Επίκαιρα

Κυριακή της Απόκρεω, Η ώρα της κρίσεως

αναρτήθηκε στις από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε ]




Ἱερὸ δέος καὶ ἅγιος φόβος μᾶς κατακλύζουν κάθε φορὰ ποὺ σκεπτόμαστε τὴ Μέλλουσα Κρίση. Ἡ ψυχή μας συγκλονίζεται, προβληματίζεται, σαστίζει. Καλύτερα νὰ μὴν τὰ σκεπτόμαστε αὐτά, σπεύδουν νὰ ἀπαντήσουν κάποιοι, νομίζον­τας ὅτι ἔτσι θὰ γλυτώσουν τὸ μεγάλο Δικαστήριο. Καὶ ὅμως, ἡ φοβερὴ αὐτὴ ὥρα εἶναι τὸ πιὸ βέβαιο γεγονὸς τοῦ μέλ­λοντος!
1. Τὸ μεγάλο Δικαστήριο
Αὐτὴ τὴ μεγάλη στιγμὴ τῆς τελικῆς Κρίσεως μᾶς περιέγραψε ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή. Θὰ ἔλθει ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς μὲ ἄπειρη δόξα καὶ μεγαλοπρέπεια κατὰ τὴ Δευτέρα του Παρουσία περιστοιχιζόμενος ἀπὸ πλήθη ἁγίων ἀγγέλων. Τότε θὰ καθίσει σὲ θρόνο ἔνδοξο καὶ λαμπρὸ καὶ θὰ συγ­κεντρωθοῦν μπροστά Του «πάντα τὰ ἔθνη», ὅλοι δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ κάθε γωνιὰ τοῦ πλανήτη, ὅλοι ὅσοι ἔζησαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας μέχρι τὸ τέλος τοῦ κόσμου.
Τότε θὰ τοὺς χωρίσει ὁ Κύριος τὸν ἕ­ναν ἀπὸ τὸν ἄλλον ὅ­πως ὁ βοσκὸς ­χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ κατσίκια. Θὰ τοποθετή­σει τοὺς δικαίους, ποὺ εἶναι ἥμεροι σὰν τὰ πρόβατα, στὰ δεξιά Του, ἐνῶ τοὺς ἁμαρτωλούς, ποὺ εἶναι ἀτίθασοι καὶ ἄτακτοι σὰν τὰ κατσίκια, στὰ ἀριστερά Του.
Ἔρχεται λοιπόν· ὅλο καὶ πλησιάζει ἡ ὥρα τῆς Κρίσεως. Κάθε μέρα, κάθε λεπτὸ ποὺ περνάει, μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὸ μεγάλο αὐτὸ Δικαστήριο, στὸ ὁποῖο θὰ εἴμαστε παρόντες ὅλοι οἱ ἄνθρωποι· πλούσιοι καὶ φτωχοί, μορφωμένοι καὶ ἀγράμματοι, βασιλιάδες καὶ ταπεινοὶ δοῦλοι.
Ἐκεῖ θὰ λάμψει ἡ θεία δικαιοσύνη. Κάθε ἀδικία ποὺ ἐπικρατεῖ τώρα στὸν κόσμο μας, κάθε πλεονεξία καὶ ἐκμετάλλευση ποὺ μένει ἀτιμώρητη ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα δικαστήρια, κάθε ἔγκλημα καὶ ψέμα τὸ ὁποῖο συγκαλύπτεται μὲ εὔσχημο τρόπο, θὰ ἀποκαλυφθεῖ τότε ἀπὸ τὸν δικαιοκρίτη Χριστό. Ὁ Κριτὴς αὐτὸς δὲν δωροδοκεῖται. Οἱ ἀποφάσεις του δὲν ἐξαγοράζονται. Ὁ καθένας μας θὰ λάβει τὴ δίκαιη ἀνταπόδοση τῶν ἔργων του καὶ πιὸ συγκεκριμένα τῶν ἔργων ἀγάπης, ὅπως φαίνεται στὴ συν­έχεια τῆς περικοπῆς.
2. Ὁ Χριστὸς ἀνάμεσά μας
