσε, ἀλλὰ στερήθηκε τὰ πάντα, περίμενε τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου γιὰ νὰ χορτάσει τὴν πείνα του. Μόνο τὰ σκυλιὰ εἶχε κοντά του ποὺ ἔγλειφαν τὶς πληγές του. Ὑπέφερε ἀλλὰ δὲ φαινόταν νὰ γογγύζει, δὲν τὰ ἔβαζε μὲ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν κατάστασή του, οὔτε κατηγοροῦσε τὸν πλούσιο. Ὑπέφερε καὶ ὑπέμεινε χωρὶς νὰ παραπονιέται, στερήθηκε ἀλλὰ ζοῦσε μὲ τὴν ἐλπίδα στὸ Θεό.

Τελείωσε καὶ γιὰ τοὺς δύο ἡ ζωή, συνεχίζει ὁ Κύριος στὴν παραβολή Του. Ἦλθε ὁ θάνατος καὶ τὰ πάντα ἄλλαξαν. Τελείωσαν οἱ ἀπολαύσεις καὶ τὰ ξεφαντώματα γιὰ τὸν πλούσιο, τελείωσαν καὶ οἱ ταλαιπωρίες γιὰ τὸ φτωχὸ Λάζαρο. Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ πῆραν τὴν ψυχὴ τοῦ Λαζάρου καὶ τὴν πῆγαν στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ἦταν ὁ πλουσιότερος, ὁ δικαιότερος, ἀλλὰ καὶ ὁ πιὸ φιλόξενος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κάποιοι ἄλλοι ἄγγελοι πῆραν καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ πλουσίου καὶ τὴν ὁδήγησαν σὲ ἄλλο τόπο, σκοτεινὸ καὶ μαῦρο. Ἔβλεπε ὅμως ἀπὸ ἐκεῖ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸ Λάζαρο, ποὺ πρῶτα δὲν τὸν ἔβλεπε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του. Ἐδῶ ὁ ἀδιάψευστος λόγος τοῦ Χριστοῦ μᾶς βεβαιώνει πὼς οἱ ψυχὲς μετὰ τὸ σωματικὸ θάνατο ζοῦν καὶ αἰσθάνονται τὴν κατάστασή τους. Ὁ πλούσιος ζώντας τὴν ἀπόλυτη ἀντίθεση καὶ σκεπτόμενος πὼς τότε εἶχε ἀφθονία ἀγαθῶν, πὼς τότε γλεντοῦσε ὅσο πιὸ καλὰ μποροῦσε, ἐνῶ τώρα τὰ ἔχει χάσει ὅλα στὸν τόπο τῆς βασάνου, ζητάει βοήθεια ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. «Πάτερ Ἀβραὰμ λυπήσου με, στεῖλε τὸ Λάζαρο νὰ βρέξει λίγο τὸ δάχτυλό του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίσει τὰ χείλη μου, γιατί καίγομαι ἐν τὴ φλογὶ ταύτη.» Ὁ Ἀβραὰμ τοῦ ὑπενθυμίζει τὴν ἐπίγεια ζωή του στὴν ὁποία ἀπόλαυσε τὰ πάντα καὶ τώρα ὑποφέρει, ἐνῶ ὁ Λάζαρος βασανίστηκε τότε καὶ τώρα παρηγορεῖται. Ὑπάρχει καὶ τὸ χάσμα μεταξὺ Κολάσεως καὶ Παραδείσου ποὺ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀλλαγὴ τῆς κατάστασης. Θυμᾶται τώρα ὁ πλούσιος τούς δικούς του καὶ ζητάει νὰ σταλεῖ ὁ Λάζαρος στὴ γῆ, νὰ πειστοῦν καὶ νὰ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς τὰ πέντε ἀδέρφια του. Ὅμως, ὅποιος δὲν πιστεύει στὸ κήρυγμα τοῦ Μωυσῆ καὶ τῶν προφητῶν καὶ σήμερα ὅποιος δὲν πιστεύει στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, αὐτὸς δὲ θὰ πιστέψει ἔστω κι ἂν κάποιος γυρίσει ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο.

Φαίνεται καθαρά, ἀγαπητοί μου ἀδερφοί, ἀπὸ τὴ σημερινὴ παραβολὴ ὅτι τὸ αἰώνιο μέλλον μας, ἡ Κόλαση ἢ ὁ Παράδεισος κρίνεται ἀπὸ τὴ σύντομη καὶ πρόσκαιρη ἐπίγεια ζωή μας. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ποῦ θὰ βρεθοῦμε. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ: « Ἄρα οὒν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας», δηλαδή, ὅσο ζοῦμε καὶ ἔχουμε καιρὸ ἂς κάνουμε τὸ καλὸ πρὸς ὅλους γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὴν κόλαση καὶ νὰ κερδίσουμε τὸν παράδεισο. Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

αναρτήθηκε στις 28 Οκτ 2017, 7:37 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 28 Οκτ 2017, 7:37 π.μ. ]




«Θεραπεία τῆς αἱμορροούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου.»

Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὅσο θὰ ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτό, συνεχῶς θὰ ὑποφέρουμε. Θὰ ὑποφέρουμε εἴτε ἀπὸ δικά μας προσωπικὰ προβλήματα, εἴτε ἀπὸ προβλήματα δικῶν  μᾶς ἀνθρώπων, συγγενῶν ἀλλὰ καὶ φίλων ποὺ ἀγαποῦμε.
Αὐτό, τὸ ὅτι θὰ ὑποφέρουμε ποικιλοτρόπως εἶναι τὸ μόνο βέβαιον. Ἄλλωστε καὶ οἱ πρόγονοί μας Ἕλληνες διὰ τοῦ Πλάτωνος ἐξέφρασαν αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀλήθεια: «τέρας ἐστὶ ὅστις διὰ βίου εὐτύχησεν».
Ἀλλοίμονο ὅμως στὸν ἄνθρωπο ποὺ πέφτει μέσα στὸ πέλαγος τῶν θλίψεων χωρὶς τὴν πίστη καὶ τὴν εὐλάβεια. Πόσο μᾶς τονίζει τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο ποὺ θὰ ἀναγνωστεῖ αὔριο στὶς Ἐκκλησίες!
Καὶ οἱ δύο περιπτώσεις ποὺ ἀναφέρονται στὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, εἶναι πολὺ χαρακτηριστικές. Τόσο ἡ πρώτη περίπτωση, ὁ τραγικὸς πατέρας, ὁ «ἄρχων τῆς Συναγωγῆς», ὁ Ἰάειρος, ὅσο καὶ ἡ δεύτερη, ἡ ἀνώνυμη γυναίκα, ἡ αἱμορροοῦσα, ἡ ὁποία ἀπὸ 12 ἔτη, παρὰ τὰ χρήματα ποὺ δαπάνησε στοὺς ἰατροὺς «οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι».
Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀκλόνητη πίστις καὶ τῶν δύο, τοῦ Ἰαείρου γιὰ τὴν θεραπεία τῆς θυγατέρας του, καὶ τῆς γυναικὸς γιὰ τὸν ἑαυτόν της, τοὺς κάνουν νὰ πλησιάζουν τὸν... Ἰησοῦ μὲ συγκινητικὴ πίστη καὶ καταπληκτικὴ εὐλάβεια. Καὶ τελικῶς, ὅπως ἄλλωστε ἦταν ἑπόμενο, λαμβάνουν καὶ οἱ δύο τους τὸ ποθούμενο. Ἡ μὲν ταλαίπωρη μέχρι τότε γυναίκα, ὄχι μόνο θεραπεύεται, ἀλλὰ καὶ ἐπαινεῖται μαζὶ μὲ τὸ θάρρος ποὺ λαμβάνει ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο «θάρσει θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκε σέ, πορεύου εἰς εἰρήνην». Ὁ δὲ ἀρχισυνάγωγος στὴ συνέχεια, μὲ τὴν σύζυγό του, λαμβάνουν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἴδιου του Ἰησοῦ, τὴν κόρη τοὺς ἀναστημένη «καὶ ἐξέστησαν».

Ἂν ἀδελφοί μου θελήσουμε νὰ ἐμβαθύνουμε τὸν στοχασμό μας σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ τόσα καταπληκτικὰ σημεῖα τοῦ Ἱεροῦ κειμένου, θὰ μπορούσαμε νὰ σταθοῦμε μετὰ ἀπὸ τὸ κεφάλαιο τῆς πίστεως, στὴν περισσὴ εὐλάβεια τὴν ὁποία ξεδιπλώνουν οἱ πονεμένες ὑπάρξεις ποὺ μᾶς παρουσιάζει ὁ Ἰατρὸς Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

           Πράγματι, ἡ εὐλάβεια εἶναι τὸ γνώρισμα τῆς ὥριμης πίστεως.

