Επίκαιρα

Κυριακή Θ΄ Λουκά - Ο άφρων πλούσιος

αναρτήθηκε στις 21 Νοε 2020, 6:58 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Νοε 2020, 6:58 π.μ. ]


 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἐφεσ. β΄ 14-22

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιβ΄ 16-21


1. ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

Ὁ με­γα­λο­κτη­μα­τί­ας τῆς παραβολῆς ἦταν πολύ εὐ­χα­ριστημένος· διότι ἐκείνη τήν χρονιά, «εὐ­φό­ρη­σεν ἡ χώ­­­ρα», ἦρ­θαν εὐ­νο­ϊ­κές οἱ και­ρι­κές συν­θῆ­κες καί τά χω­­­­ρά­φια ἀ­πέ­δω­σαν με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γή. Κι αὐτός ἔ­γι­νε πο­λύ πλου­σι­ό­τε­ρος. Ὅ­­μως τό γεγονός αὐτό, ἀν­τί νά τοῦ δώ­σῃ χα­ρά, τόν βυ­θί­ζει σέ πε­λά­γη ἀ­γω­νί­ας. «Τί ποι­ή­σω, ὅ­τι οὐκ ἔ­χω ποῦ συ­νά­ξω το­ύς καρ­πο­ύς μου;­». Τί νά κά­νω, ποῦ νά συ­γ­­κεν­τρώ­σω το­ύς καρ­πο­ύς πού μοῦ περισσεύουν γιά νά μή το­ύς χά­σω;

᾿Ε­πι­τέ­λους με­τά ἀ­πό τίς βα­σα­νι­στι­κές του σκέ­ψεις ὁ πλο­ύ­σιος β­ρί­σκει τή λύ­ση! «Τοῦτο ποι­ή­σω»! Θά γκρε­μί­σω τίς ἀ­πο­θῆ­κες μου καί θά χτί­σω με­γα­λύ­τε­ρες. Καί θά συγκεν­τρώ­σω ἐ­κεῖ ὅ­λους το­ύς καρ­­­­πο­ύς μου. Καί με­τά θά κα­θή­σω νά τά ἀ­πο­λα­ύ­σω. Καί θά πῶ στήν ψυ­χή μου· Ψυ­χή, ἔ­χεις πολ­λά ἀ­γα­θά, πού φθά­νουν γιά νά πε­ρά­σεις μέ­σα στή χλι­δή μιά ὁ­λό­κλη­ρη ζωή. Λοι­­πόν, και­ρός νά ξε­κου­ρα­σθεῖς. «Ἀ­­να­πα­ύ­ου, φά­γε, πί­­ε, εὐ­φρα­ί­νου». Ἀ­πό­λαυ­σε τή ζωή σου. Χόρ­τα­σε τόν πλοῦ­το σου.

ΤΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ! Πραγ­μα­τι­κά ἄ­φρων, ἄ­μυα­λος ὁ πλο­ύ­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς. Φαν­τά­ζε­ται πώς μέ τήν ἐ­πέ­κτα­σι τῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ών του θά χα­ρῇ, θά χορ­τά­σῃ τήν ψυ­χή του.

῞Ο­μως τό λά­θος αὐ­τό τοῦ ἄ­φρο­νος πλου­σί­ου ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σέ κάθε ἐποχή καί ἰδιαιτέρως στή σύγ­χρο­­νη ἄ­πλη­στη κοι­νω­νί­α μας. Κι ὄχι μό­νο στο­ύς πλού­­σι­ους, ἀλ­λά στο­ύς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­πους· ἀκόμη καί σέ πολλούς πι­στούς Χρι­στι­α­νούς. Δυστυχῶς οἱ πε­ρισ­σότεροι ἄν­θρω­ποι σήμερα στη­­­ρί­ζουμε τή ζωή μας στήν οἰ­κο­νο­μι­κή ἄ­νε­σι, τό χρῆ­μα, τήν ἐ­πί­δει­ξι. Ἀ­να­ζη­τοῦ­με ἐ­πι­τυ­χί­ες ἐγ­κό­σμι­ες καί μά­ται­ες. Θέ­λου­με νά ἔ­χουμε κά­θε τί πού προ­σφέ­ρει ἡ σύγ­χρο­νη ζωή. Ἐ­ξαρ­τοῦ­με λί­γο ἤ πο­λύ τή ζωή μας ἀ­πό τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Καί πι­στε­ύ­ουμε πώς ἔτσι θά εὐ­τυ­χή­σου­με.

Τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά ὅμως δέν μπο­ροῦν νά χορ­τά­σουν τήν ψυ­χή μας. Διότι ὁ ἄν­θρω­πος δέν εἶ­ναι μό­νον ὑ­λι­κό ὄν. ῎Ε­χει σῶ­μα, ἀλ­λά ἔ­χει καί ψυ­χή ἀ­θά­να­τη. Εἶ­ναι πο­τέ δυνατόν νά χορ­τά­σῃ ὁ ἄν­θρω­πος τήν ψυ­χή του μέ ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά; ῾Η ψυ­χή θέ­λει τό ἀ­νώ­τε­ρο, τό πνευ­μα­τι­κό, τό ἅ­γιο γιά νά χορ­­τά­σῃ, νά εὐ­τυ­χή­σῃ. Οἱ πό­θοι τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι ἄ­πει­ροι καί μό­νο μέ τόν ἄ­­πει­ρο Θεό μπο­ροῦν νά πλη­ρω­θοῦν, νά ἱκανοποιηθοῦν.

Ἀλ­λά ἐ­πι­πλέ­ον, μέχρι πότε μπο­ρεῖ νά δι­α­τη­ρή­σῃ κα­­νε­ίς τόν πλοῦ­το του; Κι ἄν δέν τόν χάσῃ κανείς ὅσο ζεῖ, ἔρ­χε­ται κά­πο­τε ξαφ­νι­κά καί ἀ­με­τά­κλη­τα νά τόν λη­στέ­ψῃ ὁ μεγάλος κλέ­φτης, ὁ θά­να­τος· ὅπως ἔγινε καί στόν πλούσιο τῆς πα­­ραβολῆς. 

2. Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Τήν ὥ­ρα πού ὁ πλο­ύ­σιος κα­λεῖ τήν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ψυ­­χή του ν᾿ ἀ­πο­λα­ύ­σῃ τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ­βρό­ντη­σε ξα­φ­νι­κά ἡ φω­νή τοῦ Θε­οῦ. «Ἄ­φρον». Ἀ­νό­η­τε ἄν­θρω­πε, πού στήριξες τήν εὐ­τυ­χί­α σου στίς ὑ­λι­κές σου ἀ­πο­λα­ύ­σεις. «Τα­ύ­τῃ τῇ νυ­κτί τήν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τοῦ­σιν ἀ­πό σοῦ». Αὐ­τή τή νύ­κτα ἀ­παι­τοῦν τήν ψυ­χή σου οἱ σκο­τει­νοί καί ἀ­πα­ί­σιοι δα­ί­μο­νες, γιά νά τήν σύ­ρουν στόν ὄ­λε­θρο. Αὐ­τή τή νύ­κτα θά πε­θά­νεις. Κι ὅ­λα αὐ­τά πού μιά ζωή μέ κό­πο συγ­κέ­ντρω­νες, τά χά­νεις. Σέ ποι­όν πλέ­ον θά ἀ­νή­κουν; Καί ὁ Κύ­ριος σφρα­γί­ζει τήν πα­ρα­βο­λή λέγοντας: «Οὕ­­τως ὁ θη­σαυ­ρί­ζων ἑ­αυ­τῷ καί μή εἰς Θε­όν πλου­τῶν». Πα­ρό­μοι­ο τέ­λος θά ἔ­χῃ καί ὅποιος θησαυρίζει γιά τόν ἑ­αυ­τό του τόν ὑ­λι­κό πλοῦ­το καί δέν ἐνδιαφέρεται νά πλουτίζῃ «εἰς Θεόν».

ΠΟΙΟΣ ΟΜΩΣ εἶ­ναι αὐ­τός ὁ «εἰς Θε­όν πλοῦ­τος»; Οἱ θη­σαυ­ροί πού δέν χά­νον­ται, κα­θώς κα­νε­ίς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ αὐ­τή τή ζωή εἶ­ναι οἱ ἀ­ρε­τές. Διότι οἱ ἀρετές μᾶς συν­δέ­ουν μέ τόν Χριστό.  Κι ὅταν ἔχουμε τόν Χριστό, ἔχουμε τό πᾶν, ἔχουμε τόν πιό πολυτίμο θησαυρό μέσα μας. Βέ­βαι­α οἱ ἀ­ρε­­τές σ’ αὐτήν ἐ­δῶ τήν γῆ δέν ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζουν το­ύς πολ­­λο­ύς. Εἶ­ναι ὅμως ὁ μο­να­δι­κός θη­σαυ­ρός, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξί­ζει νά δώ­σῃ κα­νε­ίς ὅ­λη του τήν ἀ­γά­πη, καί τή θέ­λη­σι. Για­τί ἡ ἀ­ξί­α τους εἶ­ναι με­γά­λη καί σ᾿ αὐ­τή τή ζωή, ἀλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο στήν ἄλλη, τήν αἰ­ώνιο.

Σ᾿ αὐ­τή τήν ζωή ἡ ἀ­ρε­τή ἱ­κα­νο­ποι­εῖ πλή­ρως τήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που. Τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τήν δου­λε­ί­α τῶν πα­θῶν καί ἐγ­κα­θι­δρύ­ει στήν ψυ­χή τήν εἰ­ρή­νη καί τήν χα­ρά, ἀ­γα­θά τά ὁ­ποῖ­α δέν μπο­ροῦν νά ἐ­ξα­γο­ρά­σουν ὅ­λοι οἱ θη­σαυ­ροί τοῦ κό­σμου. Πό­σο με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καί ἀ­νά­παυ­σι ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος ὅταν ἔχῃ εἰ­ρη­νι­κή τήν συ­νε­ί­δη­σή του, ὅταν κά­νῃ τό κα­λό στόν συ­νάν­θρω­πο, ὅταν κάνῃ ἐλεημοσύνες καί ἀγαθοεργίες, ὅ­ταν ἀν­τι­στέ­κε­ται καί νι­κᾶ το­ύς πει­ρα­σμο­ύς! Ἀλλά καί στήν ἄλ­λη ζωή ὅποιος θησαυρίζει μέ ἀ­ρετές, θά ἀ­ξι­ω­θῇ νά κα­τοι­κῇ ὄ­χι σέ ἐ­πί­γεια πρό­σκαι­ρα πα­λά­­­τια, ἀλ­λά στήν πα­νέν­δο­ξη βα­σι­λε­ί­α τοῦ Θε­­οῦ. Ὁ Θε­­ός ἔ­χει ἑ­τοι­μά­σει γι᾿ αὐ­τόν στέ­φα­νο γιά νά τόν βραβε­ύ­σει, θρό­νο γιά νά τόν δο­ξά­σῃ, βα­σι­λε­ί­α γιά νά τόν κά­νῃ κλη­ρο­νό­μο Του.

Λοι­πόν, χρειαζόμαστε ὅλοι μας γκρέ­μι­σμα καί χτί­σι­­μο. Νά γκρε­μί­σου­με τίς πα­λι­ές ἀ­πο­θῆ­κες πού ἔ­χου­με μέ­σα μας, ὅ­που φω­λι­ά­ζουν τά πά­θη καί οἱ προ­σκολ­λή­σεις μας στά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Καί ν᾿ ἀ­γα­πή­σου­με τόν Χρι­στό καί τήν ἀ­ρε­τή. ῎Ε­τσι θά γί­νου­με πλού­σιοι. Πά­μπλου­τοι. Κά­τοι­κοι στό πα­λά­τι τοῦ Θε­οῦ.  

