Επίκαιρα

Κυριακή Ι’ Λουκά – Ο εκκλησιασμός της Κυριακής

αναρτήθηκε στις 8 Δεκ 2018, 7:23 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 8 Δεκ 2018, 7:23 π.μ. ]


Αποτέλεσμα εικόνας για συγκύπτουσα

1. Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἀδελφοί χριστιανοί, μᾶς μίλησε γιά μιά γυναίκα συγκύπτουσα, ἐντελῶς συγκύπτουσα, «μή δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τό παντελές», λέγει τό κείμενο. Δέν μποροῦσε, δηλαδή, νά σηκώσει καθόλου ὄρθιο τό κεφάλι της. Καί αὐτή τήν γυναίκα τήν θεράπευσε ὁ Χριστός, στήν Συναγωγή, ἐκεῖ ὅπου πῆγε γιά νά κηρύξει τόν λόγο Του. Τῆς ἔβαλε πάνω της τά πανάχραντα χέρια Του καί ἡ γυναίκα «ἀνωρθώθη». Σᾶς εἶπα καί ἄλλοτε, ἀδελφοί, μιλώντας σ᾽ αὐτή τήν εὐαγγελική περικοπή, ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή συμβολίζει τήν ἀνθρωπότητα, πῶς ἦταν πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀνθρωπότητα ἦταν «συγκύπτουσα». Ὁ ἄνθρωπος λέγεται «ἄνθρωπος» γιατί πρέπει νά «θρώσκει» «ἄνω». Νά βλέπει, δηλαδή, ὑψηλά, νά ζητάει τόν Θεό του, ἀπό τόν Ὁποῖο δημιουργήθηκε, καί τόν Ὁποῖον ἔχει ὡς σκοπό καί προορισμό τῆς ζωῆς του. Ἀλλά ξέπεσε ὁ ἄνθρωπος καί τά ἐνδιαφέροντά του καί οἱ ἀσχολίες του ἔγιναν ὅλο χωματώδεις. 

Ἔτσι πεσμένη βρῆκε ὁ Χριστός τήν ἀνθρωπότητα καί τήν ἀνόρθωσε. Τήν ἀνόρθωσε μέ τήν ὑψηλή Του διδασκαλία καί ὅλο τό οἰκονομικό Του ἔργο πού ἔκανε γιά ἡμᾶς: Τόν σταυρικό Του θάνατο, τήν ἀνάστασή Του καί τήν ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς. Καί γι᾽ αὐτό πιθανόν διαβάζεται αὐτή ἡ εὐαγγελική περικοπή τώρα πού πᾶμε γιά τά Χριστούγεννα, γιά νά νοήσουμε ὅτι ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ ἔσωσε τόν ἄνθρωπο, τόν ἔκανε πραγματικά ἄνθρωπο· τοῦ ἔδειξε τόν δρόμο γιά τά ὕψη καί τοῦ ἔδωσε καί τήν δύναμη νά φθάσει πρός τά ὕψη, στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, δηλαδή στόν παράδεισο. «Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. 
2. Ἀλλά ἄλλο θά εἶναι τό θέμα τῆς σημερινῆς ὁμιλίας μου, ἀδελφοί χριστιανοί. Μᾶς κάνει ἐντύπωση τό ὅτι ἡ συγκύπτουσα γυναίκα, ἄν καί ἦταν σ’ αὐτή τήν τόσο ἀνήμπορη κατάσταση, ἀφοῦ τό κεφάλι της ἦταν πολύ σκυμμένο πρός τά κάτω, σάν νά περπατοῦσε μέ τά «τέσσερα», ὅμως σ᾽ αὐτή τήν κατάστασή της καί μέ τόση δυσκολία, τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου – πού τήν θεωροῦσαν ἱερή οἱ Ἰουδαῖοι – πῆγε ἀπό τό σπίτι της στήν Συναγωγή, γιά νά ἀκούσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Γιατί κάθε Σαββάτο ἑρμηνευόταν στήν Συναγωγή ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί συνέρχονταν ὅσοι εὐσεβεῖς Ἰουδαῖοι, γιά νά τόν ἀκούσουν. Καί ἡ θεραπεία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας ἀπό τόν Χριστό ἦταν μιά βράβευση γιά τήν θεοσέβειά της, γιά τήν εὐλάβειά της πρός τό Σάββατο, πού καθόρισε ὁ Θεός στούς Ἰουδαίους γιά νά λατρεύουν τόν Θεό καί νά ἀκούουν τόν λόγο Του. «Ἕξ ἡμέρας ἐργᾷ καί ποιήσεις πάντα τά ἔργα σου· τῇ δέ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα (δηλ. ἀνάπαυσις) Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου».
Αὐτό γιά ἐμᾶς τούς χριστιανούς ἰσχύει γιά τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Καί ἡ γυναίκα αὐτή ἐλέγχει ἐμᾶς τούς χριστιανούς, γιατί, ἐνῷ αὐτή τόσο ἀνήμπορη περπάτησε μέ πολύ δυσκολία γιά νά πάει στήν Συναγωγή, πολλοί χριστιανοί δέν σέβονται τήν Κυριακή ἡμέρα, δέν ἐκκλησιάζονται κατ᾽ αὐτήν, ἀλλά ἀντίθετα τήν ἔχουν ὡς ἡμέρα κοσμικῶν διαχύσεων καί ἁμαρτωλῶν ἐκδηλώσεων. Γιά τήν τιμή τῆς Κυριακῆς καί τόν ἐκκλησιασμό αὐτή τήν ἡμέρα, θέλω νά σᾶς πῶ λίγα λόγια στό κήρυγμά μου σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί, καί παρακαλῶ νά τά ἀκούσετε.
3. Κατά πρῶτον, θέλω νά σᾶς πῶ ὅτι ἡ ἡμέρα αὐτή εἶναι ἱερή, γιατί αὐτή τήν ἡμέρα ἀναστήθηκε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Χριστός μας ἀναστήθηκε τήν «μία τῶν Σαββάτων», τήν πρώτη, δηλαδή ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος. Αὐτή τήν ἡμέρα, ἡμέρα πάλι κατά τήν ὁποία ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔγραψε τήν Ἀποκάλυψη, αὐτή τήν ἡμέρα τήν τιμοῦσε ἡ Ἐκκλησία μας ἀπό τήν ἀρχή, τήν καθόρισε ὡς πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος καί αὐτή τήν ἡμέρα μόνο γινόταν ἡ θεία Λειτουργία. Ναί! Στήν ἀρχή, στά πρῶτα χρόνια, ἡ θεία Λειτουργία γινόταν μόνο μιά φορά τήν ἑβδομάδα, τήν Κυριακή ἡμέρα. Καί γι᾽ αὐτό, νομίζω, ὀνομάστηκε «Κυριακή» ἡ ἡμέρα αὐτή, γιά τήν θεία Λειτουργία πού γινόταν κατ᾽ αὐτήν. Αὐτό τό παλαιό ἔθος, τό νά γίνεται ἡ θεία Λειτουργία μόνο τήν Κυριακή, τό βλέπουμε ἐμεῖς σήμερα τήν Μ. Τεσσαρακοστή, πού ἡ θεία Λειτουργία δέν ἐπιτρέπεται νά γίνει ἄλλη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, παρά μόνον Σάββατο καί Κυριακή.
Κάθε ἡμέρα βέβαια, ἀλλά ἰδιαίτερα τήν Κυριακή πρέπει νά τήν ἔχουμε ἀφιερωμένη στόν Κύριο τόν Θεό μας, ὅπως τό λέει καί τό ὄνομά της «Κυριακή». Καί πρέπει τήν ἡμέρα αὐτή νά πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία, γιά νά λειτουργηθοῦμε.
4. Στήν θεία Λειτουργία, ἀδελφοί, βρίσκουμε τόν Θεό. Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ὁ οὐρανός κάτω στή γῆ. Τό πιό ὡραῖο, τό πιό γλυκό καί τό πιό ἱερό καί θεῖο πού γίνεται στήν γῆ εἶναι ἡ θεία Λειτουργία. Καί ὄχι μόνο κάτω στή γῆ, ἀλλά καί πάνω στόν οὐρανό. Γιατί, ὅταν ὁ ἱερεύς τελεῖ τήν θεία Λειτουργία, τότε, κατά ἕνα μυστηριώδη-θεῖο τρόπο, ἡ θεία αὐτή Λειτουργία διαβαίνει στόν οὐρανό καί τελεῖται καί στό οὐράνιο θυσιαστήριο. Στήν θεία Λειτουργία ὅμως δέν βρίσκουμε μόνο τόν Θεό, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ἀλλά καί ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό μέ τήν θεία Κοινωνία πού λαμβάνουμε. Γι΄ αὐτό καί λέγεται «κοινωνία» ἡ μετάληψη τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πού λαμβάνουμε, γιατί μέ αὐτή, πραγματικά – ἄν ἔχουμε βέβαια καθαρή τήν ψυχή μας –, ἐρχόμαστε σέ σχέση, σέ κοινωνία μέ τόν Ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό. Γιατί αὐτό πού λαμβάνουμε εἶναι πραγματικά τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στήν θεία Λειτουργία ἔρχονται πάνω μας πολλές εὐλογίες. Παίρνουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾽ αὐτό καί ὅταν τελειώνει ἡ θεία Λειτουργία λέγει ὁ ψάλτης: «Εἴδομεν τό Φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον»!
5. Καί ὅμως! Ὑπάρχουν πάρα πολλοί χριστιανοί, πού δέν ἐκκλησιάζονται τίς Κυριακές. Γιατί; Ἀπό ἀδιαφορία! Ἀπό ἄγνοια τοῦ τί εἶναι ἡ θεία Λειτουργία καί τοῦ τί χάνουν ὅσοι δέν μετέχουν σ᾽ αὐτήν! Καί ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ἄγνοια καί ἡ ἀδιαφορία αὐτή φθάσαμε στά χρόνια μας, στά ἀποκαλυπτικά αὐτά χρόνια, στό ἐλεεινό κατάντημα νά θέλουν νά θεσπίσουν διά νόμου τήν κατάργηση τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Νά γίνει, δηλαδή, ἡ ἡμέρα αὐτή ὡς μία κοινή ἡμέρα, ὄχι ὡς ἱερή ὅπως τήν ξέρουμε, ὄχι ὡς «Κυριακή», ὅπως τήν λέγουμε.
Ἀλλά καί ὅσοι ἄθεοι ἄν μᾶς κυβερνήσουν, καί ὅσους νόμους ἀντίχριστους καί ἄν ψηφίσουν καί τήν Κυριακή ἄν τήν καταργήσουν, ὅμως γιά πεῖσμα τῶν ἀθέων καί τῶν ἀπίστων, θά ὑπάρχουν εὐσεβεῖς χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι θά τιμοῦν τήν Κυριακή ἡμέρα καί θά ἐκκλησιάζονται καί θά κοινωνοῦν ἀπ᾽ τοῦ παπᾶ τό χέρι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
6. Χριστιανοί μου, νά τιμᾶτε τήν Κυριακή ἡμέρα καί νά ἐκκλησιάζεστε τήν ἡμέρα αὐτή. Νά ἐκκλησιάζεστε οἰκογενειακά. Τό νά μήν τιμᾶμε τήν Κυριακή ἡμέρα, τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, καί νά τήν θεωροῦμε καί αὐτή, ὅπως τίς ἄλλες ἡμέρες, εἶναι τουλάχιστον ἀγνωμοσύνη στόν Θεό. Θά τελειώσω τό ταπεινό μου κήρυγμα μέ ἕνα παλαιό παράδειγμα, πού τό ἀνάγουν στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Ἀκοῦστε: Ἦταν κάποτε ἕνας ζητιάνος. Καθόταν στήν ἄκρη τοῦ δρόμου καί ζήταγε βοήθεια. Περνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι καί τοῦ ἔδιναν βοήθεια, ἄλλος μικρή καί ἄλλος μεγαλύτερη βοήθεια. Πέρασε ὅμως κάποιος μία ἡμέρα καί τοῦ ἔδωσε ἕξι λῖρες. Ξαφνιάστηκε ὁ ζητιάνος. Ἕξι λῖρες! Πέστε μου χριστιανοί, τί ἔπρεπε νά κάνει στόν φιλάνθρωπο ἄγνωστο κύριο, πού τοῦ ἔδωσε μία τόση μεγάλη βοήθεια; Τό λιγώτερο πού ἔπρεπε νά κάνει ἦταν νά πεῖ ἕνα μεγάλο «εὐχαριστῶ» γιά τήν τόση μεγάλη προσφορά του σ᾽ αὐτόν. Ὅμως, ἀκοῦστε. Ὁ ζητιάνος σκέφτηκε καί εἶπε: Γιά νά μοῦ δώσει ἐμένα αὐτός ὁ ἄνθρωπος τόσα πολλά χρήματα, γιά φαντάσου πόσα ἔχει!.. Δέν εἶναι καλά νά τόν σκοτώσω, γιά νά τοῦ πάρω καί τά ὑπόλοιπα; Αὐτό σκέφτηκε καί αὐτό ἔκανε. Ἐκεῖ στήν ἄκρη πού ἦταν μόνοι τους, μέ μία πέτρα στό κεφάλι ὁ ζητιάνος ξάπλωσε κατά γῆς τόν φιλάνθρωπο κύριο καί τόν ἔψαξε καί τοῦ βρῆκε μία λίρα. Δηλαδή, ὁ καλός αὐτός κύριος εἶχε ἑπτά λῖρες, ἔδωσε ἕξι τοῦ ζητιάνου καί κράτησε γιά τόν ἑαυτό του μία λίρα. Ἀγνώμονας καί κακός πού φάνηκε ὁ ζητιάνος!...
Χριστιανοί μου, τό ἴδιο ἀγνώμονες στόν Θεό εἴμαστε καί ἐμεῖς, ὅταν δέν ἐκκλησιαζόμαστε. Ἀκοῦστε: Ζητιάνος εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. «Δεηθῶμεν», λένε. Δηλαδή, ὅλο ζητιανεύουμε ἀπό τόν Θεό! Καί μᾶς δίνει ὁ καλός Θεός μας τόν ἀέρα πού ἀναπνέουμε, τό νερό πού πίνουμε, μᾶς δίνει ὅλα τά ἀγαθά, μᾶς δίνει τά χρόνια τῆς ζωῆς μας, τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος. Καί οἱ ἡμέρες καί ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα. Μᾶς δίνει, λοιπόν, ὁ Θεός ἕξι λῖρες. Ἡ Δευτέρα εἶναι ἡ μία λίρα. Ἡ Τρίτη, δύο. Τετάρτη τρεῖς λῖρες. Πέμπτη τέσσερις. Παρασκευή πέντε, Σάββατο ἕξι λῖρες. Καί κρατάει ὁ Θεός γιά τόν Ἑαυτό Του μόνο μία λίρα, τήν Κυριακή ἡμέρα! Ἐμεῖς, σάν τό κακό ζητιᾶνο, ἀντί νά ποῦμε εὐχαριστῶ στόν Θεό γιά τίς ἕξι λῖρες, τίς ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, παίρνουμε ἀπό τόν Θεό καί τήν μία λίρα, καί τήν Κυριακή ἡμέρα καί τήν δίνουμε σέ κοσμικές καί ἁμαρτωλές πολλές φορές ἐκδηλώσεις.
Χριστιανοί μου! Σεβασμός στήν Κυριακή ἡμέρα, γιατί εἶναι ἡμέρα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας. Καί ἄν τό χωριό σας δέν ἔχει παπᾶ, νά ξεκινᾶτε ἀπό τό χωριό σας νά πᾶτε στό ἄλλο χωριό πού ἔχει θεία Λειτουργία. Μήν μένετε ἀλειτούργητοι τήν Κυριακή! Παράδειγμά μας ἡ συγκύπτουσα γυναίκα.