Θὰ στραφεῖ, λοιπόν, ὁ Κύριος σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ εἶναι στὰ δεξιά Του καὶ θὰ τοὺς πεῖ: Ἐλᾶτε ἐσεῖς ποὺ εἶσθε εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, κληρονο­μῆστε τὴ Βασιλεία ποὺ ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιὰ ἐσᾶς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Διότι πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω, ἤμουν διψασμένος καὶ μοῦ δώσατε νὰ πιῶ, ἤμουν ξένος καὶ μὲ περιμαζέψατε στὸ σπίτι σας, γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἄρρωστος καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, φυλακισμένος καὶ ἤλ­θατε νὰ μὲ ἐνισχύσετε.
Θὰ τὸν ρωτήσουν τό­τε οἱ δίκαιοι: Κύριε, πότε Σὲ εἴδαμε πεινασμένο ἢ διψασμένο ἢ ξένο ἢ γυμνὸ ἢ ἄρρωστο ἢ φυλακισμένο καὶ Σὲ φροντίσαμε; Ὁ Κύριος θὰ τοὺς ἀποκριθεῖ: «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»· ἀληθινὰ σᾶς λέω, καθετὶ ποὺ προσφέρατε σ᾿ ἕναν ἀπὸ τοὺς φτωχοὺς αὐτοὺς καὶ ἄσημους ἀδελφούς μου, τὸ προσφέρατε σ᾿ Ἐμένα.
Θὰ στραφεῖ κατόπιν καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ εἶναι στὰ ἀριστερά Του καὶ θὰ τοὺς πεῖ κατηγορηματικά: Φύγετε μακριά μου, στὸ πῦρ τὸ αἰώνιο, ποὺ ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του, ἐσεῖς ποὺ ἀπὸ τὰ ἔργα σας γίνατε καταραμένοι. Διότι πείνασα, δίψασα, ἤμουν ξένος, γυμνός, ἀσθενής, φυλακισμένος καὶ δὲν μὲ βοηθήσατε. Ὅταν δὲ αὐτοὶ θὰ ἀπορήσουν πότε Τὸν περιφρόνησαν, θὰ λάβουν τὴν ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση: «ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε». Ἀληθινὰ σᾶς λέω, καθετὶ ποὺ δὲν κάνατε σ᾿ ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος θεωροῦσε μικροὺς κι ἀσήμαντους, οὔτε σ᾿ Ἐμένα τὸ κάνατε. Τότε θὰ ὁδηγηθοῦν αὐτοὶ σὲ αἰώνια κόλαση, ἐνῶ οἱ δίκαιοι στὴν αἰώνια ζωή.
Ἀνεπανάληπτοι οἱ λόγοι τοῦ ­Κυρίου! Βάζει τὸν Ἑαυτό του στὴ θέση τῶν «ἐλαχίστων». Κάθε φτωχὸς καὶ ἀσήμαντος συνάνθρωπός μας, δηλαδή, εἶναι μιὰ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Στὸ πρόσωπό του βλέπουμε τὸν Χριστό. Κάθε βοήθεια καὶ ἐξυπηρέτηση, κάθε πράξη ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης πρὸς τὸν ἐνδεὴ ἀδελφό μας, στὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ προσφέρεται τελικά. Ἀλλὰ καὶ κάθε περιφρόνηση καὶ ἀδιαφορία, κάθε ἀπαξίωση καὶ σκληρότητα ἀπέναντι στοὺς μικροὺς καὶ ἄσημους τῆς ζωῆς αὐτῆς, στὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ τελικὰ ἀναφέρεται.
Καὶ σήμερα, λοιπόν, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Κρύβεται στὰ πρόσωπα τῶν πεινασμένων, τῶν διψασμένων, τῶν ἀστέγων, τῶν ρακένδυτων, τῶν ἀσθενῶν, τῶν φυλακισμένων καὶ περιμένει τὴν ἀνταπόκρισή μας. Ἂς μὴν Τὸν προσπεράσουμε ἀδιάφοροι.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΣΩΤΟΥ

αναρτήθηκε στις 27 Φεβ 2021, 1:34 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 27 Φεβ 2021, 1:35 π.μ. ]



«Εἶπε ὁ Κύριος τὴν παραβολὴ αὐτὴν ἐδῶ·
Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο γιούς· Καὶ εἶπε ὁ νεώτερος ἀπ᾽ αὐτοὺς στὸν πατέρα· πατέρα, δῶσε μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μ᾽ ἀνήκει. Καὶ μοίρασε σ᾽αὐτοὺς τὴν περιουσία. Καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες, ἀφοῦ τὰ μάζεψε ὅλα ὁ νεώτερος γιὸς ἀναχώρησε γιὰ χώρα μακρινή, καὶ ἐκεῖ διασκόρπισε ὅλη τὴν περιουσία του ζώντας ἄσωτα. Καὶ ὅταν τὰ ξώδεψε ὅλα ἔπεσε μεγάλη πείνα στὴ χώρα ἐκείνη, καὶ αὐτὸς ἄρχισε νὰ στερεῖται. Καὶ πῆγε καὶ προσκολλήθηκε σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πολίτες τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ τὸν ἔστειλε στὰ χωράφια του νὰ βόσκη χοίρους. Καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ γεμίση τὴν κοιλιά του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, καὶ κανένας δὲν τοῦ ἔδινε· καὶ ἀφοῦ ἦλθε στὸν ἑαυτό του εἶπε· Πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατέρα μου ἔχουν μὲ τὸ παραπάνω ψωμιά, ἐνῶ ἐγὼ χάνομαι ἀπὸ τὴν πείνα!
Θὰ σηκωθῶ, θὰ πάω στὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ· πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ μπροστὰ σὲ σένα· δὲν εἶμαι πιὰ ἄξιος νὰ ὀνομάζομαι γιός σου· κάνε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτούς σου. Καὶ σηκώθηκε καὶ ἦλθε στὸν πατέρα του. Καὶ ἐνῶ ἀκόμα βρισκόταν μακριὰ τὸν εἶδε ὁ πατέρας του καὶ τὸν εὐσπλαγχνίστηκε, καὶ ἔτρεξε, καὶ ἔπεσε στὸ λαιμό του καὶ τὸν φίλησε. Εἶπε τότε σ᾽ αὐτὸν ὁ γιός· Πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ μπροστά σου, καὶ δὲν εἶμαι πιὰ ἄξιος νὰ ὀνομάζουμε γιός σου. Εἶπε τότε ὁ πατέρας στοὺς δούλους του· βγάλτε τὴ στολὴ τὴν πρώτη καὶ ντύστε τον, καὶ δῶστέ του δακτυλίδι γιὰ τὸ δάκτυλό του καὶ ὑποδήματα γιὰ τὰ πόδια του καὶ φέρετε τὸ μοσχάρι τὸ καλοθρεμμένο καὶ σφάξτε το, καὶ ἀφοῦ φᾶμε, ἄς χαροῦμε, διότι αὐτὸς ὁ γιὸς μου ἦταν νεκρὸς καὶ ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε. Καὶ ἄρχισαν νὰ εὐφραίνωνται. Καὶ ὁ γιός του ὁ μεγαλύτερος βρισκόταν στὸ χωράφι· καὶ ὅταν πλησίασε στὸ σπίτι, καθὼς ἐρχόταν, ἄκουσε μουσικὰ ὄργανα καὶ χορούς, καὶ προσκάλεσε ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες καὶ τὸν ρώτησε νὰ μάθη τί εἶναι αὐτά. Καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπε ὅτι ἦλθε ὁ ἀδελφός σου καὶ ἔσφαξε ὁ πατέρας σου τὸ μοσχάρι τὸ καλοθρεμμένο, διότι τὸν ὑποδέχτηκε ὑγιῆ· ὠργίστηκε τότε καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπῆ μέσα. Καὶ ὁ πατέρας του ἀφοῦ βγῆκε ἔξω τὸν παρακαλοῦσε. Καὶ αὐτὸς εἶπε στὸν πατέρα· Νά! τόσα χρόνια σὲ δουλεύω καὶ ποτὲ δὲν παρήκουσα τὴν ἐντολή σου, καὶ ὅμως ποτὲ δὲν ἔδωσες σὲ μένα ἕνα κατσίκι γιὰ νὰ εὐφρανθῶ μὲ τοὺς φίλους μου· ὅταν ὅμως ἦλθε αὐτὸς ἐδῶ ὁ γιός σου, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσία σου μὲ τὶς πόρνες, ἔσφαξες γιὰ χάρη του τὸ μοσχάρι τὸ καλοθρεμμένο. Καὶ αὐτὸς εἶπε σ᾽ αὐτόν· παιδί μου, ἐσὺ πάντοτε μὲ μένα εἶσαι, καὶ ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου· ἔπρεπε νὰ εὐφρανθῆς καὶ νὰ χαρῆς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτὸς ἐδῶ ἦταν νεκρός, καὶ ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος, καὶ βρέθηκε».