Κυριακή Η΄ Λουκά -Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη

αναρτήθηκε στις 14 Νοε 2020, 7:46 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 14 Νοε 2020, 7:46 π.μ. ]


Σχετική εικόνα
ΤΟ “ΕΡΩΤΗΜΑ: “Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;”, ρώτησε ένας νομοδιδάσκαλος τον Κύριο θέλοντας να Τον παγιδεύσει. Εκείνος τον παρέπεμψε στις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου. Τότε ο νομοδιδάσκαλος ανέφερε τις δύο βασικότερες εντολές, την αγάπη προς το Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον.

 Θέλοντας όμως να δικαιολογηθεί, επειδή έθεσε ένα ερώτημα στο οποίο του ήταν γνωστή η απάντηση, έθεσε και δεύτερο: “Ποιον πρέπει να θεωρώ πλησίον μου;” Αυτό το ερώτημα στάθηκε η αφορμή να διηγηθεί ο Κύριος την υπέροχη παραβολή του καλού Σαμαρείτη.
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ: “Κάποιος άνθρωπος”, είπε, “κατέβαινε στην Ιεριχώ και έπεσε σε ενέδρα ληστών, οι οποίοι τον λήστεψαν, τον έγδυσαν, τον καταπλήγωσαν και τον εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμή ένας ιερέας που κατέβαινε στο δρόμο εκείνο, ενώ τον είδε από μακριά, απομακρύνθηκε χωρίς να προσφέρει βοήθεια. Παρομοίως, κάποιος Λευίτης, υπηρέτης του ναού, έφθασε στο μέρος εκείνο. Αυτός φάνηκε ακόμη πιο άσπλαχνος. Πλησίασε, είδε την άθλια κατάσταση του πληγωμένου κι έφυγε”.
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: Ο ιερέας έφυγε από ενστικτώδη φιλαυτία, ενώ ο Λευίτης έπειτα από υπολογισμό. Και οι δυο όμως, είχαν αξίωμα και έργο ιερό, οπότε θα έπρεπε, περισσότερο από οποιονδήποτε, να είναι συμπονετικοί και ελεήμονες στον ετοιμοθάνατο διαβάτη. Αυτοί, από καθέδρας, δίδασκαν τους άλλους το καθήκον της αγάπης στον πλησίον! Κι όμως, αθέτησαν το καθήκον αυτό. Είναι θλιβερό, να γίνονται παραδείγματα σκληρότητος άνθρωποι του Θεού και να δυσφημούν τόσο πολύ το Θεό. Κάτι τέτοιο διαχρονικά επαναλαμβάνεται συχνά από «ανθρώπους του Θεού», και από εμάς τους ίδιους. Λεγόμαστε άνθρωποι της Εκκλησίας, κι αποδεικνυόμαστε εμπράκτως άσπλαχνοι, σκληροί, επιλήσμονες του ανθρωπίνου πόνου. Ο Κύριός ξεκαθαρίζει ότι χωρίς αγάπη στο συνάνθρωπο, Βασιλεία Ουρανών δεν πρόκειται να κληρονομήσουμε. Η αγάπη προς τον πλησίον είναι σφραγίδα γνησιότητάς και βασική προϋπόθεση σωτηρίας.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΩΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ: Κάποια στιγμή, επανερχόμενοι στην παραβολή, ένας Σαμαρείτης, που διάβαινε από το δρόμο εκείνο, είδε τον πληγωμένο, πλησίασε και τον σπλαχνίστηκε. Δεν φοβήθηκε μην πάθει τα ίδια, έσκυψε φιλάνθρωπα, έπλυνε τα τραύματά του, τα άλειψε με λάδι και κρασί, τα έδεσε με επιδέσμους. Κι αφού με κόπο τον ανέβασε στο ζώο του, τον μετέφερε σε κάποιο πανδοχείο και τον περιποιήθηκε ολονυχτίς. Την επομένη, έδωσε χρήματα στον ξενοδόχο λέγοντάς του: “Περιποιήσου τον. Και ό,τι άλλο ξοδέψεις θα σου το εξοφλήσω επιστρέφοντας στην πατρίδα μου. Λοιπόν”, ρώτησε ο Κύριος το νομοδιδάσκαλο, “ποιος από τους τρεις επιτέλεσε το καθήκον του προς τον πλησίον;” Κι εκείνος απάντησε: “Αυτός που τον συμπόνεσε και τον ελέησε”. Ο Κύριος τότε του είπε: “Πήγαινε και κάνε κι εσύ το ίδιο”. Αυτή την προτροπή δίνει και σε μας ο Κύριος. Η προτροπή Του δεν αφήνει υποψία εφησυχασμού του ανθρώπου, αδράνειας ή τύρβης μέσα στα δικά του πάθη. Εφησυχασμός και αδράνεια φανερώνουν καταστάσεις αλλοίωσης της φυσιολογίας του ανθρώπου, της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας. Ο άνθρωπος είναι ενέργεια, πορεία προς τα εμπρός, δημιουργία. Αν υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που ταλαιπωρούνται από ψυχολογικά κυρίως προβλήματα, είναι γιατί έπεσαν σε στασιμότητα λόγω της ανακύκλωσης των ίδιων πάντοτε παθών τους, κυρίως των λογισμών τους. Λειτουργούν με τρόπο «αυτιστικό», περιφερόμενοι αενάως γύρω από το “εγώ” τους. Ο Κύριος καλεί όλους σε πορεία προς τα εμπρός, δείχνοντας αγάπη σε κάθε πάσχοντα, χωρίς να εξετάζουμε αν είναι οικείος, ξένος, εχθρός, χωρίς να υπολογίζουμε θυσίες, κόπους, δαπάνες. Αυτό δίδαξε ο Κύριος κυρίως με τη ζωή Του. Ο Ίδιος έγινε ο καλός Σαμαρείτης για μας. Αγάπησε τους ανθρώπους “άχρι θανάτου”. Η αγάπη Του κορυφώθηκε στο Σταυρό. Δυστυχώς όμως στην εποχή μας, ενώ όλοι μιλούμε για αγάπη, πραγματική αγάπη δεν έχουμε. Κι αυτό φαίνεται στις σχέσεις μας με τους οικείους. Αλλά αν δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε τους δικούς μας, πόσο μάλλον τους ξένους; Πλησίον μας είναι συχνά συνάνθρωποι που μας μισούν, μας συκοφαντούν, μας αδικούν. Εμείς, όχι μόνο δε νοιαζόμαστε γι' αυτούς καθόλου, αλλά μάλιστα μνησικακούμε εναντίον τους! Συμβαίνει κάποτε να μένουμε στην ίδια πολυκατοικία ή να εργαζόμαστε στην ίδια εργασία και όμως να είμαστε ξένοι και άγνωστοι μεταξύ μας. Έτσι, υποφέρουμε γιατί η καρδιά μας είναι στεγνή από αγάπη, γιατί μας κυβερνά ο ατομισμός και η φιλαυτία. Αγάπη σημαίνει θυσία, να δίνουμε κι όχι να απαιτούμε να γίνουν οι άλλοι καλοί για να τους αγαπήσουμε, σημαίνει “πλάτυνση καρδίας”, για να χωράει όλους, ακόμη κι αυτούς που μας στενοχωρούν. Να προσφέρουμε αγάπη απαθώς και διακριτικώς, χωρίς να αισθανθούν ότι κάνουμε προσπάθεια να τους αγαπήσουμε. Να ακούμε εμπόνως τον πόνο τους, να τους ανακουφίζουμε στο πρόβλημά τους. Να διαισθανόμαστε κούρασή, δυσκολίες, επιθυμίες τους. Η αγάπη μας, ας εκδηλώνεται μ’ ένα στοργικό λόγο, με τη σιωπή μας, με τη διακονία μας, με θυσίες που κοστίζουν ίσως. Έτσι θα γίνουμε καλοί Σαμαρείτες. Άρα τό “ομοίως” του Κυρίου αφορά στον τρόπο ζωής του Σαμαρείτη, που επαινείται και θεωρείται ότι βρήκε την οδό της αιώνιας ζωής. Το γνώρισμα της οδού αυτής είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, που παραμερίζει κάθε διαφορά που χωρίζει. Η αγάπη συνιστά μονόδρομο: εκτός αγάπης ο άνθρωπος χάνεται σε δρόμους αλλότριους του Θεού. Έτσι, για να βρω τον Θεό: «την αιώνιον ζωήν», πρέπει να βρω τον συνάνθρωπό μου: να ποιώ «έλεος μετ’ αυτού».
ΑΓΑΠΗ: Η αγάπη πρέπει να “επιτίθεται” σε όλους τους συνανθρώπους. Ο πλησίον, δεν ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα, κατά τον καταδικασμένο τύπο του Ιουδαϊσμού, που θεωρούσε πλησίον μόνον τους Ιουδαίους και απέρριπτε την έννοια του πλησίον για τους “απερίτμητους”. Πλησίον, στο πρότυπο του Σαμαρείτη, είναι ο κάθε συνάνθρωπος, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή τάξης, διότι ο ίδιος ο αγαπών άνθρωπος, γίνεται πλησίον του άλλου. Απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι ο Κύριος αντιστρέφει το ερώτημα του νομοδιδασκάλου από την παθητική διατύπωσή: «τις εστί μου πλησίον;», θέττοντάς το με ενεργητική διάθεση: «γεγονέναι πλησίον». Εγώ να γίνομαι πλησίον του άλλου! Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο έχει θυσιαστικό γνώρισμα. Στην ανάγκη του άλλου, το θείο θέλημα απαιτεί προσωπική στάση, απώλεια χρόνου, άνεσης και των δικών μας αναγκαίων μέσων, προσφορά, διαρκή έγνοια. 'Ο,τι επέδειξε ο Σαμαρείτης. Πρόκειται για την αληθινή αγάπη, για την οποία μίλησε ο Κύριος: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού»! Όμως, αν κάποιος μέινει στο θεωρητικό επίπεδο, ακόμη και με πραγματικά καλή διάθεση, δεν αγγίζει την αγάπη που δικαιώνει. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς». Η αγάπη έχει διπλή διάσταση: προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Αγαπάμε τον Χριστό, εάν αγαπάμε και τους άλλους, όπως και αγαπάμε τους άλλους, εάν αγαπάμε τον Χριστό. Μονομερής αγάπη, επιλογή της μιας από την άλλη, σημαίνει διαστροφή και των δύο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σημειώνει: «όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον συνάνθρωπό του, είναι ψεύτης». Όπως και το αντίστροφο: «αγαπάμε τον συνάνθρωπο, όταν αγαπάμε τον Θεό και τηρούμε τις εντολές Του», και όχι απλώς η αγάπη μας να είναι ο συνηθισμένος κοσμικός ανθρωπισμός, συχνά φαμφαρόνικα επιδεικτικός!

ΞΕΒΟΛΕΜΑ: Η μίμηση του Σαμαρείτη απαιτεί γενναιότητα ψυχής και απόφαση υπακοής μέχρι θανάτου. Όμως, κοινη είναι η διαπίστωση για τους “πιστούς” της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας. Εφαρμογή ενός εύκολου και βολεμένου χριστιανισμού, που έχει πρότυπο τον τρόπο ζωής του ιερέα και του λευίτη της Παραβολής, όχι του Σαμαρείτη. Ο Κύριος δεν θέλει κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ολόκληρη τη ζωή μας. Μας έδωσε και μας δίνει τη δική Του, κυρίως μέσω της Θείας Ευχαριστίας, μερίζεται από αγάπη για εμάς, και ζητεί αντίστοιχο τρόπο ζωής. Πόσοι άραγε αντέχουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Πόσοι, έστω, βλέποντας τη μικρότητά μας, στρεφόμαστε μέσα μας και κλαίμε με δάκρυα αυτογνωσίας για την κατάντια μας; Πώς ανελεήμονες όντες προς τον πλησίον, ζητάμε θείο έλεος; Το μεγαλύτερο έργο που έχουμε να κάμουμε στη ζωή αυτή, δεν είναι η απόκτηση πλούτου, δόξας ή κοσμικών αγαθών. Η αγάπη είναι στοιχείο αναγνώρισης κάθε χριστιανού από τους άλλους ανθρώπους. Αυτή η αγάπη προς τον πλησίον, είναι και το βασικό κριτήριο της αιωνίου ευτυχίας μας. Αν θέλουμε να δούμε το πρόσωπον του Θεού, πρέπει να αγαπήσουμε το συνάνθρωπό μας με αγάπη Χριστού γνήσια και ουσιαστική. Γιατί, όπως μας λεει ο απόστολος Παύλος: “η αγάπη είναι η τέλεια εκπλήρωση των εντολών του Θεού” (Ρωμ.ιγ΄10).