Κυριακή ΙΔ’ Λουκά- Ὁ τυφλός τῆς Ἱεριχοῦς

αναρτήθηκε στις 1 Δεκ 2018, 8:03 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 1 Δεκ 2018, 8:03 π.μ. ]


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ιη΄ 35-43
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ :  κζ΄ ἐπιστολῶν (Ἐφεσ. ς΄ 10-17) 
Ὁ τυφλός τῆς Ἱεριχοῦς
Ἕνας ἀξιολύπητος τυφλὸς περίμενε ὧρες πολλὲς καὶ σκοτεινὲς ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ἱεριχοῦς στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε. Κάθε φορὰ ποὺ ἄκουγε βήματα ἀνθρώπων κοντά του, ἄνοιγε τὸ στόμα του καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη, λίγα χρήματα ἢ τρόφιμα, γιὰ νὰ ζήσῃ, νὰ μὴ πεθάνῃ. 

Μιὰ μέρα ὅμως, καθὼς ἄκουσε θόρυβο μεγάλου πλήθους ἀνθρώπων ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ ἀπορία μεγάλη ρωτᾷ τοὺς γύρω του τί συμβαίνει. Καὶ μόλις ἔμαθε ὅτι περνάει ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος μὲ τὴ συνοδεία του, ὁ τυφλὸς ἄρχισε νὰ φωνάζῃ δυνατά: Ἰησοῦ, ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ με. Κι ἐνῶ πολλοὶ τὸν ἐπέπλητταν καὶ τὸν ἀνάγκαζαν νὰ σιωπήσῃ, νομίζοντας ὅτι μὲ τὶς φωνές του ἐνωχλοῦσε τὸν Διδάσκαλο, αὐτὸς πολὺ περισσότερο ἐκραύγαζε: Υἱὲ τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ με.
Γιατί ὅμως ὁ τυφλὸς φώναζε τόσο πολύ; Μήπως ἐπειδὴ ἦταν μακριὰ ὁ Κύριος καὶ ἤθελε νὰ ἀκουστῇ ἡ φωνή του; Ἴσως καὶ γι’ αὐτό. Ὅλες ὅμως αὐτὲς οἱ ἀσταμάτητες κραυγές του ἀπεκάλυπταν ὅτι ὁ τυφλὸς ἐκείνη τὴν ὥρα κάτι διαφορετικὸ αἰσθανόταν, ὁ τυφλὸς ἔβλεπε. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἄνοιξαν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του γιὰ νὰ δῇ ποιὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς καὶ τί μποροῦσε νὰ περιμένῃ ἀπὸ Αὐτόν. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἐκραύγαζε γιὰ νὰ λάβῃ χρήματα, ἀλλὰ γιὰ νὰ λάβῃ ἔλεος. Ἴσως βέβαια νὰ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὶς ἀμέτρητες θεραπεῖες ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀνάστασι τοῦ Λαζάρου, ποὺ εἶχε συντελεσθῆ λίγο μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ.
Ἐπιπλέον ὅμως, ἂν καὶ ἦταν τυφλός, εἶχε θρησκευτικὲς γνώσεις. Ἤξερε ἀπὸ τὶς προφητεῖες ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ προερχόταν ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζει ἐπιμόνως τὸν Κύριο υἱὸ τοῦ Δαβίδ, διότι ἀναγνωρίζει μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ περίμεναν γενεὲς γενεῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ κραυγὴ ποὺ ἔβγαζε διαρκῶς, «ἐλέησόν με», ἀποκαλύπτει πὼς ὁ τυφλὸς πίστευε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶχε θεϊκὰ γνωρίσματα. Γι’ αὐτό, ἐνῶ τὰ πλήθη τοῦ ἔλεγαν νὰ σωπάση γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλῇ τὸν Διδάσκαλο, αὐτὸς ὅλο καὶ περισσότερο ἐκραύγαζε μὲ φωνὴ πολὺ δυνατὴ καὶ πίστι ἀταλάντευτη.
Μιὰ τέτοια πίστι μᾶς διδάσκει ὁ τυφλὸς τῆς Ἱεριχοῦς νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς. Νὰ βλέπουμε τὰ ἀόρατα, τὰ πνευματικά, τὰ θεῖα καὶ ἀπρόσιτα μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας. Ἀκόμη κι ὅταν ὅλα γύρω μας μᾶς φαίνωνται σκοτεινὰ καὶ ἀπέλπιδα, ἐμεῖς νὰ πιστεύουμε στὴν θεία παντοδυναμία τοῦ Κυρίου μας. Καὶ νὰ κραυγάζουμε μὲ πίστι μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὁ Ἰησοῦς μετὰ ἀπὸ τὶς ἐπίμονες κραυγὲς πίστεως τοῦ τυφλοῦ, διέκοψε τὴν πορεία του καὶ διέταξε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Κι ὅταν ἐκεῖνος πλησίασε, τὸν ρώτησε: Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω; Καὶ ὁ τυφλὸς ἀπάντησε μὲ λαχτάρα: Κύριε, θέλω νὰ ἀποκτήσω τὸ φῶς μου. 
Ἐδῶ ὅμως προκύπτει ἕνα εὔλογο ἐρώτημα: Γιατί ὁ Κύριος ἐρώτησε τὸν τυφλὸ τί θέλει; Ἀγνοοῦσε ὁ Κύριος τὸν πόθο τοῦ τυφλοῦ; Ποιὸς τυφλὸς δὲν θέλει τὸ φῶς του, τὴν σωτηρία του;
Ἀσφαλῶς ὁ Κύριος ἐγνώριζε τὰ πάντα. Ἔκαμε ὅμως αὐτὴ τὴν ἐρώτησι ὄχι διότι δὲν ἐγνώριζε ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ διότι δὲν τὸ καταλάβαιναν τὰ πλήθη. Ἦταν λογικὸ νὰ νομίζουν ὅλοι οἱ παρόντες ὅτι ὁ τυφλὸς ζητοῦσε χρήματα, ἐνῶ ἐκεῖνος ζητοῦσε τὸ φῶς του. Ἤθελε λοιπὸν ὁ Κύριος νὰ κάμῃ γνωστὸ σ’ ὅλα τὰ παρευρισκόμενα πλήθη ὅτι ὁ ζητιάνος τῆς πόλεως αὐτῆς δὲν ζητοῦσε χρήματα ἢ τροφή, ἀλλὰ ζητοῦσε κάτι τὸ ὑπερφυσικό, τὸ ἀκατόρθωτο σὲ ἀνθρώπινες δυνάμεις· ὅτι ὁ τυφλὸς δὲν ἦταν ἕνας ζητιάνος ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε πίστι μεγάλη καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὴν παντοδυναμία του τὸ θαῦμα, τὸ φῶς του.
Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνας ἄλλος λόγος τῆς ἐρωτήσεως τοῦ Κυρίου: Ὁ Κύριος γνώριζε τὸν πόθο τοῦ τυφλοῦ, ἤθελε ὅμως νὰ τὸν ἀκούσῃ κι ἀπὸ τὸν ἴδιο. Γιὰ νὰ διδάξῃ σὲ ὅλους ἐμᾶς ὅτι ἂν καὶ γνωρίζῃ ὁ Θεὸς ὅλες τὶς ἀνάγκες μας, θέλει νὰ τὶς ἀκούῃ καὶ ἀπὸ τὸ δικό μας στόμα κατὰ τὶς ὧρες τῶν προσευχῶν μας. Διότι ἐκθέτοντας τὶς ἀνάγκες μας στὸν Κύριο, ταπεινωνόμαστε ἐνώπιόν του, μαθαίνουμε στὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐπιμονή, ζυμωνόμαστε μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὸν πόνο. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ περάσουμε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ στάδια, διότι ἀλλιῶς εἴμαστε ἀνάξιοι νὰ λάβουμε τὸ θεῖο ἔλεος.
Ἂς ἐκφράζουμε λοιπὸν στὸν Κύριο ὅλους τοὺς πόθους τῆς καρδιᾶς μας, τὰ βάσανα καὶ τὶς πίκρες μας, τὰ προβλήματα καὶ τὰ ὄνειρά μας, κι Ἐκεῖνος θὰ ἀπαντᾷ στὰ αἰτήματα τῶν καρδιῶν μας. Ὅπως ἔδωσε τότε τὸ φῶς στὸν τυφλὸ τῆς Ἱεριχοῦς, θὰ χορηγῇ καὶ σὲ μᾶς κατὰ τὸ πλούσιο ἔλεός του ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη καὶ θὰ μᾶς ὠφελήσῃ. Ἀρκεῖ νὰ μάθουμε νὰ ζητοῦμε, νὰ κραυγάζουμε, νὰ ἐπιμένουμε καὶ νὰ περιμένουμε μὲ πίστι στὴν δύναμί του καὶ στὴν ἀγαθωσύνη του.