Ἡ εὐαγγελικὴ αὐτὴ παραβολὴ μᾶς διδάσκει δύο μεγάλες ἀλήθειες· Πῶς ὁ Θεὸς πατέρας δέχεται τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ μετανοημένου ἀνθρώπου, καὶ πῶς οἱ ἄνθρωποι.Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ περιμένει τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ μὲ μεγάλη χαρὰ καθὼς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς εἶπε· «χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Ὁ Θεὸς θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ σωθοῦν. Μᾶς περιμένει ὅλους στὴν οὐράνια Βασιλεία του. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴν τὴ συγχωρῆ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸ εἶναι τὸ καινούργιο ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, ἡ θεία συγχώρηση· ὅτι καὶ ὁ μεγαλύτερος ἁμαρτωλὸς μπορεῖ νὰ σωθῆ καὶ νὰ συγχωρηθοῦν ὅλες οἱ ἁμαρτίες του, ἐὰν μετανοήση καὶ ζητήση τὴ συγχώρηση ἀπὸ τὸ Θεό, ἀφοῦ τὶς ἐξομολογηθῆ στὸν Ἐξομολόγο Ἱερέα. Ἡ μετάνοια μὲ τὴν ἐξομολόγηση εἶναι οἱ δυὸ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας. Χρειάζονται καὶ τὰ δύο, γιὰ νὰ δοθῆ ἡ συγχώρηση, καὶ ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Καὶ ἐδῶ ὁ ἄσωτος γιὸς τῆς παραβολῆς, μετανόησε γιὰ τὴ φυγή του ἀπὸ τὸ πατρικὸ σπίτι, ἦλθε στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ δὲν σταμάτησε μέχρις ἐκεῖ, πῆγε καὶ στὸν πατέρα του, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ εἶπε· ἁμάρτησα, πατέρα μου, συγχώρησέ με, δηλαδὴ ἔτρεξε καὶ ἐξομολογήθηκε τὸ λάθος του, καὶ ζήτησε τὴ συγχώρηση.
Ὁ Θεὸς συγχωρεῖ· οἱ ἄνθρωποι δὲν συγχωροῦν. Καὶ ὅταν κάποιος μετανοήση δὲν τὸν πιστεύουν γιατί δὲν ἔχουν μέσα ἀγάπη, μὰ οὔτε καὶ πίστη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς διδάσκει ἐδῶ ὁ Κύριος· νὰ μὴν εἴμαστε σκληροὶ καὶ φθονεροὶ στοὺς συνανθρώπους μας, ποὺ ἁμάρτησαν, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη καὶ συμπόνοια νὰ τοὺς κρίνουμε καὶ νὰ περιμένουμε μὲ χαρὰ τὴ μετάνοια τους. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέτρητη καὶ μπορεῖ νὰ χωρέση μέσα της ὅλη τὴν ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων, ἀρκεῖ νὰ τὸ θέλη ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ πῆ· «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου», καὶ νὰ πάη καὶ νὰ τοῦ πῆ· «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιον σου». Καὶ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ Θεός πατέρας θὰ τὸν δεχθῆ μὲ χαρά. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τριώδιον – Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου.