Κυριακή Παμμεγίστων Ταξιαρχών

αναρτήθηκε στις 7 Νοε 2020, 8:36 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 7 Νοε 2020, 8:37 π.μ. ]


maxresdefault


Η πίστη ως τόλμη

«Και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος»

Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που έτρεχαν κοντά στον Χριστό για να τον δουν, να τον ακούσουν και να δεχθούν κάποια ευεργετική δωρεά Του. Αρκετοί πίστευαν ότι και με ένα άγγιγμα στα ενδύματά Του, θα γίνονταν δέκτες της ευλογίας Του. Και πραγματικά «όσοι αν ήπτοντο αυτού εσώζοντο». Το βλέπουμε και στην αιμορροούσα γυναίκα του σημερινού Ευαγγελίου. Η δυστυχισμένη εκείνη ύπαρξη υπέφερε δώδεκα ολόκληρα χρόνια και ακόμα και η ίδια η επιστήμη ύψωνε τα χέρια στην περίπτωσή της. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να την θεραπεύσουν. Μόνο μια ελπίδα απέμενε. Ο παντοδύναμος Ιησούς για τον οποίο τόσα πολλά ακούγονταν, ότι δηλαδή θαυματουργούσε και πρόσφερε ζωή στους ανθρώπους.

Έτσι, λοιπόν, όταν ο Κύριος επισκέφθηκε τον τόπο της, αυτή δεν παρέλειψε να αδράξει την ευκαιρία. Αποφάσισε να τον πλησιάσει. Αυτή τολμούσε, αλλά το πλήθος του κόσμου που τον είχε κυκλώσει και συμπορευόταν μαζί Του, δεν της επέτρεπε να πλησιάσει πιο κοντά. Φάνταζε αδύνατο να μπορέσει να του μιλήσει. Η πίστη όμως πάντοτε και ιδιαίτερα σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, δίνει διεξόδους ζωής. Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός βάδιζε ανάμεσα στο συνωθούμενο πλήθος, εκείνη κατάφερε να πλησιάσει και να αγγίξει στο πίσω μέρος ένα άκρο του ενδύματός Του. Τη στιγμή αυτή ένιωσε σαν να την άγγιξε ηλεκτροφόρο καλώδιο. Αισθάνθηκε κάτι παράξενο και κατάλαβε ότι έλαβε το ποθούμενο. Ότι θεραπεύθηκε. Ίσχυσε και στην περίπτωσή της το αποστολικό λόγιο «εγγίσατε τω Θεώ και εγγιεί υμίν». Αγγίζουμε τον Θεόν όταν έχουμε πίστη. Όταν εναρμονίζουμε τη ζωή μας με το θέλημά του. Όταν εκφράζουμε εμπιστοσύνη για τις δωρεές Του.

Το σωτήριο άγγιγμα

Όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, καθώς πορευόταν ο Χριστός και τον «συνέθλιβε» πλήθος κόσμου, όλοι έμειναν σαστισμένοι όταν ρώτησε: «Ποιος με άγγιξε;». Το ερώτημά του, τη μεγάλη αυτή στιγμή του συνωστισμού, φάνηκε να ήταν μάλλον ακατανόητο. Και όμως ο Κύριος επέμενε: «Κάποιος με άγγιξε». Τότε η πιστή γυναίκα, έντρομη, πλησίασε, ομολόγησε την ενέργειά της και δημοσιοποίησε το θαυμαστό αποτέλεσμα που είχε.

Όμως κάτι που θα πρέπει να προσέξουμε, αγαπητοί αδελφοί, είναι ότι το άγγιγμά της στο ρούχο του Ιησού δεν ήταν μόνο εξωτερικό, αλλά ήταν κυρίως εσωτερικό. Τι σημαίνει αυτό; Ήταν άγγιγμα με πίστη. Γι’ αυτό, άλλωστε, προέκυψε και το θαυμαστό αποτέλεσμα. Η αιμορροούσα γυναίκα γίνεται αιώνιο παράδειγμα για κάθε άνθρωπο που καταλαμβάνεται από τον ευλογημένο πόθο να «αγγίξει» το πρόσωπο του Χριστού, η παρουσία του οποίου αποκαλύπτεται αυθεντικά στο Σώμα του, την Εκκλησία. Η μετοχή στη μυστηριακή ζωή της, μεταβάλλεται σ’ ένα σωτήριο «άγγιγμα» που αποκαθιστά την προσωπικότητα του ανθρώπου και τον αφήνει να γεύεται το χώρο της θείας θαυματουργίας στη ζωή του. Αρκεί ο άνθρωπος να μην μένει εγκλωβισμένος στον εαυτό του. Να μην εμπιστεύεται τις εγωτικές του δυνάμεις, αλλά να εγκολπώνεται την αγάπη και την χάρη του Χριστού. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του αποστόλου Παύλου, ο οποίος λέει ότι ο σκοπός του πνευματικού μας αγώνα στην Εκκλησία είναι «ίνα μη ώμεν πεποιθότες εφ’ εαυτοίς, αλλ’ επί τω Θεώ τω εγείροντι τους νεκρούς».

Αγαπητοί αδελφοί, η ευαγγελική αλήθεια υπαγορεύει στη ζωή μας να προσεγγίσουμε κι εμείς το Σωτήρα Χριστό για να δεχθούμε τη σωτήρια αλήθεια του. Ας μη λησμονούμε ότι και εμείς σήμερα, όπως η αιμορροούσα γυναίκα τότε, υποφέρουμε από διάφορες «ασθένειες» που δεν μας επιτρέπουν να ζούμε στην χάρη και την αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό, ας τολμήσουμε όπως η γυναίκα τότε να πλησιάσουμε τον Κύριο για να καταστούμε και εμείς δέκτες της θεραπευτικής ενέργειάς Του, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να μας απαλλάξει από τα σημερινά τραγικά αδιέξοδα που τόσο οδυνηρά βιώνουμε. Η ευαγγελική περικοπή σήμερα αναφέρεται και στο θαύμα της ανάστασης της θυγατέρας του Ιαείρου. Ο λόγος του Χριστού που απηύθυνε στον Ιάειρο «μη φοβού, μόνον πίστευε και σωθήσεται», ας γίνει ο πιο ισχυρός δείκτης και στη δική μας ζωή.

ΚΥΡΙΑΚΗ E΄ΛΟΥΚΑ Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

αναρτήθηκε στις 31 Οκτ 2020, 9:31 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 31 Οκτ 2020, 9:31 π.μ. ]


 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄ Κορ. ιβ΄ 27-ιγ΄ 8

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιστ΄ 19-31

Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου αδελφοί, ο Ευαγγελιστής Λουκάς μέσω της παραβολής του Κυρίου μάς μεταφέρει από τον πρόσκαιρο τούτο κόσμο στην μετά θάνατο ζωή και μας παρουσιάζει τις συνέπειες του τρόπου ζωής μας αλλά και της συμπεριφοράς μας προς τους συνανθρώπους μας

. Μας παρουσιάζει, λοιπόν, δύο ανθρώπους, ο ένας ήταν πλούσιος και ο άλλος φτωχός. Ο πλούσιος ζούσε μέσα στη χλιδή, φορούσε πολυτελή και ακριβά ενδύματα, διασκέδαζε καθημερινά με πλούσια φαγοπότια, ξόδευε τα πλούτη του αδιαφορώντας για ότι συμβαίνει γύρω του, αλλά και για τους συνανθρώπους του. Με λίγα λόγια τον ενδιέφερε μόνο η δική του καλοπέραση.

Ο άλλος, ονομαζόταν Λάζαρος, ήταν πάμφτωχος και άστεγος και ζούσε συνεχώς μέσα στον πόνο και την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους. Όλα τούτα τα υπέμενε με παραδειγματική καρτερία και υπομονή. Δεν παραπονέθηκε ποτέ του κατά του πλουσίου αλλά ούτε και δυσφόρησε ποτέ του κατά του Θεού για την κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Ζητιανεύοντας ο Λάζαρος κατέληξε μπροστά στην πόρτα του πλουσίου περιμένοντας από αυτόν να τον ελεήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Όμως ο πλούσιος δεν του έδωσε τίποτα. Ακόμα και την πείνα του προσπαθούσε να την χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν χάμω από το τραπέζι του πλουσίου. Σε αντίθεση με τον πλούσιο τα σκυλιά του έγλυφαν τις πληγές του από συμπόνια μη δυνάμενα να του προσφέρουν κάτι άλλο.

 Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα της εξόδου του φτωχού Λαζάρου από την ζωή τούτη, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν εν “κόλποις Αβραάμ”, δηλαδή στον Παράδεισο όπου εκεί απολάμβανε τα ουράνια αγαθά. Αφού πέθανε και ο πλούσιος και κηδεύτηκε με δόξες και τιμές, αντί για τον Παράδεισο κατέληξε στον τόπο της βασάνου, στον Άδη. Ο πλούσιος στον Άδη βασανιζόταν υπέφερε και κατακαιγόταν από το άσβεστο πυρ ενώ ο Λάζαρος χαιρόταν και απολάμβανε τα παραδείσια αγαθά. Ο πλούσιος τότε μη υποφέροντας τον καύσωνα της κολάσεως ζητά από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο να του δροσίσει τη γλώσσα με το άκρο του δακτύλου του, αφού πρώτα το βρέξει με νερό. Όμως αντί αυτού ο Αβραάμ λέει στον πλούσιο ότι υπάρχει μια μεγάλη διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους και ότι είναι αδύνατο να εκπληρωθεί το αίτημά του. Παράλληλα του υπενθυμίζει τα αγαθά που απόλαυσε στη γη και τις στερήσεις και κακουχίες που πέρασε ο Λάζαρος.

 Μετά το διάλογο τούτο ο πλούσιος κατανόησε τα σφάλματά του και ζητά από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο πίσω στη γη για να προειδοποιήσει τα αδέρφια του να αλλάξουν τρόπο ζωής και να μετανοήσουν για τις πράξεις τους, ώστε να μην καταλήξουν και αυτοί στην Κόλαση. Τότε ο Αβραάμ του αποκρίνεται ότι “έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών” δηλαδή να εφαρμόζουν την διδασκαλία και τον λόγο του Θεού για να σωθούν. Ο πλούσιος αγωνιώντας επιμένει ότι δεν αρκεί αυτό αλλά μόνο όταν κάποιος από τους νεκρούς αναστηθεί και τους μιλήσει θα πιστέψουν και θα βεβαιωθούν για την ύπαρξη της αιώνιας ζωής. Ο Αβραάμ όμως του απάντησε ότι αν δεν ακούσουν στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δεν πρόκειται να πειστούν ούτε από τα λόγια κάποιου νεκραναστημένου.

Ο πλούσιος δεν καταδικάστηκε για τον πλούτο του, αλλά για την φίλαυτη και εγωιστική χρήση του. Ο πλούτος είναι δωρεά του Θεού σε ορισμένους ανθρώπους. Αυτή την δωρεά ο πλούσιος καλείται να την αξιοποιήσει για την ευεργεσία του εαυτού του αλλά και των συνανθρώπων, όπως ο ίδιος ο Θεός ο οποίος ευεργετεί και ελεεί “δικαίους και αδίκους”, χωρίς να ζητά ανταλλάγματα. Εξάλλου όπως γράφει το βιβλίο των Παροιμιών αυτός που δίνει ελεημοσύνη σε αυτούς που την έχουν ανάγκη είναι σαν να δανείζει τον Θεό, γι’ αυτό ο Θεός κατά κάποιο τρόπο τού είναι οφειλέτης και για να ξεχρεώσει χαρίζει στον άνθρωπο την ουράνια βασιλεία του. Αυτός που βοηθά τους συνανθρώπους του από αγάπη, μοιάζει στον Θεό, ο οποίος από αγάπη και μόνο για τον άνθρωπο θυσιάστηκε για να τον σώσει από την φιλαυτία του που τον οδήγησε στην αμαρτία.

 Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι κατά την Δευτέρα παρουσία του Κυρίου, κριτήριο του θα είναι η αγάπη μας προς τους πάσχοντες συνανθρώπους μας, γι’ αυτό είπε ότι “ εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων εμοί εποιήσατε “. Και η πιο ελάχιστη ευεργεσία που κάνουμε στους ανθρώπους είναι σαν να την έχουμε κάνει για τον Κύριο .Ο Κύριος όμως δεν ζητά να ελεούμε με καταναγκασμό αλλά με χαρά. Ό,τι γίνεται από ανάγκη και όχι από ελεύθερη προαίρεση δεν είναι αποδεχτό από τον Θεό.

Αγαπητοί μου, ο πλούσιος δεν καταδικάστηκε στην κόλαση γιατί ήταν πλούσιος αλλά γιατί δεν έκανε σωστή χρήση της δωρεάς την οποία του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Ο πλούτος από μόνος του δεν είναι καλός ή κακός, ο τρόπος διαχείρισής του τον κάνει να φαίνεται ένα από τα δύο.

 Η ελεημοσύνη ως απόρροια της αγάπης, μάς εξομοιώνει με τον ελεήμονα και φιλάνθρωπο Θεό. Όποιος, λοιπόν, δίνει χωρίς φειδώ, πλουσιοπάροχα θα του αποδοθούν εκατονταπλάσια στην αιώνια ζωή με την απόλαυση των άφθαρτων αιωνίων αγαθών. Η αρετή της ελεημοσύνης οδηγεί κατευθείαν στη βασιλεία των ουρανών. Ας στραφούμε προς τους έχοντες ανάγκη, προσφέροντάς τους από το περίσσευμά ή το υστέρημα μας, για να φανούμε καλοί οικονόμοι και διαχειριστές των αγαθών του Θεού. 

Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά - Ο Χριστός ανεπιθύμητος…

αναρτήθηκε στις 24 Οκτ 2020, 8:16 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Οκτ 2020, 8:16 π.μ. ]


 Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΤ΄ Λουκά

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Γαλ. α΄ 11-19

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ:Λουκ. η΄ 27-39


Ὁ δαιμονισμένος τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς. Ροῦχα δὲν φοροῦσε καὶ σὲ σπίτι δὲν κατοικοῦσε· κατοικία του εἶχε τὰ μνήματα. Καθὼς ἀντικρύζει τὸν Κύριο, τὰ δαιμόνια ἀναστατώνονται, βάζει φωνὴ μεγάλη τὸ θύμα τους: 

«Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου;»· ποιὰ σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ σένα, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ βασανίσεις. Τὸ δαιμόνιο ποὺ μίλησε ἦταν φοβισμένο πολύ, διότι ὁ Κύριος εἶχε διατάξει νὰ φύγει ἀπὸ τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο. Ταλαιπωρημένο μάλιστα φρικτά, διότι γιὰ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχαν καταλάβει τὰ δαιμόνια. Καὶ ἦταν τόσο ἀγριεμένος, ὥστε τὸν ἔδεναν οἱ ἄνθρωποι μὲ ἁλυσίδες καὶ δεσμὰ στὰ πόδια, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὸν φυλᾶνε. Αὐτὸς ὅμως ἔσπαζε τὰ δεσμὰ καὶ καταδιωκόταν ἀπὸ τὰ δαιμόνια στὶς ἐρημιές.

Ὁ Κύριος ἀπευθύνει τώρα ἕνα ἐρώτημα στὸν δαιμονισμένο· τὸν ρωτάει ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά του. Ἀντὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅμως ἀπαντᾶνε τὰ δαιμόνια καὶ λένε: «Λεγεών». Λεγεὼνα ἦταν ρωμαϊκὸ τμῆμα στρατοῦ περίπου 6.000 ἀνδρῶν, σὰν τὸ σημερινὸ Σύνταγμα στρατοῦ ἤ τὴν Ταξιαρχία. Οἱ δαίμονες ἔδωσαν αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, διότι ἦταν πλῆθος πολὺ μέσα στὸ σῶμα τοῦ δυστυχισμένου αὐτοῦ ἀνθρώπου.

Ταυτόχρονα αὐτὰ τὰ πλήθη τῶν δαιμόνων παρακαλοῦν τὸν Κύριο νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ εἰσέλθουν σὲ ἕνα κοπάδι χοίρων ποὺ ἔβοσκε ἐκεῖ κοντά. Ὁ Κύριος τοὺς τὸ ἐπέτρεψε. Καὶ ἀμέσως τὸ κοπάδι τῶν χοίρων καταλήφθηκε ἀπὸ μανία καὶ ὁρμώντας ἀπὸ τὸν κοντινὸ γκρεμὸ στὴ λίμνη πνίγηκε. Τρομαγμένοι οἱ βοσκοὶ ἔφυγαν καὶ ἀνήγγειλαν τὸ φοβερὸ γεγονὸς στοὺς κατοίκους τῆς πόλης καὶ τῶν γύρω χωριῶν.

Γιατί ὁ Κύριος ἔδωσε μία τέτοια ἄδεια ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴ τῶν χοίρων; Τὴν ἔδωσε γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον, γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἐκείνης ἀλλὰ κι ὅλοι ἐμεῖς τὴν καταστροφικὴ μανία τῶν δαιμόνων· καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ τιμωρήσει τοὺς ἰδιοκτῆτες τοῦ κοπαδιοῦ ποὺ ἔτρεφαν χοίρους παράνομα, ἀφοῦ τὸ χοιρινὸ κρέας ἦταν ἀπαγορευμένο στοὺς Ἑβραίους ἀπὸ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ εἴδηση προκάλεσε φόβο στὴν περιοχή. Οἱ κάτοικοι κατέφθασαν ἀπὸ παντοῦ κι ἔκπληκτοι ἔβλεπαν τὸν πρώην δαιμονισμένο νὰ κάθεται ἥσυχος κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου. Τὸ θέαμα τοῦ θεραπευμένου ἀνθρώπου καὶ τῶν πνιγμένων χοίρων τοὺς γέμισε μὲ τρόμο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁμαδικὰ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο τους. Φοβήθηκαν, φαίνεται, μήπως χάσουν ὅλοι τὶς περιουσίες τους.

Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ ἐκεῖνοι Τὸν ἔδιωχναν, ὁ πρώην δαιμονισμένος παρακαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ Τὸν ἀκολουθήσει. Ἀλλὰ ὁ Κύριος δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεψε. Τοῦ παράγγειλε νὰ μείνει στὸν τόπο του, γιὰ νὰ διηγεῖται στοὺς δικούς του τὸ μεγάλο θαῦμα. Καὶ ὁ εὐγνώμων ἄνθρωπος τὸ ἔκανε μέ ὅλες του τίς δυνάμεις. Διακήρυττε σὲ ὅλη τὴν πόλη τὴ θαυμαστή του θεραπεία.

ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ

Ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων τῆς περιοχῆς ἐκείνης ἔμεινε παραδειγματικὴ στὴν ἱστορία. Ἀπὸ τότε λέμε «Γαδαρηνούς» ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διώχνουν ἀπὸ τὴ ζωή τους τὸν Χριστό. Τὸν διώχνουν, δὲν θέλουν νὰ ἔχουν πολλὲς σχέσεις μαζί Του. Γιατί; Διότι Τὸν φοβοῦνται. Φοβοῦνται μήπως μὲ τὴν παρουσία Του βλάψει αὐτὰ στὰ ὁποῖα εἶναι δοσμένη ἡ ψυχή τους. Τὴν περιουσία τους, τὶς δραστηριότητές τους, τὴν ἐξέλιξή τους. Φοβοῦνται μήπως τοὺς ἐμποδίσει ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλά τους ἔργα. Μήπως δὲν μπορέσουν νὰ πραγματοποιήσουν τὶς κοσμικὲς ἐφάμαρτες ἐπιδιώξεις τους, τὶς παράνομες καὶ ἔνοχες ἐπιθυμίες τους.

Τελικὰ ὁ Χριστὸς συχνὰ καθίσταται ἀνεπιθύμητος. Ἀκόμη κι ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους, τοὺς πιστοὺς Χριστιανούς. Θέλουμε νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ δαιμόνια, ἀλλὰ χωρὶς νὰ πειράξει τοὺς χοίρους τῶν παθῶν μας ποὺ παράνομα ἐκτρέφουμε. Θέλουμε δηλαδὴ νὰ μᾶς προστατέψει ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου (μαγεῖες, μαντεῖες κλπ.), δὲν συμφωνοῦμε ὅμως μὲ τὸ νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ πάθη μας, τὸν φιλήδονο καὶ σαρκικὸ τρόπο ζωῆς, καὶ νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του.

Πόσο ἐπικίνδυνος εἶναι ὁ Χριστός!

Οἱ ἄνθρωποι θέλουμε τὴν προστασία Του, δὲν δεχόμαστε ὅμως ἐξίσου πρόθυμα τὴν ἑξαγιαστικὴ καὶ ἀνακαινιστικὴ παρουσία Του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, χωρὶς νὰ τὸ πολυκαταλαβαίνουμε, γινόμαστε καὶ ἐμεῖς κάποιου εἴδους«Γαδαρηνοί». Τὸν Χριστὸ τὸν θέλουμε ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς ζωῆς μας. Ἀλλὰ τότε τί νόημα καὶ ποιὰ χαρὰ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει ἡ ζωή μας; Ἀφοῦ τὸ νόημα καὶ ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Χριστός, ἡ ζωή μας!

Κυριακή Λουκά του Αποστόλου και Ευαγγελιστού -«Ασπάζεται υμάς Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός»

αναρτήθηκε στις 17 Οκτ 2020, 8:19 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 17 Οκτ 2020, 8:20 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Κολ. δ' 5 – 18

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ι' 16 – 21


Μέσα από την πρόσφατη πανδημία του κορωνοΐού, καθώς και από άλλες προσωπικές περιπτώσεις, νιώσαμε την αξία του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού και πολλές φορές αισθανθήκαμε την ανάγκη να τους εκφράσουμε το δικό μας ευχαριστώ. Όμως, όταν ο ιατρός δεν περιορίζεται μόνο στην άσκηση του λειτουργήματός του, αλλά για κάποιον γίνεται και «συνεργός εις την Βασιλείαν του Θεού» και τον ακολουθεί, ακόμα και «μόνος» (Β' Τιμ.δ΄11 ) μέχρι τέλους, τότε οποιοδήποτε εγκώμιο είναι ευπρόσδεκτο. Όταν μάλιστα αυτό γίνεται από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο, τότε το περιεχόμενο του εγκωμίου ξεπερνά την απλή φιλοφρόνηση. Αυτό συμβαίνει με τον σημερινό εορταζόμενο Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά ο οποίος κατέκτησε την αγάπη του Αποστόλου Παύλου. Τον ακούσαμε σήμερα να λέει γι' αυτόν: «Ασπάζεται υμάς Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός». Σας χαιρετά ο αγαπητός μου γιατρός Λουκάς.