Εἶναι ἡ πνευματικὴ τροφοδοσία τῶν ἁγίων ψυχῶν καὶ ταυτοχρόνως τὸ ἀπαύγασμα
ὁλόκληρού του περιεχομένου τῆς πίστεως.
Δὲν μπορεῖ κανεὶς παρὰ νὰ συγκλονίζεται ὅταν βλέπει τὸν τραγικὸ πατέρα νὰ γονατίζει μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ , καὶ δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ ταπεινώνουμε τὴν ἄκαμπτη καὶ ψυχρὴ σκέψη μας, μαθαίνοντας ὅτι ἡ αἱμορροοῦσα οὔτε καν τολμοῦσε νὰ ζητήσει φανερὰ αὐτὸ ποὺ ἔτη ὁλόκληρα προσδοκοῦσε.
Ἂς τοποθετήσουμε τώρα τὴν ὕπαρξή μας μπροστὰ σ’ αὐτὰ τὰ γεγονότα.
Πόσες φορὲς κι ἐμεῖς πλησιάσαμε, ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ ἀγγίξουμε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ λάβουμε τὸν Ἴδιο τὸν Ἰησοῦ μέσα μας!
Πόσες φορὲς σὲ ἱερὰ προσκυνήματα φθάνουμε κατάκοποι γιὰ νὰ λάβουμε τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία, τόσο γιὰ ἐμᾶς, ὅσο καὶ γιὰ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαποῦμε καὶ μᾶς ἀγαποῦνε!
Συνειδητοποιοῦμε ὅμως, ἂν ὄχι στὸν βαθμὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε, ἔστω καὶ ἐλάχιστα κάποια πράγματα ἀπὸ τὴν μεγάλη αὐτὴ προσέγγιση καὶ ἐπικοινωνία; Μᾶς συγκλονίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀρκετὲς φορὲς στὴ ζωὴ μᾶς βρισκόμαστε κατὰ τρόπο, πνευματικὸ μέν, πραγματικὸ δέ, πρόσωπο πρὸς πρόσωπο μὲ τὸν Ἴδιο τὸν Ἰησοῦ;
Ἡ συναίσθησις αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς πραγματικότητας, μᾶς κάνει νὰ γονατίζουμε ὡς ἄλλος Ἰάειρος ἐνώπιόν Του ἢ μᾶς πληρώνει τὴν συνείδηση μὲ τὸν ἅγιο καὶ σωστικὸ φόβο, ὡς ἄλλη αἱμορροοῦσα; Ἂν ναί, τότε θὰ ἀκοῦμε τὸ «θάρσει, ἡ πίστις σου σέσωκε σέ». Τότε μόνο θὰ ἀρχίσουμε νὰ βιώνουμε τὴν συγκλονιστικὴ φράση ποὺ ἀκοῦμε, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμε, «μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε».
Μόνο ἂν ὑπάρχουν τέτοιες εὐλογημένες στιγμὲς στὴ χριστιανική μας πορεία, θὰ «πορευόμεθα ἐν εἰρήνη» «τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἠμῶν».
Εἴθε ἡ ὑγιὴς ρίζα τῆς πίστεως νὰ τροφοδοτεῖ  τὰ εὐωδιαστὰ ἄνθη τῆς εὐλαβείας.
Ἀμήν.

Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά- Χριστιανοί χωρίς κρατούμενα

αναρτήθηκε στις 21 Οκτ 2017, 1:49 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Οκτ 2017, 1:49 π.μ. ]

 

140081.p
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ:  Κ΄ ἐπιστολῶν (Γαλ. α΄ 11-19)
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λουκ. η΄ 26-39

Ἡ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν ἦταν τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἀνάστατη. Τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ Θεάνθρωπος φανερώνοντας τὴ θεϊκή Του δύναμη: Ἐλευθέρωσε ἕνα δαιμονισμένο ἀπὸ τὰ δαιμόνια ποὺ τὸν εἶχαν κυριεύσει, καὶ συγχρόνως ἔδωσε στὰ πνεύματα αὐτὰ τὴν ἄδεια νὰ εἰσέλθουν σ᾿ ἕνα μεγάλο κοπάδι χοίρων ποὺ ἔβοσκε ἐκεῖ κοντά. Οἱ χοῖροι ὑπὸ τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια ὅρμησαν στὸν γκρεμὸ καὶ πνίγηκαν στὴ λίμνη. 