αναρτήθηκε στις 20 Φεβ 2021, 1:44 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 20 Φεβ 2021, 1:44 π.μ. ]



Από σήμερα Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, η αγία μας Εκκλησία, αγαπητοί μου αδελφοί, μας εισάγει για μια ακόμη χρονιά σε μιά νέα περίοδο του εορτολογίου της, την περίοδο του Τριωδίου. Είναι μια πένθιμη και κατανυκτική περίοδος, που αρχίζει, από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και φθάνει μέχρι τον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου. Αυτήν διαδέχεται κατόπιν η χαρμόσυνη περίοδος του Πεντηκοσταρίου, που αρχίζει από την Κυριακή του Πάσχα και φθάνει μέχρι την Κυριακή των αγίων Πάντων. Είναι περίοδος εντονωτέρου πνευματικού αγώνος, στην οποία η Εκκλησία, με τα τροπάρια, τους ύμνους, τα αναγνώσματα, τις κατανυκτικές Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες, με την  νηστεία, στην οποία θα εισέλθουμε σε λίγες ημέρες, από την Καθαρά Δευτέρα και με την όλη κατάλληλη ατμόσφαιρα των ημερών αυτών, μας καλεί σε μιά ακριβέστερη και βαθύτερη βίωση του μυστηρίου της μετανοίας. Μας καλεί να παλέψουμε και να σταυρώσουμε τα πάθη και τον παλαιόν άνθρωπο, που φέρουμε μέσα μας, έτσι ώστε συσταυρωμένοι και συναναστημένοι με τον Χριστό, να εορτάσουμε τα άγια Πάθη και την Ανάστασή του. 

Βέβαια αυτό δεν σημαίνει, ότι μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής μπορούμε να χαλαρώσουμε τον πνευματικό αγώνα και να ικανοποιούμε τα πάθη, αλλά οφείλουμε πάντοτε να αγωνιζόμαστε με την ίδια ένταση, ή μάλλον με διαρκώς αυξανόμενη ένταση, ωσάν να ήταν όλη η ζωή μας ένα διαρκές και ισόβιο Τριώδιο. Αν μελετήσουμε τους βίους των αγίων, θα δούμε, ότι η ζωή τους ήταν ένας ακατάπαυστος αγώνας προς τα πάθη, μιά ισόβια κατάσταση νηστείας, μιά σταυροαναστάσιμη πορεία χαρμολύπης προς την Βασιλεία των Ουρανών. Επειδή ίδιον χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρωπίνης φύσεως είναι το τρεπτόν και μεταβαλλόμενον, το γεγονός δηλαδή ότι ο άνθρωπος παρουσιάζει διακυμάνσεις και αυξομειώσεις στην πνευματική του ζωή και, σήμερα μεν είναι δυνατόν να έχει ζήλο και προθυμία, αύριο όμως να περιπέση σε κατάσταση αμελείας και ραθυμίας, πιεζόμενος και επηρεαζόμενος από την «ευπερίστατη αμαρτία», που κυριαρχεί γύρω του, γι’ αυτό καθιέρωσαν οι άγιοι Πατέρες, με πολλή σοφία και σύνεση, την ευλογημένη αυτή περίοδο του Τριωδίου, ώστε να αποτελέση όχι μόνον στάδιο προετοιμασίας για τον εορτασμό του Πάσχα, αλλά και τρόπον τινά, εγερτήριον σάλπισμα, αφορμή ανανήψεως και ανανεώσεως του πνευματικού αγώνος.