 Ο Λουκάς, είναι ο μόνος από τους Ευαγγελιστές ο οποίος δεν ήταν Ιουδαίος. Ήταν Έλληνας και καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας. Σπούδασε ιατρική στην Ταρσό της Κιλικίας όπου και γνωρίστηκε με τον Παύλο. Προσηλυτίστηκε στην Ιουδαϊκή Θρησκεία, γεγονός που προετοίμασε το έδαφος για την αποδοχή της Χριστιανικής διδασκαλίας. Η παράδοση της Εκκλησίας, τον θεωρεί σαν ένα από τους εβδομήντα μαθητές του Χριστού, στους οποίους και αναφέρεται το σημερινό Ευαγγέλιο. Γεγονός που επιβεβαιώνεται ίσως και μέσα από την περιγραφή της πορείας προς την πόλη Εμμαούς και τη συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό. Όμως, το σημαντικότερο για τον Λουκά είναι ότι, θέτοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία του Χριστού και του Ευαγγελίου το όνομά του «εγράφη εν τοις ουρανοίς».

 Αργότερα, όταν ο Απόστολος Παύλος θα βρίσκεται σε πλήρη ιεραποστολική δράση και θα ετοιμάζεται για τη δεύτερη Αποστολική περιοδεία με αφετηρία την Αντιόχεια, τότε θα γίνει και η πιο καθοριστική συνάντηση. Από εκείνη τη στιγμή ο Λουκάς, δε θα είναι απλά αυτόπτης μάρτυρας του κηρύγματος του Ευαγγελίου, αλλά θα είναι και «συνεργός» του Παύλου στη διάδοση του Ευαγγελίου. Η παρουσία του επιβεβαιώνεται από την Τρωάδα και στο εξής με τη χρήση, κατά την περιγραφή, του πρώτου πληθυντικού αριθμού. Όπως, «εζητήσαμεν», «ευθυδρομήσαμεν», «ήμεν», «καθίσαντες ελαλούμεν», «πορευομένων ημών εις την προσευχήν» (Πράξ. ιστ' 10-16). Το σημαντικότερο αποτέλεσμα αυτής της περιοδείας ήταν η διάδοση του Ευαγγελίου στον Ελληνικό και κατ' επέκταση και στον Ευρωπαϊκό χώρο.

 Η έναρξη του εκχριστανισμού της Ελλάδος, καθώς και της Ευρώπης είναι τόσο σημαντική, που θα συνεχιστεί και με την Τρίτη Αποστολική περιοδεία. Ο Λουκάς, πιστός συνοδός του Παύλου, θα ζήσει στιγμή προς στιγμή, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη φυλάκισή του στη Ρώμη. Κατά τη δεύτερη μάλιστα φυλάκισή του, ο Λουκάς θα είναι ο μόνος από τους μαθητές και συνεργάτες του που είναι μαζί του. Γράφει ο ίδιος ο Παύλος στη Δεύτερη επιστολή του στον Τιμόθεο, ότι: «Λουκάς εστι μόνος μετ' εμού»(Β'Τιμ.δ'11).

Μετά το μαρτυρικό θάνατο του Αποστόλου Παύλου, κατά τον διωγμό του Νέρωνα, ο Ευαγγελιστής Λουκάς κήρυξε τον λόγο του Θεού στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Αίγυπτο, την Μικρά Ασία, την Ελλάδα και κατέληξε στη Βοιωτία, όπου και βρήκε μαρτυρικό θάνατο στις Θήβες. Όμως ,παρά τον μαρτυρικό θάνατό του, μέσα από το Ευαγγέλιο του, καθώς και τις Πράξεις των Αποστόλων, θα συνεχίσει να μεταφέρει το μήνυμα της αγάπης του Θεού προς τον αμαρτωλό άνθρωπο, καθώς και το μήνυμα της Χριστιανικής ζωής, που είναι η ισότητα και η αγάπη στα πλαίσια του συνδέσμου της Μυστηριακής ζωής.

Το Ευαγγέλιο του Λουκά, αποτελεί, κατά τον ίδιο: «διήγηση για τα γεγονότα, που είναι βεβαιωμένο ότι συνέβησαν ανάμεσά μας, όπως μας τα παρέδωσαν εκείνοι που από την αρχή ήταν αυτόπτες μάρτυρες και έγιναν κήρυκες αυτού του χαρμόσυνου μηνύματος (Λουκ. α'1-4). Έτσι, μέσα από το Ευαγγέλιό του μεταφέρει μεν γεγονότα αυτοπτών μαρτύρων, αλλά, αφού τα ερεύνησε με ακρίβεια από την αρχή ότι αυτά είναι αυθεντικά. Μέσα από το Ευαγγέλιο του μεταφέρει το ελπιδοφόρο μήνυμα της σωτηρίας για όλους τους ανθρώπους με μια αμφίδρομη κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο και του ανθρώπου προς τον Θεό. Το μαρτυρεί με την Σταυρική θυσία του Χριστού και το επιβεβαιώνει μέσα από τις παραβολές του «απολωλότος προβάτου», της «απωλεσθείσης δραχμής», «του ασώτου υιού» και «του καλού Σαμαρείτη». Τέλος τη σωτηρία, σαν αμφίδρομη κίνηση την επισφραγίζει με την περίπτωση του Ζακχαίου. Το Ευαγγέλιο του Λουκά περιγράφει ακόμα τη Γέννηση, τη ζωή, τη διδασκαλία και τα θαύματα του Χριστού και καταλήγει με τη Σταύρωση, την Ταφή, την Ανάσταση και την Ανάληψη Του στους ουρανούς.

 Αν το Ευαγγέλιο του το έγραψε βασισμένος σε πληροφορίες αυτοπτών μαρτύρων, όπως της Παρθένου Μαρίας και άλλων αξιόπιστων προσώπων, το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων το έγραψε, βασισμενος στις δικές του προσωπικές εμπειρίες. Μέσα στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων καταγράφει, την ίδρυση και τη ζωή της Πρώτης Εκκλησίας, καθώς και τη δράση των Αποστόλων Πέτρου, Παύλου και Βαρνάβα. Μέσα από τα κείμενά του, μιλά ιδιαίτερα το Άγιον Πνεύμα, που φωτίζει τον νουν και καθοδηγεί το χέρι του Λουκά. Ο ίδιος, υποτάσσει την άριστη γνώση της Ελληνικής γλώσσας στην υπηρεσία του Ευαγγελίου και ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα της ψυχής του αφήνει τη Χάρη του Θεού να τον φωτίζει και να τον καθοδηγεί.

Αδελφοί μου, ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς από τη στιγμή που δέχθηκε το μήνυμα του Ευαγγελίου, ως αληθινός υπηρέτης του Θεού και των ανθρώπων, δεν πέρασε απλά στην ιστορία μέσα από μια ληξιαρχική πράξη, αλλά προχώρησε και πέραν από αυτή φτάνοντας στην αιωνιότητα. Ο ίδιος είχε το προνόμιο να καταγράψει στιγμιότυπα από τη ζωή και το έργο του Χριστού, μέσα στο Ευαγγέλιο του, αλλά και να γίνει ο πρώτος ίστορικός της Εκκλησίας, με τη συγγραφή του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων. Μέσα από αυτό μας κατέγραψε το τελευταίο επίγειο γεγονός της ζωής του Χριστού, την Ανάληψη και απαθανάτισε με τον πιο παραστατικό τρόπο την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής (Πράξ. α'1-11 και β'1-13).Επειδή δε ,υπηρέτησε τον Θεό με προθυμία, με ταπείνωση και αυταπάρνηση και τον άνθρωπο με στοργή και αγάπη, για τούτο και αξιώθηκε της υπέρτατης τιμής και χαράς, κατά το σημερινό Ευαγγέλιο, το όνομά του «να γραφτεί στον ουρανό». Ας τον μιμηθούμε. Αμήν. 

Κυριακή Δ΄ Λουκά (Των αγίων Πατέρων της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου)- «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ».

αναρτήθηκε στις 10 Οκτ 2020, 3:15 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 10 Οκτ 2020, 3:15 π.μ. ]

  Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Τίτον γ΄ 8 – 15

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκά η΄ 5 – 15

«Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ».

Πάνσοφος ο δημιουργός Θεός, αγαπητοί μου αδελφοί, έπλασε τον άνθρωπο και τον τοποθέτησε μέσα στην πλούσια και ποικίλη δημιουργία Του. Και όπως αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη «εἶδεν ὁ Θεός τά πάντα ὅσα ἐποίησε, καί ἰδού καλά λίαν».

Με την απέραντη αγάπη Του, και το απύθμενο ενδιαφέρον Του, δημιούργησε τα πάντα πολύ καλά, χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις. Έδωσε σε όλα τις ίδιες ευκαιρίες συντήρησης και ανάπτυξης. Κι όταν ακόμη μετά την παρακοή, έχασαν οι πρωτόπλαστοι τον παράδεισο, εξακολούθησε να ενδιαφέρεται για τα δημιουργήματά Του και να αγαπά τον άνθρωπο, που είναι η κορωνίδα της δημιουργίας, όπως την γνωρίσαμε. Την τεράστια αγάπη Του για τον άνθρωπο, για μας, την απέδειξε στέλνοντας τον μονογενή Υιό Του, να σταυρωθεί για τις αμαρτίες μας. Μάς έδωσε άλλη μιαν ευκαιρία σωτηρίας. Ωστόσο, μάς έπλασε ελεύθερους και αυτεξούσιους. Να διαλέξουμε, αν θα δεχτούμε τη δωρεά της σωτηρίας. Παρέμεινε το δικαίωμα να αποφασίζουμε μόνοι μας. Όμως, οι πρωτόπλαστοι εκμεταλλευόμενοι την ελευθερία τους, παρέβησαν την εντολή του Θεού, και φυσικά αυτό είχε και ως συνέπεια να χάσουν τον παράδεισο με τα προνόμια του. Τον έπλασε ακόμη «κατ’ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν του», δηλαδή να έχει τη δυνατότητα αλλά και την ελευθερία, να ομοιωθεί με τον Δημιουργό του, ακολουθώντας τον λόγον που είναι αξιόπιστος, όπως ανέφερε ο Απόστολος Παύλος στον Τίτο. Αλλά δεν επεμβαίνει για να καταργήσει την ελεύθερη ανάπτυξη και διαμόρφωση της ιδιαίτερης προσωπικότητας του καθενός.

«Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ».

Βγήκε ο γεωργός-σπορέας να σπείρει στα χωράφια του τον σπόρο.

 Όταν, αγαπητοί μου, ο Κύριος αναπτύσσοντας την παραβολή του σπορέως, αναφέρει τις τέσσερις χαρακτηριστικές ομάδες ανθρώπων, αυτή την ελεύθερη επιλογή του καθενός μας, θέλει να τονίσει. Ελεύθερη επιλογή, που φυσικά και λογικά συνεπάγεται και την ευθύνη για τις όποιες πράξεις, σχέσεις και συνέπειες, θα έχει η επιλογή μας.

 Η οποιαδήποτε επιλογή μας, προφανώς θα είναι και ο μελλοντικός οδηγός, στις πράξεις της καθημερινής μας ζωής. Αυτές θα διαμορφώσουν τον χαρακτήρα μας. Με βάση αυτή, θα επικοινωνήσουμε με τους γύρω μας. Αυτή θα καθορίσει τους στόχους για τη ζωή μας. Αλλά αυτή θα δείξει, ποια σχέση επιλέξαμε να έχουμε με τον Θεό. Άρα η επιλογή μας είναι μια τρίπλευρη πραγματικότητα. Η μια σε ότι αφορά τον εαυτό μας, τη διαμόρφωση της ζωή μας, η άλλη τις σχέσεις μας προς τον πλησίον, την κοινωνία μέσα στην οποία επιλέξαμε να ζούμε, και η τρίτη τη συμμόρφωση της ζωής μας, με το θέλημα του Θεού.