Ὁ Κύριος ἐπέτρεψε αὐτὴ τὴν καταστροφή, διότι ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος ἀπαγόρευε στοὺς Ἰσραηλίτες νὰ τρῶνε χοιρινὸ κρέας – καὶ ἑπομένως ἡ ἐκτροφὴ χοίρων ἦταν παράνομη. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἡ ἀντίδραση τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς ἀπέναντι στὰ ὅσα συνέβησαν: Παρακάλεσαν ὅλοι τους μὲ μιὰ γνώμη τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὴ χώρα τους. Αἴτημα παρανοϊκό. Ἂς δοῦμε ὅμως τί σημαίνει αὐτὸ τὸ αἴτημα καὶ πῶς ἀφορᾶ στὸν καθένα μας.
1. Αἴτημα ποὺ δείχνει ἀμετανοησία
Γιατί οἱ κάτοικοι τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ φύγει ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορά τους; Ἐπειδὴ φοβήθηκαν – τὸ ἀναφέρει σαφῶς τὸ ἱερὸ κείμενο: «ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο»· κυριεύθηκαν ἀπὸ μεγάλο φόβο. Ἀλλὰ δὲν τρόμαξαν ἁπλῶς ἀπὸ ἕνα παράδοξο θαυμαστὸ γεγονός, ἀπὸ τὸ ὅτι ἐξοντώθηκε ὁλοσχερῶς ἕνα μεγάλο κοπάδι χοίρων σὲ ἐλάχιστο χρόνο, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στὴ χώρα τους.
Εἶδαν τὸν περιβόητο ἐκεῖνο δαιμονισμένο, ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς, νὰ κάθεται «ἱματισμένος καὶ σωφρονῶν» στὰ πόδια τοῦ Κυρίου. Ἄκουσαν ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες μάρτυρες «πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς». Κατάλαβαν δηλαδὴ ὅτι ὁ παράδοξος αὐτὸς ἐπισκέπτης, ὁ Κύριος, ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ διαχειριζόταν θεϊκὴ δύναμη. Κατάλαβαν ὅτι ἡ ἐξόντωση τοῦ κοπαδιοῦ τους ἦταν δίκαιη τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ θεληματικὴ παρανομία τους. 
Ἀναγνώρισαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ δὲν τὴν ἀποδέχθηκαν. Ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος στὸν τόπο τους νὰ τοὺς καλέσει σὲ μετάνοια καὶ σωτηρία, ἀλλὰ ἐκεῖνοι προτίμησαν τοὺς χοίρους τους, τὸ δικό τους θέλημα, ὄχι τὸ θέλημα καὶ τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Κυριεύθηκαν ὄχι ἀ­πὸ τὸν εὐλαβὴ φόβο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ­δηγεῖ σὲ μετάνοια καὶ ἀλλαγὴ ζωῆς· κυριεύθηκαν ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ ἀμετανόητου ἐνόχου ποὺ δὲν θέλει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν ἁμαρτία του. Τὸ αἴτημά τους λοιπὸν πρὸς τὸν Κύριο δείχνει τὴν πεισματικὴ ἀμετανοησία τους.
2. Ὁλοκληρωτικὰ παραδομένοι στὸν Κύριο
Τὸ τραγικὸ παράδειγμα τῶν κατοίκων τῶν Γαδαρηνῶν δὲν ἀφορᾶ μόνο σὲ ὅσους συνειδητὰ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφορᾶ καὶ σ᾿ ἐμᾶς τοὺς πιστούς. Μὲ ποιὰ ἔννοια;
Εἶναι ἐνδεχόμενο κάποιος πιστός, ἂν καὶ ἀγωνίζεται νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἴσως ἔχει καὶ κάποιες ἐπιδόσεις στὴν πνευματι­κὴ ζωή, ὅμως συνειδητὰ νὰ μὴ συμμορ­φώνεται τελείως μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· νὰ ὑπάρχουν μέσα του κάποιες περιοχές, ἢ ἔστω μία, σὰν τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, ὅπου θέλει νὰ βόσκει ἀνενόχλητος τοὺς χοίρους του, νὰ κάνει τὸ δικό του θέλημα.
Πιὸ συγκεκριμένα, εἶναι πρόθυμος νὰ κάνει νηστεῖες, προσευχές, ἐλεημοσύνες, νὰ διακονεῖ στὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δὲν θέλει π.χ. νὰ συγχωρήσει τὸν ἀδελφό του ποὺ τὸν ἀδίκησε στὴ δια­νομὴ τῆς πατρικῆς κληρονομιᾶς, δὲν ἀποφασίζει νὰ φροντίσει τὸ ἀδύνατο σημεῖο του καὶ νὰ πολεμήσει ἀποφασιστικὰ τὸ πάθος ποὺ κυρίως τὸν πολεμᾶ, τὸν θυμό, τὴν κατάκριση, τὴ λαιμαργία ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς τὸν ἐλέγχει καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὴν ἁμαρτία του, εἴτε διὰ τοῦ Πνευματικοῦ εἴτε διὰ θλίψεων ἢ δι᾿ ἄλλου τρόπου, ἀντιδρᾶ, ταράζεται, ἀρνεῖται.
Ἀλίμονο στὸν πιστὸ ποὺ γνώρισε τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν παραδόθηκε στὸ Χριστὸ μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, χωρὶς κρατούμενα! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει μέρος στὴ Βασιλεία Του; 
***
Τελικὰ οἱ κάτοικοι τῶν Γαδαρηνῶν καὶ ὄχι ὁ δαιμονισμένος ἔπασχαν ἀπὸ τὴν πιὸ ἐπικίνδυνη δαιμονικὴ ἐπήρεια, διότι αὐτοὶ ἁμάρταναν μὲ τὴ θέλησή τους, ἐνῶ ὁ δαιμονισμένος ἦταν ἁπλῶς θύμα τῶν δαιμόνων. Ἂς φοβηθοῦμε λοιπὸν τὸν ἑαυτό μας, μήπως ἔχουμε κρατούμενα ἀπέναντι στὸν Κύριό μας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂς θαυμάσουμε τὴν ἀκατανίκητη δύναμη τοῦ Κυρίου ἀπέναντι στοὺς δαίμονες καὶ κυρίως τὴν ἄφατη ἀγάπη καὶ ἀνεξικακία Του, ὁ Ὁποῖος σεβάστηκε μὲν τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων ἐκείνης τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ καὶ δὲν παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία Του νὰ τοὺς σώσει: Ἄφησε στὰ μέρη τους κήρυκα τῶν θαυμασίων Του τὸν πρώην δαιμονισμένο.
Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριός μας εἶναι ἕτοιμος, ἂν τὸ θέλουμε καὶ τὸ προσπαθοῦμε, νὰ ἐκμηδενίσει καὶ στὴ δική μας ζωὴ τὰ ἐμπόδια ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὥστε νὰ ἐνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ Τὸν δοξάζουμε στοὺς αἰῶνες.