Κυριακή ΙΓ΄Λουκά- Στό δρόμο γιά τήν τελειότητα

αναρτήθηκε στις 24 Νοε 2018, 12:37 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Νοε 2018, 12:37 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ιη΄ 18-27
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ :  τῆς Ἁγίας (Γαλ. γ΄ 23 – δ΄ 5) 

Δὲν εἶχε εὐτυχὴ κατάληξη ἡ συνάντηση τοῦ πλούσιου ἐκείνου νεανίσκου μὲ τὸν Κύριο, τὴν ὁποία μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ἔφυγε λυπημένος ὁ νέος ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ζήτησε νὰ ἀποχωριστεῖ αὐτὸ τὸ ἕνα ποὺ κρατοῦσε αἰχμάλωτη τὴν ψυχή του: τὸ χρῆμα.

Γιατί ὅμως νὰ συμβεῖ ἔτσι; Γιατί ὁ Κύριος νὰ μὴ δεχθεῖ κοντά του τὸν πλούσιο νέο, ἔστω μὲ αὐτὴν τὴν ἀδυναμία ποὺ εἶχε στὸν πλοῦτο; Μὰ ὁ Κύριος δὲν θέλει οἱ μαθητές του νὰ Τὸν ἀκολου­θοῦν μὲ ἐπιπολαιότητα ἀλλὰ μὲ σταθερότητα καὶ ἀπόφαση θυσίας. Θέλει νὰ ἀγωνίζονται, ὥστε νὰ μὴν ὑστεροῦν σὲ τίποτε. Νὰ γίνονται τέλειοι! Αὐ­τὸς εἶναι ὁ τελικὸς στόχος γιὰ κάθε χριστιανό.
Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς κι ἐμεῖς μπο­ροῦ­με νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὴν τὴν τελειότητα.
1. Μὲ αὐτογνωσία καὶ ἀγώνα
Πρῶτον, ὀφείλουμε νὰ ἀποκτήσουμε καλὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Νὰ ἀνακρίνουμε τὴ ζωή μας καὶ νὰ βαθμολογήσουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Κύριο ­Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ πλούσιος νέος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου νόμιζε ὅτι εἶναι κα­λὸς ἐπειδὴ τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀποδείχθηκε ὅμως, ἡ θρησκευτικότητά του ἦταν μᾶλλον τυπικὴ καὶ ἐξωτερική. Νόμιζε ὅτι ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα ­σύνολο καλῶν πράξεων. Ἀπέφευγε τὶς σοβαρὲς ­παραβάσεις τοῦ νόμου καὶ περίμενε νὰ μάθει ἂν χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο νὰ κάνει γιὰ νὰ εἶναι τελείως ἐντάξει. Γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε «τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»· δηλαδή: Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;
Τὸ ἴδιο λάθος ἐπαναλαμβάνουν πολλοὶ ἄνθρωποι ­σήμερα. Σκέπτονται μὲ ἀφέλεια: «Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοτώσει κανένα, δὲν κλέβω, δὲν λέω ψέματα, δὲν ἔχω βλάψει κανένα ἄνθρωπο. Τί χρειάζεται λοιπὸν νὰ ἐξομολογηθῶ;». Τὰ πράγματα ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Κάθε ἄνθρωπος, ἂν ἐρευνήσει βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή του, θὰ ἀνακαλύψει πολλὰ ἀγκάθια ποὺ οὐσιαστικὰ τὸν κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεό. Ἀγκάθια ποὺ ἂν δὲν τὰ ξεριζώσει, μεγαλώνουν λίγο-λίγο καὶ καταπνίγουν κάθε καλὸ σπόρο, κάθε καλὴ διάθεση καὶ προσπάθεια.
Ἂς κάνει λοιπὸν ὁ καθένας μας τὴν αὐτοκριτική του μὲ εἰλικρίνεια καὶ εἰς βάθος. Ὄχι ἐπιφανειακά. Ὄχι μόνο τί κάνουμε, ἀλλὰ καὶ τὸ τί σκεπτόμαστε, τί ἐπιθυμοῦμε. Ἂς ἐξετάζουμε σὲ κάθε μας ἐνέργεια ἂν εἶναι καθαρὰ τὰ κίνητρά μας. Μήπως αὐτὸ ποὺ ἔκανα κρύβει κάποια ζήλεια ἢ θυμό; Μήπως ἔχω μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μου; Μήπως ἐσωτερικὰ κατακρίνω ἢ ἀδικῶ τοὺς ἄλ­λους;
Ἔτσι θὰ ἐντοπίσουμε ὅτι ὄχι μόνο «ἓν» ἀλλὰ πολλά, πάρα πολλὰ μᾶς λεί­πουν γιὰ νὰ εἴμαστε τέτοιοι ποὺ μᾶς θέλει ὁ Θεός. Καὶ ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας. Καὶ μάλιστα νὰ ἀγωνιστοῦμε πολύ, διότι τὸ κακὸ εἶναι ριζωμένο βαθιὰ μέσα μας καὶ μᾶς κρατάει ὑποδουλωμένους, μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Χριστό.
2. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα δεύτερο ἀπαραίτητο στοιχεῖο, γιὰ νὰ γίνουμε ­τέλειοι καὶ πιστοὶ μαθητές του: ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ δρόμος τῆς χριστιανικῆς ζω­ῆς, ὁ δρόμος γιὰ τὴν τελειότητα δὲν εἶ­ναι εὔκολος. Ἀπαιτεῖ θυσίες καὶ αὐταπάρνηση. Γιὰ τὸν πλούσιο ὁ Κύριος εἶπε ὅτι εἶναι εὐκολότερο νὰ περάσει μία καμήλα ἀπὸ τὴ μικρὴ τρύπα ποὺ ἀνοίγει ἡ βελόνα παρὰ νὰ εἰσέλθει ὁ πλούσιος στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι ὅταν οἱ μαθητὲς ρώτησαν μὲ ἔκπληξη «τότε λοιπὸν ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ;», ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». Δηλαδή: Ἐ­­­κεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνουν μὲ τὶς ἀσθενικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κατορθωτὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Κι ἐμεῖς λοιπὸν ἂς καταφεύγουμε στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν προσευχή μας καὶ τὴ συμμετοχή μας στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἰδικὰ στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσουμε τὴν εἰλικρινή μας μετάνοια καὶ νὰ καταθέσουμε στὸν Κύριο ὅ,τι ­νομίζουμε ὅτι στέκεται πρόσκομμα στὸ δρόμο γιὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε. Νὰ Τοῦ ἐμπιστευθοῦμε τὶς ἀδυναμίες μας καὶ μὲ τὶς εὐχὲς καὶ συμβουλὲς τοῦ πνευματικοῦ μας καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ συνεχίσουμε τὸν πνευματικό μας ἀγώνα. Τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν τελειότητα.
 «Ἔτι ἕν σοι λείπει», μᾶς λέει ὁ ­Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Μπορεῖ νὰ εἶσαι κα­λὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς θέλει ἁπλῶς «καλοὺς ἀνθρώπους» ἀλλὰ πιστοὺς καὶ ἀφοσιωμένους μαθητές του. Θέλει νὰ γίνουμε τέλειοι, διότι αὐτὲς εἶναι οἱ προδιαγραφὲς ποὺ μᾶς ἔδωσε, ὅταν μᾶς δημιούργησε. Μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» του. Ἔχουμε λοι­πὸν τὴ δυνατότητα γιὰ πολὺ περισσότερα. Ἔχουμε τὶς προϋποθέσεις ν’ ἀνεβοῦμε ψηλότερα. Ἀρκεῖ νὰ ἀνακαλύψουμε αὐτὸ τὸ «ἓν» ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ κοντά του καὶ νὰ τὸ ξεπεράσουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βοήθειά του. Τότε θὰ εἴμαστε ἄξιοι μαθητές του!

Κυριακή Θ΄Λουκά- Ὅλα τά πλούτη δικά μου…

αναρτήθηκε στις 17 Νοε 2018, 1:26 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 17 Νοε 2018, 1:26 π.μ. ]

 



ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λκ. ιβ΄ 16-21
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : ΚΕ΄ ἐπιστολῶν, Ἐφεσ. δ΄ 1-7

1. ΜΑΣ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΟΥΝ
Ὁ πλούσιος τῆς Παραβολῆς δὲν μποροῦσε νὰ βρῇ τὴν ἠρεμία του, εἶχε χάσει τὸν ὕπνο του. Διότι ἐκείνη τὴν χρονιὰ τὰ κτήματά του ἀπέδωσαν πάρα πολλὰ ἀγαθά. Κι αὐτὸς ἤθελε νὰ τὰ κρατήσῃ ὅλα δικά του, νὰ μὴ χάσῃ ἀπολύτως τίποτε. Κι ἐπειδὴ δὲν ἤξερε πῶς νὰ τὸ ἐπιτύχῃ αὐτό, βασανιζόταν καὶ ὑπέφερε. Ἀντὶ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὐφορία τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν δυνατότητα ποὺ τοῦ ἔδωσε νὰ βοηθήσῃ τοὺς πεινασμένους, αὐτὸς βυθίζεται σὲ βασανιστικὲς σκέψεις. «Τί ποιήσω;» Πῶς θὰ τὰ κρατήσω ὅλα δικά μου;… Τί κέρδισε ὁ πλούσιος;
Γέμισε ἄγχος καὶ ἀγωνία.
Τί κερδίζουμε λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι, ὅταν θέλουμε μὲ τὴν πλεονεξία νὰ αὐξάνουμε καθημερινὰ τὰ περιουσιακά μας ἀγαθὰ καὶ νὰ τὰ κρατήσουμε ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μας; Καὶ χρήματα καὶ σπίτια, αὐτοκίνητα, ἀνέσεις, καταθέσεις; Ὅσο περισσότερα ἀποκτοῦμε, τόσο περισσότερα θέλουμε. Καὶ βυθιζόμαστε σὲ συλλογισμοὺς καὶ ἀνησυχίες. Τί κερδίζουμε; Τὸ μόνο ποὺ ἀποκομίζουμε σίγουρα εἶναι τὸ ἄγχος καὶ ἡ ἀγωνία, ἀνήσυχες καὶ βασανιστικὲς φροντίδες.