Καιρός της σποράς, αγαπητοί μου αδελφοί, και ο γεωργός, συγκέντρωσε τα εργαλεία του, ξεχώρισε τον εκλεκτό σπόρο, που είχε φυλάξει, τα φόρτωσε όλα, και πήγε στο χωράφι του. Ωστόσο, το χωράφι του, όπως και κάθε χωράφι, δεν ήταν τέλειο, για εξαιρετική απόδοση και καρποφορία. Όμως, αυτό υπήρχε, και οπωσδήποτε κάποιο καρπό θα παρήγε. Λίγο ή πολύ! «Ὅ μέν ἔπεσε παρά τήν ὁδόν», «ἕτερον ἐπί τήν πέτραν», «ἕτερον ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν», αλλά ευτυχώς «καί ἕτερον ἔπεσεν ἐπί τήν γῆν τήν ἀγαθήν». Γειτόνευε το χωράφι με τον δρόμο και ένα μέρος του σπόρου, όπως το έρριχνε, έπεσε στο δρόμο. Οι περαστικοί το πάτησαν και τα πουλιά, το έφαγαν. Υπήρχε και ένα πετρώδες τμήμα, που ο σπόρος μόλις φύτρωσε, δεν άντεξε και ξεράθηκε. Κάτι ανάλογο έπαθε και ο σπόρος που έπεσε μέσα στα αγκάθια. Έπνιξαν το φυτό, μόλις βγήκε. Αλλά υπήρχε και η «ἀγαθή γῆ». Ο σπόρος που έπεσε σε παχιά, καθαρή και υγρή γή, είχε μεγάλη απόδοση. «Ἐποίησε καρπόν ἑκατονταπλασίονα».

«Τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη;» Οι μαθητές δεν μπόρεσαν να καταλάβουν αμέσως το νόημα της παραβολής. Απαντά λοιπόν ο Κύριος, στους μαθητές Του, αλλά και σε μας, που ακούσαμε τη σημερινή παραβολή. Ο σπόρος είναι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ». Επιπόλαιοι και μάλλον αδιάφοροι ακούνε τον λόγο του Θεού, αλλά είναι σα να έπεσε στον δρόμο. Έρχεται ο διάβολος και αφαιρεί τον λόγο του Θεού από την καρδιά τους. Υπάρχουν και εκείνοι, όπως ο σπόρος στις πέτρες, που εύκολα ενθουσιάζονται ακούγοντας τον λόγο του Θεού, αλλά γρήγορα τον ξεχνούν. Άλλοι, είναι ο σπόρος που έπεσε στα αγκάθια. Ακούνε με ενδιαφέρον τον λόγο του Θεού, αλλά τα προβλήματα, οι διασκεδάσεις της ζωής, τους παρασύρουν και ξεχνούν τον λόγο του Θεού. Αλλά, αγαπητοί μου, υπάρχει, ευτυχώς, και η «ἀγαθή γῆ», το καρποφόρο χωράφι. Είστε εσείς, που ακούτε με προσοχή τον λόγο του Θεού. Είμαστε όλοι εμείς που αποδεχόμαστε τον λόγο του Θεού, ως ρυθμιστή της ζωής μας. Η ζωή μας γίνεται καρποφόρα σε έργα αγαθά. Φροντίζουμε να εναρμονίζουμε τη ζωή με το ευαγγέλιο. Οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους, καθοδηγούνται από τις εντολές του Κυρίου μας. Και συνεπώς και η σχέση μας με τον Θεό, τον οποίο αγαπούμε, είναι αυτή που τους προσφέρει την ειρήνη της ψυχής, τη βοήθεια στα έργα τους, τη συμπαράσταση στα προβλήματα και τις δυσκολίες μας.

Ανέφερε, αγαπητοί μου, η παραβολή τις τέσσερις χαρακτηριστικές κατηγορίες ανθρώπων, ώς προς τη σχέση τους με τον θείο λόγο. Δεν σημαίνει ότι ποσοτικά οι άνθρωποι χωρίζονται σ’ αυτές τις τέσσερις κατηγορίες. Πολλοί είναι οι πιστοί ακόλουθοι του Κυρίου, που μπορεί να μην παράγουν «ἑκατονταπλασίονα» καρποφορία καλών έργων στη ζωή τους, αλλά προσπαθούν. Προσπαθούμε όλοι, πολλές φορές, κάνοντας λάθη. Πολλοί είναι εκείνοι, που ενώ «αἱ ἄκανθοι ἀπέπνιξαν» τον λόγο του Θεού, στη ψυχή τους, κάποια στιγμή ξύπνησαν, κατάλαβαν το λάθος τους και επέστρεψαν στον δρόμο του Θεού. Είναι και εκείνοι, που ενώ επιπόλαια και αδιάφορα άκουσαν τον λόγο του Θεού, όταν βρέθηκαν μπροστά σε ανυπέρβλητα εμπόδια, δύσκολα προβλήματα, θυμήθηκαν τον Θεό και έτρεξαν να ζητήσουν βοήθεια και προστασία. Γιατί τελικά ο λόγος του Θεού, είναι «πιστός», πρέπει να τον εμπιστευόμαστε. Αλλά, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν είναι απλώς ένα ευχάριστο ακρόαμα, που αναμφίβολα ειρηνεύει την ψυχή μας. Αποτελεί τον πρακτικό και ηθικό οδηγό, που μετατρέπει, με προσπάθεια και κόπο, την άκαρπη ζωή μας σε εκατονταπλάσια καρποφόρα. Διαμορφώνει την κοινωνία στην οποία ζούμε. Οικοδομεί νέο υψηλό πολιτισμό, πάνω σε στέρεες ηθικές βάσεις και απόλυτες αξίες. Αυτόν τον θείο λόγο, καλούμαστε σήμερα, ως «ἡ ἀγαθή γῆ», πρακτικοί αποδέκτες του, με την βοήθεια πάντοτε του Κυρίου μας, να τον μετατρέψουμε σε ζωντανό, ρυθμιστή μιας πολλαπλά καρποφόρας καθημερινής ζωής. 

Κυριακή Β΄ Λουκά -«Και έσεσθε υιοί υψίστου» (Λουκ.στ'35 )

αναρτήθηκε στις 3 Οκτ 2020, 12:40 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 3 Οκτ 2020, 12:40 μ.μ. ]


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Β' Κορ. στ΄16- ζ'1

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. στ'31-36

Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου. Μέσα από την ηθική τελείωση να κατορθώσει να καταστεί «υιός του υψίστου». Να γίνει κατά χάριν παιδί του Θεού. Αυτή η «υιοθεσία», είναι δώρο του Θεού και προσφέρεταί ως δυνατότητα για όλους τους ανθρώπους, αλλά και στον καθένα ξεχωριστά, ως πράξη ελεύθερης επιλογής. Για τούτο και ο Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει: «Ο Θεός, λοιπόν, αδελφοί μου, σας κάλεσε για να ζήσετε ελεύθεροι. Μόνο να μη γίνει η ελευθερία αφορμή για αμαρτωλή διαγωγή, αλλά με αγάπη να υπηρετείτε ο ένας τον άλλο. Άλλωστε όλος ο νόμος συνοψίζεται σε μια φράση, στο ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Αν, όμως, δαγκάνετε ο ένας τον άλλον, προσέξτε μήπως αλληλοεξοντωθείτε» (Γαλ. ε'13-15).

Όπως η υιοθεσία είναι προσφορά του Θεού και έκφραση της μέγιστης αγάπης Του προς εμάς τους αμαρτωλούς ανθρώπους, έτσι και η υλοποίησή της, περνά μέσα από την αγάπη και την προσφορά προς τον συνάνθρωπο. Αν αυτό το γεγονός αγνοηθεί ή και το χειρότερο υποτιμηθεί, τότε δεν θα υπάρχει η δυνατότητα της υιοθεσίας και κατ' επέκταση και της αληθινής Θεογνωσίας. Και τούτο γιατί, κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη: «Η αγάπη προέρχεται από τον Θεό. Όποιος αγαπάει δείχνει ότι έχει αναγεννηθεί από τον Θεό. Όποιος δεν αγαπάει δε γνώρισε τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Έτσι αποδείχθηκε η αγάπη του Θεού για μας. Απέστειλε τον Υιό Του το μονογενή στον κόσμο για να μας χαρίσει τη νέα ζωή, αν ενωθούμε μ’ Αυτόν. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της αγάπης του Θεού. Όχι ότι εμείς τον αγαπήσαμε, αλλά ότι αυτός μας αγάπησε και έστειλε τον Υιό Του για να μας ελευθερώσει από τις αμαρτίες μας. Αν ο Θεός, αγαπητοί μου, έτσι μας αγάπησε, οφείλουμε κι εμείς ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο» (Α' Ιωάν.δ'7-11).

 Για να γίνουμε, λοιπόν, «υιοί του υψίστου», χρειάστηκε η Ενανθρώπηση και η Σταυρική θυσία του Χριστού. Με θεμέλιο αυτή τη συγκατάβαση, προσφορά και αγάπη του Θεού προς εμάς, μπορούμε να οδηγηθούμε στην κατά χάριν υιοθεσία, μέσα από μια διαρκή ενότητα με τον Χριστό, καθώς και ένα σταθερό αγώνα για την ηθική τελείωσή μας. Μόνο διά του Χριστού αποκτά αξία η οποιαδήποτε ηθική πρόοδος, καθώς και η ενάρετη ζωή. Ο Χριστός χάραξε τον δρόμο. Μας αποκάλυψε ότι: «Είναι στενή η πύλη και γεμάτη δυσκολίες η οδός που οδηγεί στη ζωή, και λίγοι είναι εκείνοι που τη βρίσκουν», αλλά και μας προέτρεψε: «Μπείτε από τη στενή πύλη γιατί είναι πλατιά η πύλη και ευρύχωρη η οδός που οδηγεί στον χαμό, και πολλοί μπαίνουν απ' αυτήν» (Ματθ.ζ'13-14). Όμως, ο Ίδιος δεν περιορίστηκε μόνο στην αποκάλυψη των δυσκολιών, ούτε και σε απλές προτροπές. Πρώτος τον ακολούθησε. Μάτωσε. Με τις πληγές Του γιατρευτήκαμε (Α' Πέτρ. β' 24).

Ο Χριστός, λοιπόν, χάραξε τον δρόμο και τον ακολούθησε, όσο δύσκολος και ανηφορικός κι αν ήταν, έστω κι αν αυτός οδηγούσε στον Σταυρό. Το ομολόγησε ήδη στους Μαθητές Του, που επίμονα ζητούσαν την   πρωτοκαθεδρία, ότι: « όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος. Όπως κι ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να Τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή Του λύτρο για όλους» (Ματθ. κ'27- 28). Έδωσε ο Ίδιος ο Χριστός το παράδειγμα και κάλεσε όσους θέλουν να τον ακολουθήσουν να τον μιμηθούν. Ζήτησε θυσίες και πρώτιστα τη θυσία του «εγώ». Όμως, δεν σταμάτησε ως εδώ. Προχώρησε, χαράσσοντάς τους την πορεία προς την τελείωση. Μέσα από το σημερινό Ευαγγέλιο πρόσφερε όλα τα αναγκαία εφόδια για να μπορεί να γίνει κατορθωτός αυτός ο στόχος.

 Ο Χριστός ξεκίνησε με μιαν προτροπή, που φαινομενικά είναι εύκολη και η οποία με την εφαρμογή της προσφέρει ένα τέλειο πρότυπο ζωής και συμπεριφοράς: «Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να τους συμπεριφέρεστε κι εσείς». Ένα πρότυπο κανόνα που ξεπερνά όλους τους ανθρώπινους νόμους και κανόνες και που οριοθετεί την έννομη τάξη και θεμελιώνει την ενάρετη ζωή. Και το σημαντικότερο, για την εφαρμογή του, δεν χρειάζεται εξαναγκασμός και επιβολή, αλλά μόνο η ελευθερία και η αγάπη. Για τούτο και ονομάστηκε «χρυσούς κανόνας».

Επειδή ο νόμος του Θεού δεν περιορίζεται μόνο στα εφήμερα, αλλά κινείται και στην προοπτική της αιωνιότητας, για τούτο και προετοιμάζει τους ανθρώπους για να γίνουν «υιοί του Υψίστου». Για την επίτευξη δε αυτού του στόχου, συνεχίζει σήμερα ο Χριστός με τριπλή προτροπή και που έχει σαν μοναδικό κίνητρο την ανιδιοτελή αγάπη, όπως την επιβεβαίωσε έμπρακτα ο Ίδιος: «Άγαπάτε τους εχθρούς υμών», «αγαθοποιείτε» και «Γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ υμών οικτίρμων εστί». Μέσα από αυτό το τρίπτυχο, ο Χριστός χαράσσει την πορεία προς την τελείωση που έχει ως κατάληξη το «έσεσθε υιοί του Υψίστου».