Κυριακή Δ' Λουκά- Καρποφορία τοῦ Θείου Λόγου

αναρτήθηκε στις 14 Οκτ 2017, 11:05 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 14 Οκτ 2017, 11:05 π.μ. ]

 



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Τίτ. γ΄ 8-15
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λουκ. η΄ 5-15
Καρποφορία τοῦ Θείου Λόγου
«Ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ»
Τιμοῦμε σήμερα τοὺς ἁγίους 365 Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θεολόγησαν ὑπὲρ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Συγχρόνως σήμερα ἀκοῦμε τὴν Παραβολὴ τοῦ σπορέως. Ὡστόσο στὴν Παραβολὴ δὲν καρποφόρησε παρὰ μόνο ἕνα μικρὸ μέρος τοῦ χωραφιοῦ, «ἡ γῆ ἡ ἀγαθή». Ἡ καρποφορία δὲν εἶναι κάτι αὐτονόητο. Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς θὰ γίνουμε κι ἐμεῖς «γῆ ἀγαθὴ» ποὺ θὰ καρποφορεῖ· ποιὰ δηλαδὴ εἶναι τὰ βήματα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ καρποφορήσει στὴ ζωή μας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
1. Ν᾿ ἀκοῦμε μὲ καλὴ διάθεση
Ὁ Κύριος ἐξήγησε στοὺς μαθητές Του ὅτι ἡ καλὴ γῆ ποὺ καρποφόρησε, σημαίνει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ «ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ», δηλαδὴ μὲ καλοπροαίρετη καρδιά. Ὀφείλουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς νὰ ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἢ νὰ τὸν μελετοῦμε μὲ καλὴ διάθεση, μὲ εὐθεία προαίρεση, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν Ψαλμωδό: «Ἀκούσομαι τί λαλήσει ἐν ἐμοὶ Κύριος ὁ Θεός» (Ψαλ. πδ´ [84] 9). Τώρα μιλάει ὁ Θεός! Ν᾿ ἀκούσω τί θὰ μοῦ πεῖ. Γιὰ νὰ καρποφορήσει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, πρέπει νὰ ταπεινωθοῦμε ἀπέναντί του. Πρέπει νὰ τὸν τιμήσουμε. Νὰ τὸν ἀκοῦμε μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ προσοχή· μὲ πνεῦμα μαθητείας· χωρὶς νὰ λέμε «αὐτὰ τὰ ξέρουμε» ἢ «αὐτὰ σήμερα δὲν γίνονται». Ἀλλὰ μὲ διάθεση ἐμβαθύνσεως καὶ αὐτοκριτικῆς καὶ μὲ γενναία ἀπόφαση νὰ συμμορφώσουμε τὴ ζωή μας μὲ ὅλες τὶς ἅγιες ἐντολές.