2. ΔΕΝ ΔΙΝΟΥΝ ΕΥΤΥΧΙΑ
Ὁ πλούσιος ἀγωνιοῦσε πῶς θὰ διατηρήσῃ τὰ ἀγαθά του. Καὶ βρῆκε τὴ λύσι: νὰ οἰκοδομήσῃ μεγαλύτερες ἀποθῆκες, νὰ χωροῦν περισσότερα ἀγαθά, γιὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνῃ ὅλα μόνος του. Κι ἔτσι πίστευε ὅτι θὰ εὐτυχοῦσε, θὰ ἀναπαυόταν καὶ θὰ εὐφραινόταν, θὰ χόρταινε ἡ ψυχή του, θὰ ἔβρισκε αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε.
Θὰ ἦταν ὅμως ὁ πλούσιος πράγματι ἔτσι εὐτυχισμένος; Πῶς θὰ εὐτυχοῦσε, ὅταν θὰ ἔβλεπε τόσους ἀνθρώπους γύρω του νὰ πεινοῦν καὶ νὰ δυστυχοῦν; Πῶς θὰ εὐτυχοῦσε, ἐὰν καὶ τὶς ἑπόμενες χρονιὲς εὐφοροῦσε ἡ χώρα; Τί θὰ ἔκανε; Θὰ γκρέμιζε καὶ πάλι τὶς ἀποθῆκες του, ποὺ μόλις εἶχε κτίσει, γιὰ νὰ ξαναχτίσῃ καινούργιες; Καὶ θὰ γινόταν εὐτυχισμένος; Πόσους φόβους θὰ εἶχε μήπως ληστὲς τὶς πυρπολήσουν ἢ τὶς λεηλατήσουν; Ἐνῶ ἐὰν ἐμοίραζε μερικὰ ἀγαθά του στοὺς πτωχούς, πόσο εὐτυχισμένος θὰ ἦταν!
Πόσο δυστυχισμένοι λοιπὸν γινόμαστε κι ἐμεῖς ὅταν στηρίζουμε τὴν εὐτυχία μας στὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Δὲν σκεπτόμαστε τὸ πιὸ ἁπλὸ καὶ λογικό: Τί νὰ τὰ κάνουμε ὅλα τὰ πλούτη, ἐὰν μᾶς ἐπισκεφθῇ μία ἀνίατος ἀσθένεια, ἐὰν στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου ὑποφέρουμε φρικτά; ἢ ἐὰν ἔχουμε σοβαρὰ οἰκογενειακὰ προβλήματα; Τί νὰ τὰ κάνουμε τὰ πλούτη, ἐὰν ἔχουμε ταραγμένη συνείδησι, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ἡσυχάσουμε; Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ λοιπὸν δὲν μᾶς κάνουν εὐτυχισμένους. Δὲν χορταίνουν τὴν ψυχή μας, ἄλλα ἀγαθὰ ποθεῖ ἡ ψυχή!
3. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ
Ὁ πλούσιος τῆς Παραβολῆς κάνει ἕνα τραγικὸ λάθος. Ἐπαναλαμβάνει πολλὲς φορὲς τὴν κτητικὴ ἀντωνυμία «μου». Λέγει: «τοὺς καρπούς μου, τὶς ἀποθῆκες μου, τὰ γενήματά μου, τὰ ἀγαθά μου». Μιλάει γιὰ ὅλα αὐτὰ σὰν νὰ ἦσαν ἀποκλειστικὰ μόνο δικά του, λησμονῶντας ὅτι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ τοῦ τὰ χάρισε ὅλα. Τοῦ Θεοῦ ἦσαν. Αὐτὸς ἦταν ἁπλὸς διαχειριστής, καὶ νόμιζε ὁ ταλαίπωρος πὼς ἦταν ἰδιοκτήτης. Ὅλα αὐτὰ ὅμως τὰ ἀγαθὰ σὲ λίγο δὲν θὰ ἦσαν δικά του, διότι δὲν σκεπτόταν ὁ ἀξιολύπητος ὅτι κάποια νύκτα, τὴν ἴδια νύκτα, ὅσα θησαύρισε θὰ τὰ χάσῃ ὅλα, ἄλλοι θὰ τὰ πάρουν. Κι αὐτὸς δὲν θὰ ξέρῃ σὲ ποιὸν θὰ ἀνήκουν πλέον, σὲ κληρονόμο ἢ σὲ ξένο, σὲ φίλο ἢ ἐχθρό. Θὰ τὰ ἔχανε ὁ ἄμυαλος ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ μὲ πολὺ μόχθο καὶ ἀγωνία συγκέντρωσε.
Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ τραγικὸ λάθος κάνουμε πολλοὶ ἄνθρωποι. Μὲ ἀρρωστημένη πλεονεξία προσκολλώμεθα στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ξεχνοῦμε ὅτι ὅσα κι ἂν ἔχουμε δὲν εἶναι δικά μας, κάποτε θὰ τὰ χάσουμε ὅλα, διότι εἴμαστε διαχειρισταί τους καὶ ὄχι ἰδιοκτῆται τους. Μὴ ζοῦμε λοιπὸν μὲ ψευδαισθήσεις. Ὅλα τὰ ὑλικὰ ἔχουν ἡμερομηνία λήξεως. Καὶ κάποτε τόσο κοντινή!
4. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΝΥΚΤΑ
Ξέχασε λοιπὸν ὁ πλούσιος τὸ σημαντικώτερο, ὅτι μία νύκτα, τὴν ἴδια νύκτα θὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Τὰ ἔτη τὰ πολλὰ δὲν θὰ ἔρχονταν ποτέ. Δὲν ἔμεναν παρὰ λίγες ὧρες. Τὴν ἴδια νύκτα δαίμονες φοβεροὶ καὶ ἀποτρόπαιοι ἀπαιτοῦσαν νὰ πάρουν τὴν ἄθλια ψυχή του. Ποιὰ νύκτα; Ἡ νύκτα ἐκείνη ποὺ ὀνειρευόταν ὡς νύκτα τῆς εὐτυχίας του, ἡ νύκτα ποὺ νόμιζε ὅτι θὰ τελείωνε ἡ ἀγωνία του καὶ θὰ κοιμόταν πλέον ἥσυχος, αὐτὴ ἡ νύκτα γίνεται νύκτα ἀγωνίας καὶ τρόμου.
Πῶς θὰ εἶναι ἆραγε ἡ δική μας τελευταία νύκτα στὴ γῆ; Νύκτα ἀγωνίας ἢ νύκτα χαρᾶς; Θὰ μᾶς ὑποδεχθοῦν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ἢ θὰ ἀπαιτοῦν τὴν ψυχή μας οἱ φοβεροὶ δαίμονες; Πόσο σκεπτόμαστε αὐτὴν τὴν τελευταία μας νύκτα, καὶ πόσο ἑτοιμαζόμαστε γι’ αὐτήν; Ἂς ξυπνήσουμε λοιπὸν συνειδητοποιῶντας ὅτι τὰ πραγματικὰ ἀγαθὰ δὲν βρίσκονται στὴν γῆ ἀλλὰ στὸν οὐρανό. Ἀγαθὰ ποὺ δὲν χάνονται, ποὺ διαρκοῦν ὄχι ἁπλῶς «εἰς ἔτη πολλά», ἀλλὰ «εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἂς γεμίζουμε λοιπὸν τὶς ἀποθῆκες μας μὲ οὐράνιους θησαυρούς, μὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας· γιὰ νὰ γίνῃ ἡ τελευταία μας νύκτα τὸ γλυκοχάραμα μιᾶς νέας ἡμέρας, τῆς πανευφρόσυνης ἡμέρας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Κυριακή Η΄Λουκά- Ἀπό τή θεωρία στήν πράξη

αναρτήθηκε στις 10 Νοε 2018, 8:56 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 10 Νοε 2018, 8:56 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ι΄ 25-37
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : τῶν Ἁγίων: Β΄ Κορ. δ΄ 6-15

Μὲ ἀφορμὴ τὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ ἔθεσε ἕνας νομοδιδάσκαλος, ὁ ­Κύριος διηγήθηκε τὴ θαυμάσια παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, γιὰ νὰ ὑπογραμ­μίσει πόσο μεγάλη σημασία ἔχει νὰ ἐ­­­­φαρμόζει κανεὶς στὴν πράξη τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον του, τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐθνικότητά του. Γι’ αὐτὸ καὶ συνέστησε στὸ νομοδιδάσκαλο νὰ κάνει τὸ ἴδιο: «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», τοῦ εἶπε.
Ἂς δοῦμε καὶ ἐμεῖς λοιπὸν τώρα: Τί ση­μαίνει νὰ περνᾶμε ἀπὸ τὴ θεωρία στὴν ἔμπρακτη ἐ­­­­φαρ­μογὴ τῆς ἀγάπης;
1. ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ Η ΘΕΩΡΙΑ
Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γνωρίζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας. Νὰ μελετοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς φωτισμένους λόγους τῶν ἁγίων Πατέρων, γιὰ νὰ βρίσκουμε καθοδήγηση καὶ λύση στὰ προβλήματά μας. Ὡστόσο μόνη ἡ γνώση δὲν ἀρκεῖ. Ὁ νομικὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἤξερε, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί του Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, νὰ ἀπαγγέλλει κάθε πρωὶ καὶ βράδυ τὴν πρώτη καὶ βασικὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης ἡ πρακτική της ὅμως τοῦ ἦταν ἄγνωστη. Νόμιζε πὼς χρωστοῦσε νὰ ἀγαπάει μόνο τοὺς ὁμοεθνεῖς του. Ἴσως κι ἐμεῖς εὔκολα ὁμιλοῦμε καὶ συζητοῦμε γιὰ ­θεολογικὰ θέματα, ἀναλύουμε τὶς διάφορες ἑρμηνεῖες τῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων, ἐξετάζουμε τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες τῶν γεγονότων τῆς Βίβλου, θαυμάζουμε τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ὅμως δὲν ἀ­φήνουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπηρεάσει δραστι­­κὰ τὴ ζωή μας. Μιὰ τέτοια θεολογία, ποὺ δὲν ἀγ­γίζει τὴ ζωή μας, καταντᾶ ἀνώφελη φιλοσοφία. Μιὰ πίστη ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ἔργα, εἶναι νεκρή.