 Αν για τους Ιουδαίους, το «αγαπήσεις τον πλησίον σου»,ήταν πράξη αρετής και ισοδύναμη με την αγάπη προς τον εαυτό τους ,το «άγαπάτε τους εχθρούς υμών», αποτελεί υπέρβαση αλλά και θυσία του εαυτού μας για χάρη των συνανθρώπων μας. Μια υπέρβαση και μια θυσία ,που μας εξυψώνει και μας κάνει μιμητές του Χριστού. Αυτή η υπέρβαση του εγωισμού, μέσα από τη συγχώρεση, θα ανοίξει διάπλατα την πόρτα στην ανιδιοτελή αγάπη και θα μας κάνει μιμητές του Θεού, «που είναι καλός ακόμα και με τους αχαρίστους και τους κακούς».

 Αδελφοί μου, αν ο πύργος της Βαβέλ, υπήρξε η απαρχή για τη σύγχυση των γλωσσών και κατ'επέκταση και του διαχωρισμού των ανθρώπων και των λαών, τότε η γλώσσα, που ένωσε και που ενώνει εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια τους ανθρώπους, συμπυκνώνεται στη λέξη «αγάπη». Γιατί, είναι ειλικρινής και ανιδιοτελής. Γιατί, αγκαλιάζει χωρίς διακρίσεις, όλους τους ανθρώπους, αλλά και χωρίς προϋποθέσεις όλους τους λαούς. Σε μιαν εποχή, που ο άνθρωπος αγωνίζεται να γίνει «γλωσσωμαθής»,την ίδια στιγμή καθίσταται «αμαθής» και κατ’ επέκταση. και «απαθής». Και τούτο γιατί αποξενώθηκε από τη γλώσσα της αγάπης, και κατά συνέπεια αποξενώθηκε από τον Θεό και τον συνάνθρωπο . Λοιπόν, «Στώμεν καλώς. Στώμεν μετά φόβου». Ιδιαιτέρως δε και μετά πάσης αγάπης. Αμήν. 

Κυριακή Α΄ Λουκά - Η θαυμαστή αλιεία

αναρτήθηκε στις 26 Σεπ 2020, 11:06 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 26 Σεπ 2020, 11:06 π.μ. ]

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ : Λκ. ε΄ 1-11

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Β΄Κορ. 6,1-10


1. Ο ΣΚΟ­ΠΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥ­ΜΑ­ΤΟΣ

Ὁ Κύ­ρι­ος πε­ρι­δι­α­βαί­νει τήν ἀ­κρο­γυ­α­λι­ά τῆς Γα­λι­λαί­ας καί τά πλή­θη τρέ­χουν μέ πό­θο κον­τά του. Καί κα­θώς βλέ­πει δύ­ο μι­κρά πλοῖ­α ἀ­ραγ­μέ­να στή λί­μνη, μπαί­νει σ’ ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά· εἶ­ναι τό πλοῖ­ο τοῦ Σί­μω­να. Καί τόν πα­ρα­κα­λεῖ νά τό σύ­ρει λί­γο πι­ό μέ­σα στή λί­μνη γι­ά νά δι­δά­ξει τά πλή­θη μέ­σα ἀ­πό τό πλοῖ­ο αὐ­τό. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τή δι­δα­σκα­λί­α του ὁ Κύ­ρι­ος λέ­ει στόν Σί­μω­να: Φέ­ρε πά­λι τό πλοῖ­ο στά βα­θι­ά νε­ρά τῆς λί­μνης καί ρίξ­τε τά δίχ­τυ­α σας. Ὁ Σί­μων ὅ­μως μέ ἔκ­πλη­ξη τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται: Δι­δά­σκα­λε, ὅ­λη τή νύχ­τα κο­πι­ά­σα­με ρί­χνον­τας τά δίχ­τυ­α καί δέν πι­ά­σα­με τί­πο­τε. Ἀ­φοῦ ὅ­μως τό δι­α­τά­ζεις ἐ­σύ, θά ρί­ξω τό δίχ­τυ. Καί τό θαῦ­μα πού ἀ­κο­λού­θη­σε ἦ­ταν ἐν­τυ­πω­σι­α­κό. Τό δίχ­τυ τους γέ­μι­σε τό­σα πολ­λά ψά­ρι­α ὥ­στε ἄρ­χι­σε νά σχί­ζε­ται. Οἱ ψα­ρά­δες τό­τε φώ­να­ξαν ἀ­μέ­σως τούς συ­νε­ταί­ρους τους πού ἦ­ταν στό ἄλ­λο πλοῖ­ο, νά βο­η­θή­σουν νά σύ­ρουν τά δίχ­τυ­α ἐ­πά­νω. Μά τά ψά­ρι­α ἦ­ταν τό­σο πολ­λά ὥ­στε τά δύ­ο πλοῖ­α κιν­δύ­νευ­αν νά βυ­θι­σθοῦν.

Τί νό­η­μα ὅ­μως εἶ­χε αὐ­τό τό τό­σο ἐν­τυ­πω­σι­α­κό θαῦ­μα; Καί γι­α­τί ὁ Κύ­ρι­ος πρίν τό ἐ­πι­τε­λέ­σει ζή­τη­σε ἀ­πό τούς ψα­ρά­δες νά ρί­ξουν τά δίχ­τυ­α τους σέ ἀ­κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, καί μά­λι­στα χω­ρίς νά τούς ὑ­πο­σχε­θεῖ ὅ­τι θά πι­ά­σουν ψά­ρι­α; Δι­ό­τι ὁ Κύ­ρι­ος μέ­σα ἀ­πό τό θαῦ­μα αὐ­τό ἤ­θε­λε νά δι­δά­ξει πο­λύ με­γά­λες ἀ­λή­θει­ες στούς ψα­ρά­δες τῆς Γα­λι­λαί­ας, τούς ὁ­ποί­ους σέ λί­γο θά κα­λοῦ­σε νά γί­νουν ἁ­λι­εῖς ἀν­θρώ­πων καί νά σα­γη­νεύ­ουν στά πνευ­μα­τι­κά τους δίχ­τυ­α ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη. Αὐ­τό τό θαῦ­μα ἦ­ταν τύ­πος τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἁ­λι­εί­ας τους. Καί ἔ­πρε­πε νά χα­ρα­χθεῖ βα­θι­ά στήν ψυ­χἠ τους. Ἔ­πρε­πε νά τό θυ­μοῦν­ται πο­λύ κα­λά οἱ ἀ­πό­στο­λοι τοῦ Κυ­ρί­ου ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα στό τι­τά­νι­ο ἔρ­γο τους θά συ­ναν­τοῦ­σαν δυ­σκο­λί­ες καί ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις. Νά θυ­μοῦν­ται καί νά συ­ναι­σθά­νον­ται ὅ­τι στήν πνευ­μα­τι­κή τους δι­α­κο­νί­α χω­ρίς τόν Κύ­ρι­ο δέν θά μπο­ροῦ­σαν τί­πο­τε νά ἐ­πι­τύ­χουν, ἐ­νῶ μέ τή δι­κή του δύ­να­μη θά μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν τά πάν­τα. Ἄ­δει­α τά δίχ­τυ­α χω­ρίς τήν εὐ­λο­γί­α του. Γε­μά­τα ὅ­ταν τά εὐ­λο­γεῖ ὁ Χρι­στός.

Ἔ­πρε­πε ἀ­κό­μη νά κα­τα­λά­βουν οἱ μα­θη­τές μέ­σα ἀ­πό τό θαῦ­μα αὐ­τό ὅ­τι γι­ά νά ἔ­χουν καρ­πο­φο­ρί­α στό ἔρ­γο τους θά ἔ­πρε­πε νά ἔ­χουν τυ­φλή ὑ­πα­κο­ή στά προ­στάγ­μα­τα τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἀ­κό­μη καί σ’­αὐ­τά πού δέν κα­τα­νο­οῦ­σε ἡ πε­πε­ρα­σμέ­νη τους λο­γι­κή. Καί νά μήν ὑ­πο­λο­γί­ζουν κό­πο καί θυ­σί­ες. Αὐ­τοί νά δί­νουν τό χρό­νο τους, τόν κό­πο τους καί τή ζω­ή τους στήν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου, γι­ά νά τά με­τα­χει­ρι­σθεῖ ὅ­πως αὐ­τός ἤ­θε­λε· ἔ­χον­τας τή βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι ὁ Κύ­ρι­ος θά ἐ­πι­βρα­βεύ­ει τή θυ­σί­α τους, τήν πρό­θυ­μη ὑ­πα­κο­ή τους, τήν ἀ­δι­ά­σει­στη πί­στη τους στή δύ­να­μή του.

2. ΣΥ­ΝΑΙ­ΣΘΗ­ΣΗ Α­ΜΑΡ­ΤΩ­ΛΟ­ΤΗ­ΤΟΣ

Ὅ­ταν εἶ­δε ὁ Πέ­τρος τό πρω­το­φα­νές αὐ­τό καί ἀ­νέλ­πι­στο πλῆ­θος τῶν ψα­ρι­ῶν, ἔ­πε­σε στά γό­να­τα τοῦ Χρι­στοῦ καί εἶ­πε: Βγές ἀ­πό τό πλοῖ­ο μου καί φύ­γε ἀ­πό μέ­να, Κύ­ρι­ε, δι­ό­τι εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός, καί δέν εἶ­μαι ἄ­ξι­ος νά σ’ ἔ­χω στό πλοῖ­ο μου. Ὁ Κύ­ρι­ος ὅ­μως τόν κα­θη­σύ­χα­σε καί τοῦ εἶ­πε: Μή φο­βᾶ­σαι. Ἀ­πό τώ­ρα θά σα­γη­νεύ­εις ἀν­θρώ­πους, τούς ὁ­ποί­ους μέ τό κή­ρυγ­μά σου θά ὁ­δη­γεῖς στή σω­τη­ρί­α. Κα­τό­πιν ἀ­φοῦ ὅ­λοι μα­ζί οἱ ψα­ρά­δες ἐ­πα­νέ­φε­ραν τά πλοῖ­α στή στε­ρι­ά, ἄ­φη­σαν τά πάν­τα, καί τόν ἀ­κο­λού­θη­σαν.

Ἡ στά­ση ὅ­μως τοῦ ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου μᾶς δη­μι­ουρ­γεῖ κά­ποι­ον προ­βλη­μα­τι­σμό. Γι­α­τί ἀν­τί νά πα­νη­γυ­ρί­σει γι­ά τό με­γα­λει­ῶ­δες θαῦ­μα, πα­ρα­κά­λε­σε τόν Κύ­ρι­ο νά φύ­γει ἀ­πό τό πλοῖ­ο του; Αὐ­τός πού ἀ­πό τά παι­δι­κά του χρό­νι­α πε­ρί­με­νε τόν Μεσ­σί­α, τώ­ρα τοῦ ζη­τᾶ νά φύ­γει ἀ­πό τή ζω­ή του; Ἀ­σφα­λῶς τό αἴ­τη­μα τοῦ Πέ­τρου δέν ἐκ­φρά­ζει μι­ά δι­ά­θε­ση ἀρ­νή­σε­ως καί ἀ­πο­δι­ώ­ξε­ως τοῦ Χρι­στοῦ. Ἀν­τί­θε­τα. Ὁ ἄ­δο­λος αὐ­τός ψα­ράς τῆς Γα­λι­λαί­ας ἔ­νι­ω­σε τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ἕ­να φο­βε­ρό συγ­κλο­νι­σμό στήν ψυ­χή του. Κα­τά­λα­βε μέ­σα στήν εὐ­λο­γί­α τοῦ θαύ­μα­τος ὅ­τι δέν ἔ­χει μπρο­στά του ἕ­ναν ἁ­πλό ἄν­θρω­πο, ἀλ­λά ἕ­ναν μο­να­δι­κό δι­δά­σκα­λο πού ἔ­χει θεί­α δύ­να­μη. Καί αἰ­σθα­νό­με­νος τό με­γα­λεῖ­ο του δέν ἀν­τέ­χει νά ἀ­τε­νί­σει τό θε­ϊ­κό του πρό­σω­πο καί πέφ­τει συν­τε­τριμ­μέ­νος καί τόν προ­σκυ­νᾶ. Δι­ό­τι αἰ­σθά­νε­ται τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­νά­ξι­ο τῆς πα­ρου­σί­ας του. Αἰ­σθά­νε­ται τοῦ Χρι­στοῦ τήν ἁ­γι­ό­τη­τα καί τή δι­κή του ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τα.  

Αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει σέ κά­θε πνευ­μα­τι­κό ἄν­θρω­πο κά­θε φο­ρά πού αἰσθάνεται ἰδιαιτέρως ἔκδηλη τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του. Εἶ­ναι ἕ­να βί­ω­μα πού τό νι­ώ­θου­με οἱ πι­στοί κα­θώς βρι­σκό­μα­στε σέ μί­α ἱ­ε­ρή ὥ­ρα τῆς λα­τρεί­ας ἤ σέ στιγ­μές πού αἰ­σθα­νό­μα­στε τόν Θε­ό ὁ­λο­ζών­τα­νο στή ζω­ή μας, καί ἀ­φυ­πνί­ζε­ται ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τός μας, μᾶς συ­νέ­χει ὁ φό­βος τοῦ Θε­οῦ. Τρέ­μου­με, φο­βό­μα­στε τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να καί τήν πο­θοῦ­με καί τή λαχ­τα­ροῦ­με. Πῶς νά πλη­σι­ά­σου­με τόν πά­να­γνο Κύ­ρι­ο οἱ ρυ­πα­ροί καί ἀ­νά­ξι­οι; Αἰ­σθα­νό­μα­στε πό­σο ἁ­μαρ­τω­λοί εἴ­μα­στε καί ὅ­τι δέν ἀ­ξί­ζου­με τῶν εὐ­λο­γι­ῶν τοῦ Κυ­ρί­ου. Αὐ­τό ὅ­μως πού δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με ἴ­σως εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τήν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά μας, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἑλ­κύ­ου­με τό ἔ­λε­ος καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Κυ­ρί­ου. Γι’ αὐ­τό ἄς στε­κό­μα­στε μέ δέ­ος καί φό­βο ἐ­νώ­πι­όν του καί ἄς τόν πα­ρα­κα­λοῦ­με τα­πει­νά καί ὁ­λο­κάρ­δι­α νά μή φύ­γει πο­τέ ἀ­πό κον­τά μας λό­γῳ τῆς με­γά­λης ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τός μας, ἀλ­λά νά μέ­νει πάν­το­τε στή ζω­ή μας.

Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού - «Χριστῷ συνεσταύρωμαι, ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»

αναρτήθηκε στις 19 Σεπ 2020, 2:50 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 19 Σεπ 2020, 2:50 π.μ. ]


 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Γαλ. β΄ 16 – 20

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Μάρκ. η΄ 34 – θ΄ 1

Δια του βαπτίσματος έχω σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό. Τώρα πλέον αυτός ο άνθρωπος, με τις συνήθειες και τις επιθυμίες του, που ήταν πριν το βάπτισμα, πριν αποφασίσω να γίνω χριστιανός και να ακολουθώ τον Χριστό, δεν υπάρχει πια, έχει πεθάνει. Τώρα πλέον ζει μέσα μου ο Χριστός, σημειώνει ο Απόστολος Παύλος σε επιστολή του προς τους Γαλάτες.

Το μήνυμα που θέλει να περάσει ο απόστολος στους Γαλάτες, και φυσικά και σε μας, με αφορμή και την προ ολίγων ημερών ανάμνηση της υψώσεως του Τιμίου Σταυρου, είναι να ετοιμάσουμε την ψυχή μας, να καθαρίσουμε τον εαυτό μας, από πράξεις, συνήθειες και επιθυμίες που αντίκεινται στον νόμο του Θεού, για να κατοικήσει ο Θεός. Μεταφέρει και ερμηνεύει πάντοτε ο Παύλος το κήρυγμα του Θεανθρώπου Χριστού, σε πρακτικό επίπεδο, διαμορφώνοντας τη χριστιανική βιοθεωρία, χαράσσοντας τα πλαίσια στα οποία πρέπει να κινείται η καθημερινότητά μας.

Προϋποτίθεται, λοιπόν, η γνώση του θελήματος του Θεού. Ως πιστοί χριστιανοί, αγαπητοί μου αδελφοί, γνωρίζουμε, ή οπωσδήποτε οφείλουμε να γνωρίζουμε το θείο θέλημα. Μετά, θα προσπασθήσουμε με καθημερινό αγώνα, να το μετατρέψουμε, σε τρόπο ζωής. Κάθε πτυχή της ζωής μας, πρέπει να δείχνει ότι είμαστε χριστιανοί. Η συμπεριφορά μας, τα λόγια μας, θα καθοδηγούνται από τις εντολές του Κυρίου μας. Δεν σταματά η ιδιότητα του χριστιανού, σε έναν τυπικό εκκλησιασμό, που οπωσδήποτε είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των πιστών και με τον Κύριο μας. Απαίτηση του σταυρωθέντος Χριστού από τους πιστούς ακόλουθούς Του, είναι: Η ανακαίνιση της ψυχής μας. Τη μεταφέρει σε μας ο Παύλος, ως βασική οδηγία. Δεν είναι τόσο εύκολη. Η αλλαγή στη ζωή μας, όπως και κάθε αλλαγή, δεν είναι μια απλή απόφαση. Θα απαιτηθεί προσπάθεια, αγώνας διαρκής. Υπάρχουν δυνατές συνήθειες, που αποκτήσαμε και συν τω χρόνω ισχυροποιήθηκαν τόσο πολύ, που έχουν καταστεί δευτέρα φύση.

Σχέσεις που δημιουργήσαμε, και δεν είναι οι καλύτερες, δύσκολα διακόπτονται. Η μέθοδος που διαμορφώσαμε με τα χρόνια, για τον σχεδιασμό της ζωής, της δικής μας και της οικογένειας μας, δε μεταβάλλονται, χωρίς σοβαρές, επώδυνες, δυσάρεστες πολλές φορές, ανατροπές στη ζωή μας. Έχουμε μάθει να ρυθμίζουμε τα προβλήματα, που παρουσιάζονται στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, χωρίς πολλές φορές να λογαριάζουμε, αν είναι αρεστό στον Κύριο μας. Ή αν προσπαθώντας να λύσουμε το δικό μας πρόβλημα, δημιουργούμε μεγαλύτερο στον πλησίον μας. Φερόμαστε πάντοτε εγωιστικά, σκόπιμα ή και όχι,. Θεωρούμε τον εαυτό μας, το κέντρο του κόσμου. Απαιτούμε, οι άλλοι να μας ακολουθούν, να μας παραδέχονται αδιαμαρτύρητα. Έμμεσα ή άμεσα επιδιώκουμε με κάθε δυνατό τρόπο, κάποτε και ασυναίσθητα, να πετύχουμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας, στον σχεδιασμό μας. Φυσικά η τακτική μας αυτή στηρίζεται στη σοβαρή έμφυτη ενστικτώδη αντίδραση της αυτοσυντήρησης, που εκτός των άλλων, προφυλάσσει την ύπαρξή μας. Αλλά είναι ένας απλός ενστικτώδης μηχανισμός για όλα τα δημιουργήματα, με στοιχεία αυτοματισμού! Ο άνθρωπος, όμως, ξεχωρίζει. Θωρακίζεται από το ένστικτο, αλλά καθοδηγείται από τη λογική. Ο λογικός άνθρωπος δαμάζει ζωώδεις ή και θεμιτές ακόμη, τάσεις και επιθυμίες, με βάση τη λογική. Ενώ επιπλέον, ο πιστός χριστιανός αναχαιτίζει επιθυμίες και περιορίζει συνήθειες, με οδηγό την πίστη του.

«Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Η ακράδαντη πίστη στον Κύριο και η παρουσία του Χριστού εντός μας, είναι μυστηριακή και δυναμική. Η αυτοτελής προσωπικότητα, η θέληση μας, υποχωρεί. Παύει, το θέλω μας να υφίσταται ανεξάρτητα, από το θείο θέλημα. Είναι φανερή η πνευματική παρουσία του Χριστού, ο οποίος, κατοικεί στην ψυχή μας, ως βοηθός και οδηγός. Η υλοποίηση της εσωτερικής παρουσίας του Χριστού ολοκληρώνεται και με το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Παρίσταται ως ο συμπαραστάτης, ο Κύριος. Ωστόσο, αγαπητοί μου, το δύσκολο παραμένει. Λέγει ο Κύριος: «Ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθείτω μοι». Να είναι έτοιμος ακόμη και σταυρό να σηκώσει, για να Με ακολουθήσει. Η υποταγή μας στο θέλημα ενός άλλου, δεν είναι ανεκτή. Η διαμόρφωση της συμπεριφοράς σύμφωνα με τις απαιτήσεις ενός, ακόμη και πολύ σεβαστού και αξιόλογου, συναντούν έντονες τις αντιλογίες του εγώ μας. Προβάλλουμε πάντα αντιδράσεις, υπερασπίζοντας με φανατισμό τις θέσεις μας. Εδώ όμως πρόκειται να ακολουθήσουμε το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό ακριβώς, έχει μεγάλη αξία η απάρνηση του εαυτού μας. Ακούσαμε στην ευαγγελική περικοπή: «Τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδήσῃ τόν κόσμον ὅλον και ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ;» Ας υποθέσουμε, ότι επιμένουμε και πετυχαίνουμε να κερδίσουμε πολλά, «τόν κόσμον ὅλον», σημειώνει ο Κύριος, αλλά χάσαμε την ψυχή μας. Τί κερδίσαμε; Και συμπληρώνει: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν … καί ἀκολουθείτω μοι». Όποιος θέλει να με ακολουθήσει πιστά, να απαρνηθεί τα προσωπικά του «θέλω» και να Με ακολουθήσει, χωρίς ενδοιασμούς. Εδώ ακριβώς είναι η μεγάλη ανατρεπτική αλλαγή. Φυσικά δε θα γίνει θαυματουργικά η αλλαγή. Ωστόσο η ελεύθερη απόφαση και συμμετοχή μας είναι απαραίτητη. Απαρνούμεθα τον εαυτό μας. Δηλαδή, παραμερίζουμε, ό,τι έχουμε και αγωνιζόμαστε να διατηρήσουμε και να επαυξήσουμε. Ακόμη, απαρνούμαστε συνήθειες, δεσμευτικές σχέσεις, απαιτητικές φιλίες, που δεν υπηρετούν τον τελικό μας στόχο και που είναι η απόλυτη προσφορά της θέλησης, της ψυχής μας στον Κύριο. Πρόκειται, λοιπόν, αγαπητοί μου, για σοβαρή, αγωνιστική απόφαση ζωής. Είναι η ουσιαστική αλλαγή, που θα γίνει στη ζωή μας. Είναι η χαρακτηριστική αλλαγή νοοτροπίας, στην αντιμετώπιση της καθημερινότητας. Και κάτι ακόμη: Αυτή η ανανεωτική ριζική αλλαγή της ζωής, γίνεται φανερή και στους γύρω μας. Γινόμαστε παράδειγμα προς μίμηση, αλλά κυρίως ακολουθούμε τον Κύριο, τον οποίο αγαπούμε και που μας οδηγεί στην κληρονομία της βασιλείας Του. 

1-10 of 1165