2. Νὰ τὸν κρύβουμε μέσα στὴν καρδιά μας
Ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ παρομοιάζονται μὲ καλὴ γῆ, ὄχι μόνο ἀκοῦν, ἀλλὰ καὶ «κατέχουσι». «Κατέχω» σημαίνει «κρατάω σφιχτά, μὲ δύναμη» τὸν θεῖο λόγο, ὥστε κανεὶς νὰ μὴ μοῦ τὸν ἁρπάξει· ὅπως γράφει πάλι ὁ Ψαλμωδός: «Ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἔκρυψα τὰ λόγιά σου, ὅπως ἂν μὴ ἁμάρτω σοι» (Ψαλ. ριη´ [118] 11). Στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου ἔκρυψα τὰ λόγια Σου, Κύριε, σὰν πολύτιμο θησαυρό, γιὰ νὰ τὰ θυμᾶμαι πάντοτε καὶ ἔτσι νὰ μὴν ἁμαρτήσω σ᾿ Ἐσένα.
«Ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι», προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α´ Τιμ. δ´ 15). Αὐτὰ νὰ μελετᾶς – συνέχεια! – νὰ εἶσαι μέσα σ᾿ αὐτά. Ἡ πνευματικὴ μελέτη δὲν τελειώνει ὅταν κλείσουμε τὴν Ἁγία Γραφή. Τὰ ἱερὰ νοήματα ποὺ μελετήσαμε, πρέπει νὰ τὰ διατηροῦμε στὴ μνήμη μας, νὰ τὰ κυκλοφοροῦμε στὴ σκέψη μας, νὰ γίνονται προσευχή μας. Δὲν εἶναι εὔκολο αὐτό. Χρειάζεται προσ­­πάθεια. Ἀλλὰ ποιὸ ὡραῖο καὶ ὑψηλὸ δὲν ἀπαιτεῖ κόπο γιὰ νὰ κατακτηθεῖ;
3. Νὰ καρποφοροῦμε μὲ ὑπομονὴ
Τέλος ἡ καρποφορία τοῦ θείου λόγου ἀπαιτεῖ ὑπομονή. Ὁ ὅσιος Δωρόθεος γράφει σχετικὰ ὅτι γι᾿ αὐτὸ δὲν προοδεύουμε πνευματικά, διότι δὲν ἔχουμε ὑπομονὴ στὸ ἔργο ποὺ ξεκινᾶμε, «ἀλλὰ ἀπόνως θέλομεν ἀρετὴν κτήσασθαι»(*)· θέλουμε χωρὶς κόπο νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀρετή. Νομίζουμε ὅτι νά, θ᾿ ἁπλώσουμε τὸ χέρι μας καὶ θὰ πιάσουμε τὴν ἀρετὴ ποὺ θέλουμε.
Εἶναι ἀνάγκη νὰ δείξουμε πολλὴ ὑπομονή, διότι προβάλλουν πολλὰ ἐμπόδια γιὰ τὴν καρποφορία: ὁ ἑαυτός μας, ὁ ἀδύναμος καὶ κακομαθημένος, ὁ σατανάς, ποὺ μᾶς πολεμάει μὲ λύσσα, ὁ κόσμος τῆς ἀποστασίας, ποὺ μᾶς ἐπηρεάζει· πολλὴ ὑπομονή, ὥστε νὰ μὴν ὀλιγοψυχήσουμε στὶς θλίψεις, σὲ τυχὸν χλευασμούς, ὅπως λύγισαν ὅσοι συμβολίζονται στὴν παραβολὴ μὲ πετρώδη γῆ· ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ μᾶς ἀπορροφήσουν οἱ μέριμνες, οἱ πολλὲς δουλειές, οἱ ἐπίγειες χαρὲς καὶ οἱ μάταιες ἀσχολίες – ποὺ συμβολίζονται μὲ τὰ ἀγκάθια.
Ἐξάλλου ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γιὰ ὑπομονή, διότι ἡ πνευματικὴ καρποφορία τελικὰ εἶναι δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ἀποτελεῖ δικό μας κατόρθωμα, ἂν καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητος καὶ ὁ δικός μας ἀγώνας.
***
Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἀ­ποτελοῦν χαρακτηριστικὸ παράδειγμα πνευματικῆς καρποφορίας. Ἀγάπησαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν μελέτησαν καὶ ἀγωνίσθηκαν νὰ τὸν ἐφαρμόσουν στὴ ζωή τους. Δὲν προτίμησαν τὴν ἄνεσή τους, τὸ δικό τους θέλημα. Σήκωσαν μὲ πολλὴ ὑπομονὴ τὸν σταυρὸ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἁγιάσθηκαν· καὶ κατὰ τὶς ἐργασίες τῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τὸ 787 φωτίσθηκαν καὶ ὀρθοτόμησαν τὴν ἀλήθεια. Ἔδωσαν γλυκύτα­­το καρπὸ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὰ θεοφώτιστα κείμενα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ θαυμαστὴ καρποφορία τους, ὅπως καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων, ἂς ἀποτελεῖ προτροπὴ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ παράδει­γμά τους.
(*) Ὁσίου Δωροθέου, ΙΓ´ Διδασκαλία, § 141· στό: Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα Ἀσκητικά, ἐκδ. «Ἑτοιμασία» (Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου), Καρέας 20006, σελ. 312.