Δὲν ὠφελεῖ λοιπὸν νὰ ­καυ­­χιόμαστε ὅτι γνωρίζουμε τὸ θεῖο Νόμο, ὅταν δὲν ἀγωνιζόμαστε νὰ τὸν ­ἐφαρμόζουμε. Ὑ­­­­­πάρχει ἄλλωστε κάτι ἐπίσης σημαν­τικό: ἡ εὐθύνη ποὺ βαραίνει αὐτὸν ποὺ γνωρίζει. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι ἐκεῖνος ὁ δοῦλος ποὺ γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ κυρίου του καὶ δὲν τὸ κάνει, «δαρήσεται πολλάς» θὰ τιμωρηθεῖ περισσότερο ἀπὸ αὐτὸν ποὺ δὲν τὸ γνωρίζει (Λουκ. ιβ΄ 47-48).
Ἂς μὴν ἐπαναπαυόμαστε λοι­­πόν, ἂν τυχὸν γνωρίζουμε τὶς ἐν­τολὲς τοῦ Θεοῦ. «Εἰ ταῦ­τα οἴ­δατε, μακάριοί ἐστε ἐὰν ποι­ῆτε αὐτά», μᾶς εἶπε ὁ Κύριος (Ἰω. ιγ΄ 17). Ἀληθινὰ εὐτυχεῖς καὶ μακάριοι θὰ γίνουμε μόνον ἐφό­σον ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ ἐφαρ­­μόσουμε τὸν θεῖο Νόμο στὴ ζωή μας.
2. Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ κατεξοχὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ ­θείου Νόμου;… Ἡ τήρηση δύο ἐν­το­λῶν ποὺ τοποθετοῦνται μα­ζὶ στὴν πρώτη θέση. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ­πλησίον. Σ’ αὐτὲς τὶς δύο ἐντολὲς στηρί­ζον­ται «ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προ­φῆται», σύμφωνα μὲ τὸ λό­γο τοῦ Κυρίου (Ματθ. κβ΄ 38-40).
Πρῶτον λοιπὸν καλούμαστε ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Θεό. Μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ καὶ μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις. Κι ἡ ἀγάπη μας αὐ­τὴ νὰ μὴν εἶναι θεωρη­τικὴ ἀλ­­λὰ ἔμπρακτη. Νὰ ­ἐκδηλώνεται «ἔρ­­γῳ καὶ ἀληθείᾳ» (Α΄ Ἰω. γ΄ 18). Μᾶς τὸ ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ ­Κύριος: «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε» (Ἰω. ιδ΄ 15). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἀ­­­­­γαποῦμε εἰλικρι­νὰ τὸν Θεό· ἡ ἐφαρμο­γὴ τῶν ἁγίων ἐν­τολῶν του.
Δεύτερον, ν’ ἀγαπήσουμε τὸν πλησί­ον ὅπως ἀγαπᾶμε τὸν ἑαυτό μας. Τὸ ση­­μερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ­προβάλλει ἕ­­να ἐξαίρετο πρακτικὸ παράδειγμα εἰλι­κρι­νοῦς καὶ ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης: τὸν Καλὸ Σαμαρείτη. Ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν λογάριασε κόπο καὶ χρόνο, οὔτε ἐπηρεάστηκε ἀπὸ προκαταλήψεις καὶ τοπικισμούς, ἀλλὰ στάθηκε δίπλα στὸν ξένο καὶ πληγωμένο συνάνθρωπό του ὡς ἄνθρωπος, ὡς φίλος, ὡς ἀδελφός. Ἀναρίθμητες εἶναι οἱ εὐκαιρίες ποὺ παρουσιάζονται καὶ στὴ δική μας ζωὴ γιὰ νὰ δείξουμε τὴν ἀγάπη μας σὲ συγγενεῖς καὶ φίλους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους ποὺ ἔχουν κάποια ἀνάγκη. Ἂς ἀφήσουμε κατὰ μέρος τυχὸν ἐπιφυλάξεις καὶ ἐμπάθειες. Ἐκεῖ θὰ φανεῖ ἡ γνησιότητα τῆς πίστεώς μας: στὸ βαθμὸ τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης μας.
Τὴ γνώριζε βέβαια τὴν ἐντολὴ τῆς ἀ­­γάπης ὁ νομοδιδάσκαλος. Πόσο εὐτυ­χὴς ὅμως θὰ ἦ­­­ταν ἂν τὴν ἐφάρμοζε κιόλας! Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος τὸν προτρέπει: «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως». Αὐτὸ παραγγέλλει καὶ στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς: Μὴ μένεις στὴ θεωρία καὶ στὴν ἁπλὴ γνώση… Ἀκολούθησε τὸ παράδειγμα τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου. Ὁ δρόμος γιὰ νὰ κληρονομήσεις τὴν αἰώνια ζωὴ ἔχει ­συγκεκριμένο ὄνομα: ἀγάπη. Ἀγάπησε κι ἐσὺ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον σου καὶ τότε θὰ ζήσεις αἰωνίως στὴ Βασιλεία του, κοντὰ σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ἀνεξάντλητη πηγὴ τῆς Ἀγάπης.

Κυριακή Ε΄Λουκά- Ὑπάρχει κι ἄλλη ζωή!

αναρτήθηκε στις 3 Νοε 2018, 2:24 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 3 Νοε 2018, 2:24 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λκ. ις΄ 19-31
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ :  Ἐφεσ. β΄ 4-10

Ὁ Λάζαρος «παρακαλεῖται» καὶ ὁ πλούσιος «ὀδυνᾶται». Ὁ ἕνας ἀπολαμ­βάνει παρηγορία καὶ ­ἀνακούφιση, ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Ὁ ἄλ­­λος δοκιμάζει ἀφόρητη θλίψη καὶ ὀδύνη, τρόμο καὶ φρίκη. Αὐτὲς οἱ δύο ἀντιθετικὲς καταστάσεις ἀντικατοπτρίζουν τὴν πραγματικότητα τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι, προσκολλημένοι στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὶς ἐπίγειες ἀπολαύσεις, δὲν ­πιστεύουν στὴ ζωὴ μετὰ θάνατον. «Ἐδῶ εἶναι ἡ Κόλαση, ἐδῶ κι ὁ Παράδεισος», φωνάζουν σαρκαστικά. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὅμως, χρησιμοποιώντας αὐτὴ τὴν πρωτότυπη καὶ πολὺ διδακτικὴ Παραβολή, μᾶς ἀποκάλυψε σαφῶς ὅτι ὑ­­­­­πάρχει ζωὴ μετὰ θάνατον. Ὑπάρχει καὶ Παράδεισος καὶ Κόλαση.
Τί εἶναι ὅμως ἡ Κόλαση καὶ τί ὁ Παράδεισος; Καὶ τί ὀφείλουμε ἐμεῖς νὰ κάνουμε; Νά τὸ θέμα ποὺ θὰ ἐξετάσουμε στὴν ὁμιλία μας αὐτή.
1. ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Παράδεισος καὶ Κόλαση λοιπόν. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος εἶναι ἡ Κόλαση, τόπος ὀ­­δύνης ψυχικῆς καὶ μαρτυρίου αἰωνίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ «γέεννα», «τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται» (Μάρκ. θ΄ 43-44). Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ «ἄσβεστον πῦρ» βρισκόταν ὁ πλούσιος καὶ ζητοῦσε ἔ­­­στω μία σταγόνα νεράκι γιὰ νὰ δροσίσει τὴ γλώσσα του, ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση τῆς ἀφόρητης ὀδύνης ὁ ἄνθρωπος βασανίζεται αἰωνίως ἀπὸ τὴν ἔνοχη συνείδησή του, ἡ ὁποία τὸν πλημμυρίζει μὲ τύψεις γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Παράλληλα ὑποφέρει κι ἀπὸ τὰ πάθη του, ποὺ μένουν ἀνικανοποίητα, ἐπιτείνοντας τὰ αἰώνια βάσανά του.
Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶναι ὁ Παράδεισος, δηλαδὴ ἡ αἰώνια ζωὴ μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ὁποίου οἱ δίκαιοι «ὄψονται τὸ πρόσωπον» (Ἀποκ. κβ΄ 4). Ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου θὰ βλέπουν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ γεμάτο δόξα καὶ λαμπρότητα καὶ ἡ δόξα αὐτὴ θὰ ἀντικατοπτρίζεται καὶ στοὺς ἴδιους, ὥστε νὰ λάμπουν «ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. ιγ΄ 43). Στὸν Παράδεισο οἱ δίκαιοι θὰ ζοῦν συν­τροφιὰ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους καὶ αὐτὸ θὰ τοὺς χαρίζει ἀνάπαυση, χαρὰ καὶ εὐτυχία. Αὐτὸ δηλώνει ἡ ἔκφραση «εἰς τοὺς κόλπους Ἀβραάμ». Μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ἦταν φίλος τοῦ Θεοῦ, πατέρας ὅλων τῶν πιστῶν στὸ Θεὸ ἀνθρώπων, ὑπάρχει ἡ ἀπέραντη εὐτυχία καὶ μακαριότητα.
2. ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Πῶς ὅμως καθορίζεται ἡ κατάσταση στὴν ὁποία θὰ βρεθοῦμε μετὰ θάνατον; Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει εἴτε στὴν αἰώνια κόλαση εἴτε στὴν αἰώνια εὐτυχία; Εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζω­ῆς μας στὸν κόσμο αὐτό. Ἂν ζοῦμε μιὰ ζωὴ ἀτομικιστικὴ καὶ ὑλιστική, ἀδιαφορώντας γιὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν μετανοοῦμε, τότε στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ ἔχουμε τὴν ἴδια τύχη μὲ τὸν πλούσιο τῆς Παραβολῆς. Ἂν ὅμως ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε ὅπως θέλει ὁ Θεός, ζητοῦμε ταπεινὰ τὸ ἔλεός του καὶ ὑπομένουμε μὲ πίστη τὰ δεινὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς, ὅπως ὁ πτωχὸς Λάζαρος, τότε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀ­­­­πολαύσουμε τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ εὐ­τυχία στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ.
Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ παροῦσα ζωὴ θὰ κρίνει τὸ αἰώνιο μέλλον μας φαίνεται ξεκάθαρα καὶ ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου περὶ τῆς ἡμέρας τῆς Κρίσεως. Ἐκεῖ ὁ δικαιοκρίτης Κύριος θὰ ἀνταμείψει τοὺς «εὐλογημένους τοῦ Πατρός» του γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔδειχναν ἐνόσῳ ζοῦ­σαν, ἐνῶ ἀντίθετα θὰ καταδικάσει «εἰς κόλασιν αἰώνιον» αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν ἐγωιστικά, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν συνάνθρωπό τους, καὶ παρέμειναν ἀ­­μετανόητοι (Ματθ. κε΄ 31-46).
Ἄρα λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή μας κρίνεται τὸ αἰώνιο μέλλον μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προειδοποιεῖ αὐστηρά: «Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει» (Γαλ. ς΄ 7). Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαπατήσει τὸν Θεὸ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ σπείρει κάθε ἄνθρωπος, αὐτὸ καὶ θὰ θερίσει. Καὶ συνεχίζει: «Ἄρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας» (στίχ. 10). Συνεπῶς, ὅσο ζοῦμε ἀκόμη καὶ ἔχουμε καιρό, ἂς κάνουμε πρὸς ὅλους τὸ καλό.
Ἡ σημερινὴ Παραβολὴ πρέπει νὰ μᾶς συγκλονίσει. Τὸ τραγικὸ ­κατάντημα τοῦ πλουσίου ἀποτελεῖ ἕνα μήνυμα πρὸς ὅλους ὅσοι ζοῦν ἐπιπόλαια, ἀδιαφο­­­ρών­τας γιὰ τὸ αἰώνιο μέλλον τους. Εἶ­ναι καιρὸς λοιπὸν νὰ μετανοήσουμε! Νὰ ἐργαστοῦμε γιὰ τὴν αἰώνια σωτηρίας μας. Τώρα! Πρὶν περάσουμε τὰ σύν­ορα αὐτοῦ τοῦ κόσμου· διότι τότε θὰ εἶναι πλέον πολύ-πολὺ ἀργά…

Κυριακή Ζ΄Λουκά- Δύο θαύματα πίστεως

αναρτήθηκε στις 27 Οκτ 2018, 9:12 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 27 Οκτ 2018, 9:12 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λκ. η΄ 41-56
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : (Ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου: Ἑβρ. θ΄ 1-7) 


1. ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ Ο ΠΟΝΟΣ
Στὴν Καπερναοὺμ ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος περνοῦσε φοβερὴ δοκιμασία, ζοῦσε τραγικὲς στιγμές. Ἡ μονάκριβη δωδεκάχρονη κόρη του κινδύνευε νὰ πεθάνῃ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή. Κι αὐτὸς τριγυρνοῦσε στοὺς δρόμους τῆς Καπερναοὺμ γιὰ νὰ βρῇ τὸν ἰατρὸ τοῦ κόσμου, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. 
Μόλις Τὸν ἀντίκρυσε, ἔπεσε γονατιστὸς στὰ πόδια του καὶ Τὸν θερμοπαρακαλοῦ-σε νὰ ἔλθῃ στὸ σπίτι του, νὰ γιατρέψῃ τὴν ἑτοιμοθάνατη κόρη του.
Πῶς ὅμως αὐτὸς ὁ ἄρχοντας, ὁ ἀρχισυνάγωγος, ποὺ εἶχε τόσο μεγάλη θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ θέσι, ταπεινώνεται τόσο πολὺ καὶ πέφτει γονατιστὸς μπροστὰ στὸν Κύριο; Δὲν σκέφθηκε τὸ ἀξίωμά του; Δὲν ντράπηκε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ ἦταν τριγύρω καὶ τὸν ἔβλεπαν; Δὲν φοβήθηκε τοὺς Φαρισαίους; Δὲν ὑπολόγισε τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά! Ἕνα τὸν ἔνοιαζε, ἡ σωτηρία τῆς κόρης του. Ἦταν συντετριμμένος ἀπὸ τὴν συμφορὰ ποὺ τὸν βρῆκε. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλῖψι τὸν ταπείνωσε πολύ, τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ σὰν δοῦλος στὰ πόδια τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν προσκυνήσῃ ὡς ἄρχοντα ἀνώτερον ἀπ’ αὐτόν.
Ἔτσι συμβαίνει συχνὰ καὶ στὴ δική μας ζωή. Οἱ θλίψεις μᾶς ταπεινώνουν, μᾶς κάνουν νὰ αἰσθανώμαστε τὴν μηδαμινότητά μας καὶ νὰ τρέχουμε μὲ πόθο καὶ προσδοκία στὴν ἐκκλησία. Κι ἐκεῖ νὰ παρακαλοῦμε γονατιστοὶ τὸν Θεὸ νὰ λύσῃ τὸ δύσκολο πρόβλημά μας, νὰ θεραπεύσῃ τὶς ἀρρώστιες μας, νὰ γαληνεύσῃ τὴ ζωή μας. Πόσο εὐεργετικὸς λοιπὸν εἶναι ὁ πόνος! Μᾶς ἐξαγνίζει, μᾶς ταπεινώνει, μᾶς καλλιεργεῖ. Μαλακώνει τὴν καρδιά μας, χαμηλώνει τὸ ἀταπείνωτο φρόνημά μας, μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὸν οὐρανό.
2. ΑΓΓΙΓΜΑ ΨΥΧΗΣ
Καθὼς ὁ Κύριος πήγαινε στὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου, τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ Τὸν περιέβαλλαν Τὸν ἐπίεζαν ἀσφυκτικά. Μέσα στὸ συνωστισμὸ μιὰ γυναίκα ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ αἱμορραγία δώδεκα χρόνια, πλησίασε κρυφὰ ἀπὸ πίσω τὸν Ἰησοῦ, ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του, κι ἀμέσως σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Τότε ὁ Κύριος ρώτησε: Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ ἄγγιξε; Κι ἐπειδὴ ὅλοι γύρω ἀρνοῦνταν, ὁ Πέτρος εἶπε μὲ ἀπορία: Μά, Κύριε, τόσα πλήθη λαοῦ σὲ ἔχουν περικυκλώσει ἀσφυκτικὰ κι ἐσὺ ρωτᾷς ποιὸς σέ ἄγγιξε;
Ὁ Πέτρος ἀσφαλῶς δὲν καταλάβαινε τὸ νόημα τῆς ἐρωτήσεως. Διότι ἦταν πολὺ διαφορετικὸ τὸ ἑκούσιο ἄγγιγμα τῆς γυναίκας ἐκείνης ἀπὸ τὸ ἀκούσιο ἄγγιγμα τοῦ πλήθους. Τὰ πλήθη ποὺ περικύκλωναν τὸν Κύριο, Τὸν ἄγγιζαν ἀσυναίσθητα ἐξωτερικῶς. Ἡ γυναίκα ὅμως Τὸν ἄγγισε καὶ ἐσωτερικῶς μὲ τὴν ψυχή της. Μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν προσεγγίσεων τὰ ἀνθρώπινα μάτια δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν καμμία διαφορά. Τὰ μάτια ὅμως τοῦ Χριστοῦ διέκριναν σαφῶς τὴν τεράστια διαφορά. 
Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν διαφορὰ διακρίνουν τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ σ’ ὅλους ἐμᾶς τοὺς πιστούς, ποὺ προσερχόμαστε στοὺς ἱεροὺς Ναούς μας καὶ ἐγγίζουμε τὸν ἀπρόσιτο Θεὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Πόσοι λοιπὸν ἀπὸ ἐμᾶς Τὸν ἐγγίζουμε ἐσωτερικά, μὲ συστολὴ καὶ δέος, μὲ πίστι καὶ φόβο, μὲ τὴν συναίσθησι ὅτι ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι ἔχουμε ἐνώπιόν μας τὸν Ἅγιο τῶν ἁγίων, τὸν ἄπειρο Δημιουργό μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς Τὸν κοινωνοῦμε μὲ συντριβή, μὲ πίστι; Εἶναι κρῖμα νὰ κυκλώνουμε τὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ μὴ συναισθανώμαστε ποιὸν ἐγγίζουμε. Γι’ αὐτὸ καὶ μένουμε ἀθεράπευτοι στὴ δική μας ψυχικὴ αἱμορραγία.
3. ΤΑ ΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ
Στὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου σὲ λίγο τὸ θέαμα ἦταν σπαραξικάρδιο. Ὅλοι ἔκλαιγαν, κτυ-ποῦσαν τὰ στήθη τους καὶ τὰ κεφάλια τους γιὰ τὴν νεκρὴ κόρη τοῦ Ἰαείρου. Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς εἶπε: Μὴ κλαῖτε. Δὲν πέθανε ἡ μικρή, ἀλλὰ κοιμᾶται! Μόλις ὅμως τὸ ἄκουσαν αὐτὸ τὰ παρευρισκόμενα πλήθη, ἄρχισαν νὰ περιγελοῦν, θεωρῶντας παράλογη τὴν ἔκφρασι τοῦ Κυρίου. Ὅμως μὲ τὴ χλεύη τους αὐτή, τὰ πλήθη, χωρὶς νὰ τὸ κατανοοῦν, οὐσιαστικὰ ἔδιναν τὸ ἐγκυρότερο πειστήριο τῆς ἀναστάσεως ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε, διότι ἐβεβαίωναν ὅτι ὁ θάνατος τῆς κόρης ἦταν ἀδιαμφισβήτητος. Μὲ τὰ γέλια τους ἔγιναν οἱ ἀξιόπιστοι κήρυκες τοῦ θαύματος.
Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνεται συχνὰ μέσα στὴν ἱστορία. Ἐχλεύαζαν οἱ Ἰουδαῖοι τοὺς ἀγραμμάτους Μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἔτσι ἄθελά τους διετράνωναν τὸ θαῦμα τῆς Πεντηκοστῆς ποὺ ἀκολούθησε καὶ μετέβαλε τοὺς ἀγραμμάτους ἁλιεῖς σὲ πανσόφους διδασκάλους τῆς οἰκουμένης. Ἐχλεύαζαν οἱ εἰδωλολάτραι καὶ οἱ ἄθεοι κατόπιν τὴν ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία μας, ἀλλὰ ἔτσι πιστοποίησαν ὅλοι αὐτοὶ τὸ θαῦμα τοῦ θριάμβου τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.
Ἕνα τέτοιο θαῦμα ἑορτάζουμε καὶ σήμερα. Τὴν θαυμαστὴ νίκη τῆς μικρῆς Ἑλλάδος μας ἐναντίον τῶν πανίσχυρων χλευαστῶν της. Τὴ νίκη ποὺ μᾶς ἐχάρισε ὁ παντοδύναμος Κύριος. Τὴν πρώτη νίκη ἐναντίον τοῦ ἐπηρμένου Ἄξονος Γερμανίας – Ἰταλίας, ποὺ ἐπροδίκασε ὅμως τὴν ἔκβασι τοῦ κρισιμωτάτου δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ζῇ Κύριος ὁ Θεός!

Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά – Μαρτυρία στόν σύγχρονο κόσμο

αναρτήθηκε στις 20 Οκτ 2018, 3:04 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 20 Οκτ 2018, 3:04 π.μ. ]

 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΣΤ΄ Λουκά

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λκ. η΄ 27-39
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: κα΄ ἐπιστολῶν (Γαλ. β΄ 16-20)

«Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεὸς»

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μὲ τὴν παντοδύναμη ἐξουσία του ἐλευθέρωσε τὸν ταλαίπωρο δαιμονισμένο τῶν Γαδαρηνῶν ἀπὸ τὴν τυραννικὴ κυριαρχία τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Τώρα ὁ πρώην δαιμονισμένος κάθεται ἤρεμος καὶ γαλήνιος δίπλα στὸ μεγάλο του Εὐεργέτη. Δὲν θέλει νὰ Τὸν ἀποχωριστεῖ, ἐπιθυμεῖ νὰ Τὸν ἀκολουθεῖ παντοῦ, ὅμως ὁ Κύριος τοῦ ὑποδεικνύει κάτι διαφορετικό: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός», τοῦ λέει. Νὰ ἐπιστρέψεις πίσω στὸ σπίτι σου καὶ νὰ διηγεῖσαι ὅσα θαυμαστὰ σοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Αὐτὸ εἶναι τὸ δικό σου χρέος: νὰ μιλᾶς γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησες· νὰ δίνεις τὴ δική σου μαρτυρία γιὰ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ.
Παρόμοιο καὶ τὸ δικό μας χρέος. Νὰ δίνουμε μαρτυρία πίστεως μέσα στὸν ἀλλοπρόσαλλο κόσμο μας. Ἂς δοῦμε λοιπὸν πιὸ συγκεκριμένα: Ποιὰ εἶναι ἡ μαρτυρία ποὺ καλούμαστε νὰ δίνουμε γύρω μας καὶ κατὰ πόσο εἶναι ἐφικτὸ νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ χρέος μας αὐτό;
1. Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Ἡ μαρτυρία τοῦ χριστιανοῦ μέσα στὸν κόσμο εἶναι μαρτυρία λόγου καὶ ζωῆς. Μαρτυρία λόγου, διότι ὁ χριστιανός, σύμ­­φωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ ἁγίου ἀ­­­­ποστόλου Πέτρου, ὀφείλει νὰ εἶναι πάν­τοτε «ἕτοιμος πρὸς ἀπολογίαν» καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὶς ἀλήθειες τῆς Πίστεως «μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου», δηλαδὴ μὲ πνεῦμα πραότητος καὶ μὲ φόβο Θεοῦ (Α΄ Πέτρ. γ΄ 15). Μαρτυρία λόγου. Νὰ μὴ διστάζει δηλαδὴ νὰ ὁμολογεῖ τὸν Κύριο ὡς τὸ μεγάλο Εὐεργέτη του, τὸν προσωπικὸ Σωτήρα καὶ Λυτρωτή του. Εἶναι κι αὐτὸ δυνατὴ μαρτυρία. Αὐθόρμητη κίνηση τῆς ψυχῆς ποὺ αἰσθάνεται πλημμυρισμένη ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὶς ἀνεκτίμητες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ.
Παράλληλα ὅμως ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ δίνει καὶ μαρτυρία ζωῆς. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζεῖ ἀποτελεῖ ἕνα καθημερινὸ κήρυγμα μὲ πολλοὺς ἀποδέκτες. Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, καθὼς τὸν παρατη­ροῦν, τὸν θαυμάζουν γιὰ τὴν ­ψυχική του ἰσορροπία, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλ­πίδα του στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἐκδηλώνει πρὸς ὅλους ἀ­­­διακρίτως, γιὰ τὴν ὑπομονὴ στὶς δυσ­κολίες, γιὰ τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του νὰ συγχωρεῖ ἀκόμη κι αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀδικοῦν… Ἡ ὅλη ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ὀφείλει νὰ ἀποτελεῖ ἔμπρακτη ἀπόδειξη ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἐφαρμόζεται καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐξασφαλίζει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀληθινὴ εὐτυχία.
Εἶναι ὅμως αὐτὸ ἐφικτὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ στὴν ἐποχή μας;
2. ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ
Εἶναι ἐφαρμόσιμη ἡ μαρτυρία ὑπὲρ τῆς Πίστεώς μας; Μερικοὶ ἀ­­­­­πογοητεύονται, καθὼς βλέπουν τὸ ρεῦ­­μα τοῦ κακοῦ νὰ κατακλύζει τὰ πάντα μὲ ὁρμή. «Τί μπορεῖ νὰ κάνει ἕνας χριστιανός, ὅταν εἶναι μόνος του;», ἀναρω­τιοῦνται. «Τί νόημα ἔχει νὰ πηγαίνεις ἀντίθετα στὸ ρεῦμα;»
Κάτι ἀνάλογο θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ καὶ ὁ πρώην δαιμονισμένος, ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα του γιὰ νὰ διηγεῖται τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησε. Νὰ γυρίσει, ἀλλὰ ποῦ;… Στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν ποὺ ­ἔδιωξαν τὸν Χριστό! Νὰ μιλήσει σὲ ποιούς;… Στοὺς συμπατριῶτες του οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ χαροῦν γιὰ τὴν ἀπαλλαγή τους ἀπὸ τὴν τρομοκρατία τῶν δαιμόνων, στενοχωρήθηκαν γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ζημία ἀπὸ τὸν πνιγμὸ τῶν χοίρων καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ φύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο τους; Παρ’ ὅλα αὐτά, ἔκανε αὐτὸ ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ Χριστός. «Καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς». Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔγινε ἱεραπόστολος μέσα στὴν ἴδια τὴν πατρίδα του. Μιὰ ζωντανὴ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξη τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.
Δὲν γνωρίζουμε τὰ ἀποτελέσματα ἀ­­­πὸ τὴν παρουσία καὶ δράση του ἀνάμεσα στοὺς Γαδαρηνούς. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζουμε εἶναι ὅτι στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔχουμε πάμπολλα παραδεί­γ­ματα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ἐρ­γάστηκαν μόνοι τους, ἐπειδὴ εἶχαν σύμμαχο τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ­ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν θαυμαστὰ ἀποτελέσματα. Ὁ ἅγι­­ος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νεοκαισα­ρείας (213-270 μ.Χ.), ὅταν ­ἐγκαταστά­θηκε στὴν ἐπισκοπική του περιφέρεια, βρῆ­κε μόνο 17 χριστιανούς. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ­ἦ­­­ταν εἰδωλολάτρες. Ἐργάστηκε μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση καὶ κατόρθωσε νὰ ­μεταστρέψει σχεδὸν ὅλη τὴν πόλη στὴ ­χριστιανικὴ πίστη. Ὅταν ἀπεβίωσε, στὴν περιοχή του εἶχαν μείνει μόλις 17 εἰδωλολάτρες. Ἂς μὴν ­ἀπογοητευόμαστε λοι­πόν. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἔλεγε ὅτι ἀρ­­κεῖ ἕνας ἄνθρωπος «ζήλῳ πεπυρωμένος» γιὰ νὰ διορθώσει ὁλόκληρη πόλη!
 «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Τὸ κάλεσμα τοῦ Κυρίου ἀκούγεται ­σήμερα περισσότερο ἐπίκαιρο παρὰ ποτέ. Εἶ­ναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ δώσουμε μαρ­­­τυρία Χριστοῦ μέσα στὸ ­σύγχρονο κόσμο. Σ’ ἕνα κόσμο ποὺ μοιάζει μ’ ἐ­­­κεῖ­νον τῶν Γαδαρηνῶν. Διότι καὶ ­σήμε­­­ρα ἐπιχειροῦν πολλοὶ νὰ διώξουν τὸν Χρι­στὸ ἀπὸ τὴ ζωή τους, ἀπὸ τὴν ­οἰκογένεια, τὸ σχολεῖο, τὴν κοινωνία… Ἂς μὴν ­κα­τα­θέσουμε τὰ ὅπλα. Ἂς ὁμολογοῦμε μὲ θάρρος αὐτὰ ποὺ πιστεύουμε κι αὐτὰ ποὺ ζοῦμε… Ἡ ἐποχή μας ἔχει ­ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ θὰ δίνουν μὲ ἐν­θου­σιασμὸ μαρτυρία Χριστοῦ!