Κυριακὴ Γ΄ Λουκά - Όταν πενθούμε

αναρτήθηκε στις 7 Οκτ 2017, 11:10 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 7 Οκτ 2017, 11:11 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΗ' Κυριακής: Β' Κορ. θ' 6-11
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ζ ' 11-16
Ὅταν πενθοῦμε
Καθὼς ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές Του καὶ πλῆθος κόσμου πλησίαζε στὴν πόλη τῆς Ναΐν, συνάν­τησε μιὰ νεκρικὴ πομπή. Δὲν ἦταν μιὰ συν­ηθισμένη κηδεία· ὁ νεκρὸς ἦταν νεαρός, καὶ μάλιστα τὸ μονάκριβο παιδὶ μιᾶς χήρας. 

Ἡ πονεμένη μάνα ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητη· οἱ συγχωριανοί της συγκλονισμένοι τῆς συμπαρίσταντο σιωπηλοί. Ὁ Κύριος ἔνιωσε βαθιὰ συμπάθεια γιὰ τὴν πονεμένη μητέρα· τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε: «Μὴ κλαῖε». Μὴν κλαῖς. Ταυτόχρονα ἄγγιξε τὸ φέρετρο καὶ ἡ θλιβερὴ πομπὴ σταμάτησε. Μ᾿ ἕναν Του λόγο: «νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι», ἀνέστησε τὸ ἀγόρι καὶ τὸ παρέδωσε στὴν ἔκπληκτη καὶ παρηγορημένη μητέρα του… 
«Μὴ κλαῖε». Τί σήμαινε ὅμως ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου γιὰ τὴ χήρα τῆς Ναῒν καὶ πῶς ἀφορᾶ στὸν καθένα μας; Αὐτὸ θὰ δοῦμε πολὺ σύντομα σήμερα.
1. Λόγος συμπάθειας ἀλλὰ καὶ ἐξουσιαστικὸς
«Μὴν κλαῖς». Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ αὐτὸ τὸν λόγο σὲ μιὰ χήρα ποὺ μόλις ἔχασε τὸ μόνο στήρι­γμα τῆς ζωῆς της, τὸ μονάκριβο παιδί της; Τί νόημα θὰ εἶχε νὰ τὸν πεῖ; Τέτοιος λόγος δὲν θὰ παρηγοροῦσε τὴν πενθοῦσα, ἀλλὰ θὰ τὴν πλήγωνε ἀκόμη περισσότερο, θὰ βάρυνε τὸ πένθος της, διότι ἔδειχνε ὅτι αὐτὸς ποὺ τὸν λέει δὲν καταλάβαινε τὸν πόνο της. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ παρηγορήσει κανεὶς μὲ λόγια κάποιον πολὺ πονεμένο, ὅταν δὲν ἔχει ζήσει τὸν πόνο του.
Στὸ στόμα ὅμως τοῦ Κυρίου ἡ προτροπὴ «Μὴν κλαῖς» δὲν ἦταν ἄκριτος λόγος, ἀλλὰ εἶχε νόημα. Ἦταν λόγος ποὺ φανέρωνε τὴ συμπάθεια τοῦ Κυρίου – τὸ δηλώνει σαφῶς τὸ ἱερὸ κείμενο – καὶ συγχρόνως τὴν ἐξουσία Του ἐπάνω στὸ θάνατο – ἐφόσον συνδέεται μὲ τὸ θαῦμα ποὺ ἀμέσως ἐπακολούθησε. Ἦταν λόγος καὶ ἀνθρώπινης συμπάθειας ἀλλὰ καὶ θεϊκῆς ἐξουσίας.
«Μὴν κλαῖς· σταμάτα νὰ κλαῖς· διότι τώρα εἶμαι Ἐγὼ ἐδῶ, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ ἐξουσιαστὴς τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Μὴν κλαῖς. Γιατὶ δὲν μένω ἀδιάφορος στὸ μεγάλο σου πόνο, στὰ θερμά σου δάκρυα. Θέλω νὰ τὰ στεγνώσω καὶ μπορῶ νὰ τὰ στεγνώσω. Μὴν κλαῖς, διότι τώρα θὰ ἀναστήσω τὸ παιδί σου».
«Μὴν κλαῖς»: λόγος ἐξουσιαστικός, ποὺ μποροῦσε νὰ τὸν πεῖ σ᾿ ἕναν τόσο πονεμένο ἄνθρωπο μόνο ὁ παντοδύναμος Θεός, Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει καὶ νιώθει τὴ δοκιμασία μας καὶ ἦλθε νὰ συν­τρίψει τὸν θάνατο.
2. Πένθος μὲ ἐλπίδα
Ὁ Κύριος ἀπευθύνει τὸ «Μὴ κλαῖε» καὶ στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, στὸν πιστὸ τῆς κάθε ἐποχῆς ποὺ πενθεῖ τοὺς προσ­φιλεῖς νεκρούς του. Βέβαια ἀπευθύνει αὐτὸ τὸν λόγο μὲ ἄλλη σημασία ἀπὸ ὅ,τι στὴ χήρα. Διότι ὁ Κύριος δὲν πρόκειται νὰ ἀναστήσει τοὺς νεκρούς μας, ὥστε νὰ συνεχίσουν αὐτὴ τὴ ζωὴ τῆς φθορᾶς καὶ νὰ ξαναπεθάνουν· ἀλλὰ μᾶς βεβαιώνει ὅτι θὰ τοὺς ἀναστήσει κατὰ τὴ Δευτέρα Του Παρουσία χαρίζον­τάς τους ἄφθαρτο σῶμα, ὥστε νὰ ζήσουν πλέον αἰωνίως στὴ Βασιλεία Του.
Μᾶς ἀπευθύνει τὸ «Μὴν κλαῖς» μὲ τὴν ἔννοια ὄχι νὰ μὴν πενθοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν πενθοῦμε ὑπερβολικά, νὰ μὴ λυπούμαστε «καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (βλ. Α´ Θεσ. δ´ 13). Διότι ἐμεῖς ἔχουμε ἐλπίδα. Μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. 
Νίκησε τὸν θάνατο, ἐκμηδένισε τὴ δύναμη τοῦ Ἅδη· καὶ τώρα ζεῖ στοὺς οὐρανούς, παρακολουθεῖ μὲ πολλὴ συμ­πά­θεια τὸν ἀγώνα καὶ τὶς θλίψεις μας καὶ μᾶς δίνει τὴ Χάρι Του νὰ τὶς ὑπομένουμε. Ἀγαπᾶ τὸν κάθε ἄνθρωπο, καὶ τὸν ἐκδημήσαντα οἰκεῖο μας, μὲ τέλεια ἀγάπη. Ἡ πίστη μας σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀγάπη μᾶς δίνει τὴ ζωντανὴ πληροφορία ὅτι ὁ ἄνθρωπός μας δὲν χάθηκε στὸν Ἅδη, οὔτε τὸν ἀποχωρισθήκαμε γιὰ πάν­τα. Ἀλλὰ τὸν πιστὸ ἄνθρωπο τὸν κάλεσε ὁ Θεὸς τὴν πιὸ κατάλληλη στιγμὴ καὶ τὸν ἀνέπαυσε κοντά Του. Σύντομα θὰ τὸν συναντήσουμε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου ὁ Κύριος θὰ ἐξαλείψει κάθε δάκρυ, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχει πλέον ἐκεῖ ὁ θάνατος· οὔτε πένθος, οὔτε κραυγὴ σπαρακτική, οὔτε πόνος (βλ. Ἀποκ. κα´ [21] 4), ἀλλὰ ἀτελεύτητη ζωὴ ἀπέραν­της μακαριότητος.
***
Σήμερα στὴν ἔξοδο τῆς Ναΐν, μιᾶς μικρῆς πόλεως τῆς Γαλιλαίας, ἔσπευσε ὁ Κύριος νὰ συναντήσει τὸν ἄνθρωπο τὸν συντετριμμένο ἀπὸ τὴν πιὸ σκληρὴ δοκιμασία: τὸν θάνατο. Ἔσπευσε νὰ τὸν συναντήσει γιὰ νὰ τοῦ πεῖ: «Μὴν κλαῖς». Διότι νά, ἦλθα· ἦλθα νὰ στεγνώσω τὰ δάκρυά σου, νὰ σταματήσω τὴν τραγικὴ μονόδρομη πορεία σου πρὸς τὸν Ἅδη καὶ νὰ σοῦ ἀνοίξω ὁλόφωτο δρόμο ζωῆς πρὸς τὸν οὐρανό. «Μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ». Μόνο δῶσε μου τὴν καρδιά σου, γίνε δικός μου, καὶ θὰ σοῦ χαρίσω ζωὴ καὶ πλήρωμα ζωῆς στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες… 
Δοξασμένο νὰ εἶναι τὸ ὄνομά Του!

1-10 of 1023