Κυριακή Δ΄Λουκά – Ο λόγος του Θεού και η καρποφορία του σε μας.

αναρτήθηκε στις 13 Οκτ 2018, 1:53 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 13 Οκτ 2018, 1:54 π.μ. ]


Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ

1. Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἀδελφοί μου χριστιανοί, μᾶς μιλάει γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τόν παρομοιάζει μέ «σπόρο». «Ὁ σπόρος ἐστίν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ», μᾶς εἶπε ὁ Κύριος (στίχ. 11). Μικρός εἶναι ὁ σπόρος. Ἀλλά γίνεται ἀπ᾽ αὐτόν δένδρο πανύψηλο καί δυνατό, πού ζεῖ πάμπολλα χρόνια. Γι᾽ αὐτό καί μερικά δένδρα παριστάνονται ὡς πανάρχαια, σάν νά φυτεύτηκαν ἀπό τόν Ἴδιο τόν Θεό. «Ὁ κέδροι τοῦ λιβάνου, ἅς ἐφύτευσας», λέγει ὁ ψαλμωδός (Ψαλμ. 103,16)!

Τά ὅσα μᾶς λέγει ὁ Κύριος στό σημερινό Εὐαγγέλιο τά λέγει μέ μία ὡραία παραβολή. Ξέρουμε ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός μιλοῦσε μέ παραβολές. Μιλοῦσε μέ αὐτό τόν τρόπο ὄχι – ὅπως νομίζουν πολλοί – γιά νά τόν καταλαβαίνουν οἱ ἀκροατές του μέ ἁπλές διηγήσεις, ἀλλά ἀκριβῶς γιά τόν ἀντίθετο λόγο: Δηλαδή, μιλοῦσε μέ αὐτό τόν τρόπο γιά νά μήν τόν καταλαβαίνουν ὅλοι! Ἔτσι εἶπε στούς μαθητές πού τόν ἐρώτησαν γιά τήν ἔννοια τῆς παραβολῆς. Τούς εἶπε ὅτι ὁμιλεῖ μέ παραβολές, ὥστε, ἐκεῖνοι πού δέν εἶναι ἄξιοι γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, «νά μή κατανοοῦν ὅσα βλέπουν καί νά μή καταλαβαίνουν αὐτά πού ἀκούουν» («ἵνα βλέποντες μή βλέπωσι καί ἀκούοντες μή συνιῶσιν», στίχ. 10). Ἔτσι εἶναι, ἀδελφοί. Πρέπει νά εἶναι δεκτική καί προπαρασκευασμένη ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά δέχεται τά θεῖα νοήματα. Σέ ὅποιον δέν συμβαίνει αὐτό, δέν πρέπει νά τοῦ παραδίδουμε τά ὑψηλά θεολογικά μαθήματα, γιατί, μή ἐννοώντας τα, θά τά περιφρονήσει καί θά τά καταπατήσει. Καί θά εἴμαστε καί ἐμεῖς ὑπεύθυνοι γιά τό ἁμάρτημά του αὐτό.

2. Ὁ Κύριος μᾶς παρουσιάζει στό σημερινό Εὐαγγέλιο τήν καρποφορία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ μέ τήν παραβολή τοῦ σποριᾶ. Ὁ σπόρος πού ἔσπειρε ὁ σποριᾶς καρποφόρησε ἀνάλογα μέ τόν τόπο πού ἔπεσε. Ὁ σπόρος ἦταν ὁ ἴδιος, ἀλλά τά ἀποτελέσματα τῆς σπορᾶς ἦταν διάφορα, ἀνάλογα μέ τήν πνευματική κατάσταση τῆς ψυχῆς πού δεχόταν τόν σπόρο, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ δηλαδή. Ἄρα τήν εὐθύνη γιά τήν πνευματική μας κατάσταση τήν ἔχουμε ἐμεῖς. Ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καί λάμπει. Μπαίνει ὅμως τό φῶς του σέ κάθε σπίτι ἀνάλογα μέ τό ἄνοιγμα τῶν παραθύρων του. Τό ἴδιο θά ποῦμε καί γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καρποφορεῖ ἀνάλογα μέ τήν ποιότητα τῆς καρδιᾶς πού τόν δέχεται. Ἡ σημερινή μας παραβολή ἔχει τρεῖς διαφορετικές περιπτώσεις ἀκροατῶν.
Κατά τήν πρώτη περίπτωση ὁ σπόρος τοῦ σποριᾶ ἔπεσε «παρά τήν ὁδόν καί κατεπατήθη». Ἔπεσε κοντά στόν δρόμο τοῦ χωραφιοῦ καί πατήθηκε ἀπό τούς διαβάτες. Ἔτσι, τόν κατέφαγαν τά πετεινά (στίχ. 5). Ὅπως λέγει ὁ Κύριος, ἑρμηνεύοντας στούς μαθητές Του τήν παραβολή, ἡ περίπτωσή μας ἐδῶ ἀναφέρεται σέ ἐκείνους πού ἀκούουν μέν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἔχουν σκληρή καρδιά, καρδιά ποδοπατημένη (βλ. στίχ. 5) ἀπό τά διάφορα πάθη τους. Ἑπομένως στήν καρδιά τους αὐτή δέν μπορεῖ νά εἰσδύσει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί γι᾽ αὐτό, πολύ εὔκολα, ἔρχεται ὁ διάβολος καί «αἴρει τόν λόγον ἀπό τῆς καρδίας αὐτῶν», εἶπε ὁ Κύριος (βλ. στίχ. 12).
Τό ἴδιο σχεδόν εἶναι καί ἡ ἄλλη περίπτωση, κατά τήν ὁποία ὁ σπόρος, δηλαδή ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔπεσε στήν πέτρα. Καί τί μπορεῖ νά φυτρώσει πάνω στήν πέτρα; Ὅπως ἐξήγησε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, αὐτοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι στήν ἀρχή δέχονται μέ χαρά καί ἐνθουσιασμό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅμως δέν μπορεῖ νά ριζώσει στήν πέτρινη καρδιά τους καί γι᾽ αὐτό, ὅταν συμβαίνουν πειρασμοί καί ἔρχονται διωγμοί, γρήγορα τά ἐγκαταλείπουν ὅλα καί ἀρνοῦνται τήν πίστη. Στήν περίπτωση μας ἐδῶ κάνουν ἐντύπωση δύο ὅμοιες ἐκφράσεις περί τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Εἶναι οἱ ἑξῆς: «Οἵ πρός καιρόν πιστεύουσι καί ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται» (στίχ. 13). «Πρός καιρόν» καί «ἐν καιρῷ»! Δηλαδή, γιά λίγο «καιρό» μόνο, γιά λίγο μόνο διάστημα παραμένουν πιστοί. Δέχθηκαν μέ ἐνθουσιασμό τήν πίστη καί στά γρήγορα - γρήγορα ἔπειτα, μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ πειρασμοῦ, τήν ἐγκαταλείπουν. Ἐπιπόλαιοι ἄνθρωποι! Καί νά εἶναι κανείς ἐπιπόλαιος καί ἀπερίσκεπτος στά ἀνθρώπινα καί στά ὑλικά πράγματα εἶναι μικρή ἡ ζημιά. Νά εἶναι ὅμως ἐπιπόλαιος στά πνευματικά, αὐτό στοιχίζει τόν αἰώνιο θάνατό του. Ὅπως λέγει ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑρμηνεύοντας τήν περικοπή, «οἱ ἀπερισκέπτως ἔχοντες τήν πίστιν ἐν ἑαυτοῖς οὗτοι ἄρριζον ἔχουσι τήν εὐσέβειαν»!

3. Ἡ τρίτη περίπτωση εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐκπροσωποῦνται ἀπό τόν σπόρο πού ἔπεσε σέ ἔδαφος γεμᾶτο ἀπό σπόρους ἀγκαθιῶν. Καί βλάστησε μαζί μέ τά ἀγκάθια καί τόν ἔπνιξαν (στίχ. 7). Αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄκουσαν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἄρχισαν μέ κάποια προθυμία νά βαδίζουν στό δρόμο τῆς πίστης. Πνίχτηκαν ὅμως ἀπό ἐναγώνιες φροντίδες γιά νά ἀποκτήσουν πλοῦτο καί ἀπό τίς ἀπολαύσεις τοῦ σαρκικοῦ βίου. Ἡ περίπτωση αὐτή ἔχει ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θέλουν νά πιστεύουν στό Θεό, ἀλλά θέλουν συνάμα νά ἔχουν καί τήν καλοζωΐα καί νά ἀπολαμβάνουν τίς κοσμικές χαρές. Πολλοί ἀπό τούς σημερινούς χριστιανούς μας ὑπάγονται σ᾽ αὐτή τήν περίπτωση. Αὐτοί δέχονται μέν τό σπόρο τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί φαίνεται νά φύεται κάπως στήν καρδιά τους, ἀλλά πνίγεται ἔπειτα ἀπό τίς κοσμικές τους φροντίδες. Τό σπέρμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού δέχθηκαν δέν ὡριμάζει. Αὐτοί δέν φέρουν καρπό. Αὐτό σημαίνει τό «οὐ τελεσφοροῦσι», πού ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο περί αὐτῶν (στίχ. 14).
Περί τῶν παραπάνω τριῶν περιπτώσεων πού ἀκούσαμε, ἀδελφοί χριστιανοί, αὐτό πού φταίει εἶναι ἡ ἀκάθαρτη καρδιά, πού δέχεται μέν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀφοῦ θέλει νά ἱκανοποιήσει καί τίς ἁμαρτωλές της ἐπιθυμίες, ὑποκύπτει στίς ἐπιθυμίες της αὐτές καί ἐγκαταλείπει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καί βαθύτερα, τήν ζημιά γιά τήν ἀποτυχία τῆς καρποφορίας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, τήν κάνει ὁ διάβολος. Αὐτός ἀπό τήν ἀρχή προσπαθεῖ νά ἐμποδίσει τούς ἀνθρώπους νά ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὅταν οἱ ἄνθρωποι τόν ἀκούουν, προσπαθεῖ νά κάνει τό ἔδαφος τῆς καρδιᾶς τους ἀκατάλληλο πρός καρποφορία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτό πού ἀκούσαμε στό σημερινό Εὐαγγέλιο ὅτι «εἶτα (= ἔπειτα) ἔρχεται ὁ διάβολος καί αἴρει τόν λόγον ἀπό τῆς καρδίας αὐτῶν» (στίχ. 12). Δηλαδή, ὁ διάβολος ἐργάζεται στίς ψυχές ἐναντίον τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ μέ δυό τρόπους: Καί ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά. Ἐξωτερικά μέν στό νά μήν ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ· ἐσωτερικά δέ στό νά τόν βγάλει ἀπό τήν καρδιά, ἄν τόν δεχθοῦν. Ὁ κακοῦργος αὐτός ἐχθρός μας, ὁ διάβολος, πού μισεῖ τήν σωτηρία μας ἀπό φθόνο, ἐπειδή τήν ἔχασε αὐτός!...

4. Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί, πρέπει νά κάνουμε ἀγώνα, πολύ ἀγώνα κατά τοῦ τρισκατάρατου αὐτοῦ ἐχθροῦ μας τοῦ διαβόλου. Αὐτόν τόν ἀγώνα τόν κάνουν οἱ εὐλογημένες ἐκεῖνες ψυχές πού ἀποτελοῦν τήν ἄλλη τάξη, γιά τήν ὁποία μιλοῦσε τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγἐλιο. Εἶναι ἡ «καλή γῆ» στήν ὁποία ὁ σπόρος «ἐποίησε καρπόν ἑκατονταπλασίονα» (στίχ. 8). Αὐτοί, ἀντίθετα ἀπό τίς ἄλλες τρεῖς περιπτώσεις, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, ἔχουν «καρδίαν καλήν καί ἀγαθήν» (στίχ. 15). Πῶς τό πέτυχαν αὐτό καί ἀπόκτησαν καλή καί ἀγαθή καρδιά καί ἔκαναν καρπό ἑκατό φορές περισσότερο ἀπό ὅ,τι ἦταν ὁ σπόρος; Πῶς καρποφόρησαν τόσο πολύ; Τό πέτυχαν γιατί «καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ», μᾶς λέγει ὁ Κύριος (στίχ. 15). Τί σημαίνει αὐτό τό «ἐν ὑπομονῇ»; Σημαίνει ὅτι κάνουν πολύν ἀγώνα κατά τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν καί τοῦ διαβόλου· σημαίνει ὅτι ὄχι ἁπλῶς δέχθηκαν τόν σπόρο καί πίστευσαν στόν Χριστό, ἀλλά καί ὅτι κάνουν ἄσκηση στήν πνευματική τους ζωή καί ὑπομένουν τά πολλά ἐμπόδια, «τάς ἀκάνθας» (στίχ. 7.14), πού ἐμφανίζει ὁ διάβολος, θέλοντας νά ἀποσπάσει τούς πιστούς ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εὔχομαι, ἀγαπητοί ἀδελφοί, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά κάνετε αὐτόν τόν ἀγῶνα καί νά δώσετε πολλούς καρπούς στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό τήν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ΑΜΗΝ.

Κυριακή Γ΄ Λουκά - Οἱ κεκοιμημένοι ζοῦν!

αναρτήθηκε στις 6 Οκτ 2018, 9:21 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Οκτ 2018, 9:21 π.μ. ]


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λκ. ζ΄ 11-16
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: ΙΘ΄ ἐπιστολῶν (Β΄ Κορ. ια΄ 31 – ιβ΄ 9) 

Μιὰ πονεμένη χήρα ὁδηγεῖ στὸν τάφο τὸ μονάκριβο παιδί της. Θέαμα τραγικό. Ὁ Κύριος τὴ συμπονεῖ: «Μὴ κλαῖε», τῆς λέει μὲ στοργή. Ἔπειτα στρέφεται πρὸς τὸ νεκρὸ παιδὶ καὶ μὲ τόνο προστακτικὸ λέει: «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι». Νέε, σὲ σένα μιλάω, σήκω ἐπάνω! Ἀμέσως ὁ νεκρὸς νέος ἀνασηκώνεται καὶ ἀρχίζει νὰ μιλάει. Ὅλοι γύρω σαστίζουν. Τὰ δάκρυα τῆς λύπης γίνονται τώρα δάκρυα χαρᾶς…

Αὐτὸ τὸ ἐκπληκτικὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσουμε τί γίνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν πεθαίνει καὶ ποιὰ σχέση μποροῦμε νὰ ἔχουμε μαζί του.
1. ΟΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΙ ΖΟΥΝ
Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐκμηδενίζεται μὲ τὸν θάνατο, ὅπως νομίζουν οἱ ὑλιστές. Αὐ­τὸ ποὺ συμβαίνει μὲ τὸν θάνατο εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα. Καὶ τὸ μὲν σῶμα νεκρώνεται καὶ διαλύεται μέσα στὸν τάφο, ἡ ψυχὴ ὅμως ζεῖ καὶ περιμένει τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν· τὴν ἡμέρα δηλαδὴ τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Τότε τὸ σῶμα θὰ ἀναστηθεῖ μεταμορφωμένο καὶ ἀνακαινισμένο γιὰ νὰ ἑνωθεῖ πάλι μὲ τὴν ἀθάνατη ψυχὴ καὶ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος αἰωνίως. Καὶ ὅσοι ἔφυγαν μετανοημένοι θὰ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ ἀπολαύσουν αἰωνία καὶ μακαρία ζωή, ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἔζησαν θεληματικὰ στὴν κακία καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ ἔφυγαν ἀμετανόητοι, θὰ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ δικασθοῦν καὶ νὰ ­κατακριθοῦν.
Ἑπομένως οἱ νεκροὶ δὲν ἔχουν χαθεῖ. Ζοῦν! Ζοῦν μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θε­οῦ καὶ προσδοκοῦν καὶ αὐτοὶ «ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ὅπως διακηρύττουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Καὶ σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ ζωὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἐλπίζουμε καὶ περιμένουμε νὰ συναντήσουμε καὶ πάλι τοὺς προσφιλεῖς μας κεκοιμημένους.
Ναί, οἱ κεκοιμημένοι ζοῦν! Ποιὰ ­μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι τώρα ἡ σχέση μας μαζί τους; Ἄραγε μᾶς ἀκοῦν; Μᾶς βλέπουν; Μπο­ροῦμε νὰ τοὺς αἰσθανόμαστε κοντά μας;
2. Η ΣΧΕΣΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ ζοῦν, εἴπαμε, μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, πράγμα τὸ ὁποῖο στοὺς μὲν δικαίους δίνει ἄπειρη χαρά, στοὺς δὲ ἀμετανόητους προξενεῖ ντροπή, φρίκη καὶ πό­­νο. Κι ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Θεὸς εἶναι παν­ταχοῦ παρών, δίνει τὴ δυνατότητα στὶς ψυχὲς ποὺ εἶναι κοντά του νὰ ­βρίσκονται σὲ ἐπικοινωνία μαζί μας, νὰ πληροφοροῦνται τὴ ζωή μας, τὶς δυσκολίες καὶ τὸν ἀγώνα μας. Μὴ μᾶς κάνει ἐντύπωση αὐ­­­­τό. Ἂν ὁ κολασμένος πλούσιος, ὅπως τὸν περιέγραψε ὁ Κύριος στὴ γνωστὴ Παραβολὴ (Λουκ. ις΄ 19-31), ἐνδιαφερόταν γιὰ τὰ ἀδέλφια του καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο γιὰ νὰ τὰ παρακινήσει σὲ μετάνοια, πολὺ περισσότερο οἱ δίκαιοι καὶ οἱ Ἅγιοι ἐνδιαφέρονται καὶ προσεύχονται γιὰ τὴ δική μας σωτηρία.
Παράλληλα καὶ ἐμεῖς προσευχόμαστε γι’ αὐτούς. Τελοῦμε Μνημόσυνα, προσ­φέ­ρουμε ἐλεημοσύνες γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τους καὶ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι παίρνουν μεγάλη ὠφέλεια ἀπὸ τὴ μνημόνευσή τους. Καὶ τὸ σπουδαιότερο: Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε θεία Λειτουργία, ὁ Κύριος τοὺς φέρνει κοντά μας. Μνημονεύονται ἰδιαιτέρως στὴν ἁγία Πρόθεση, κι ἐκεῖ, στὸ ἅγιο Δισκάριο ἑνωνόμαστε μαζί τους, ἀφοῦ γύρω ἀπὸ τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ συγκεντρώνεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία, στρατευομένη καὶ θριαμβεύουσα, ἐπίγεια καὶ οὐράνια. Κοντὰ στὴν Παναγία, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους βρισκόμαστε ὅλοι οἱ πιστοί, ζῶντες καὶ κεκοιμημένοι, ἑνωμένοι σὲ ἕνα σῶμα: τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ!
«Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι»!
Ὁ παντοδύναμος λόγος τοῦ Κυρίου ποὺ ἀνέστησε τὸ νεκρὸ γιὸ τῆς χήρας τῆς Ναῒν ἀντηχεῖ σὲ κάθε χρόνο καὶ ἐποχὴ καὶ διαλαλεῖ τὸ μήνυμα ὅτι πλέον ὁ θάνατος ἔχει νικηθεῖ. Μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν νεκροί. Ὅλοι εἴμαστε ζωντανοί. Ἄλλοι στὴ γῆ κι ἄλλοι στὸν οὐρανό, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἂς μὴ λυπόμαστε λοιπὸν ὑπερβολικὰ γιὰ τοὺς ἀγαπημένους μας κεκοιμημένους. Νὰ μᾶς παρηγορεῖ ἡ βεβαιότητα ὅτι ζοῦν καὶ βρίσκονται κοντά στὸν Κύριο. Νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτοὺς καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε κάποτε νὰ τοὺς συναντήσουμε στὴ Βασιλεία του, γιὰ νὰ ζήσουμε μαζί τους καινὴ καὶ ἀναστημένη ζωή.

1-10 of 1068