Πήρε το όνομα «Τριώδιον» από το ομώνυμο λειτουργικό βιβλίο, το οποίο χρησιμοποιεί κατά την περίοδο αυτή, επειδή οι κανόνες των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που υπάρχουν στο βιβλίο αυτό, έχουν μόνο τρεις ωδές. Χωρίζεται σε τρία μέρη: Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τις τρείς πρώτες εβδομάδες, μέχρι την Κυριακή της Τυρινής. Έχει προκαταρκτικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στο να μας προετοιμάσει σε μια σταδιακή είσοδο στη νηστεία, που επακολουθεί στη συνέχεια. Το δεύτερο αρχίζει από την  Καθαρά Δευτέρα και φθάνει μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου. Κυρίαρχο γνώρισμά του είναι ο αγώνας προς τα πάθη με την βοήθεια της νηστείας υπό την διπλή της μορφή: Νηστεία των τροφών και νηστεία των παθών. Τέλος το τρίτο περιλαμβάνει την Μεγάλη Εβδομάδα, που είναι η τελική κατάληξη, η αποκορύφωση του Τριωδίου, όπου συμπορευόμαστε  μαζί με τον Χριστό προς το άγιον Πάθος και βιώνουμε την λαμπροφόρο Ανάσταση ως ένα προσωπικό γεγονός.

Πολύ δε σοφά και εύστοχα οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες «οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι» μας εισάγουν στην περίοδο του Τριωδίου, προβάλλοντας την γνωστή σε όλους μας παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, που είναι μια περικοπή από το 18ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν ευαγγελίου. Και το κάνουν αυτό, βέβαια όχι τυχαία, αλλά διότι θέλουν να μας διδάξουν, ότι η ταπείνωση και η συντριβή της καρδιάς είναι το θεμέλιο, που συγκρατεί και βαστάζει όλο το οικοδόμημα των αρετών, χωρίς το οποίο όλη η αρετή του ανθρώπου, οι νηστείες, οι ελεημοσύνες και οι προσευχές του και γενικά όλη η διακαιοσύνη του μεταβάλλεται σε «ράκος αποκαθημένης», όπως δηλώνει το Πνεύμα του Θεού διά του αγίου προφήτου Ησαΐου. Θέλουν ακόμη να μας διδάξουν αυτό που διακηρύσσει ο προφήτης Δαυΐδ στον 50ο ψαλμό: «καρδίαν συντετριμένην και τεταπειωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει», αλλ’ ότι απεναντίας θα γίνει αυτή η αγαθή συνήγορος, η οποία θα κάμψει την ευσπλαχνία του Θεού και θα επιτύχει την άφεση των αμαρτιών, όσο πολλά και μεγάλα και αν είναι αυτά και θα παραστήσει την ψυχή δεδικαιωμένη ενώπιον του Θεού.

Στην παραβολή αυτή ο Κύριος παρουσιάζει δύο τύπους ανθρώπων που έρχονται να προσευχηθούν στο Ιερό, τον ναό του Σολωμόντος: «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο είς Φαρισαίος και ο έτερος Τελώνης». Στο πρόσωπο του Φαρισαίου παρουσιάζει τον τύπο του θρησκευομένου ανθρώπου, του εναρέτου, του αυστηρού τηρητού του Μωσαϊκού Νόμου και των ιουδαϊκών παραδόσεων. Στο πρόσωπο του Τελώνου τον τύπο του μεγάλου αμαρτωλού, την προσωποποίηση της αδικίας της αρπαγής και της πλεονεξίας, όπως εθεωρούντο τότε οι εισπράκτορες του ρωμαϊκού κράτους.

«Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο· ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης». Η προσευχή του Φαρισαίου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα εγκώμιο του εαυτού του, μιά επίδειξη των αρετών του και ταυτόχρονα μια εξουθένωση και περιφρόνηση του Τελώνου. Παρουσιάζεται άψογος στα θρησκευτικά του καθήκοντα, τα οποία φαίνεται ότι πράγματι τηρούσε και μάλιστα με ακρίβεια. Όμως όλα αυτά τα καλά του έργα δεν έφερναν το αποτέλεσμα, που έπρεπε να φέρουν στην ψυχή του, αλλά το αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί δηλαδή όλα αυτά να τον βοηθούν, να συναισθάνεται όλο και περισσότερο την αμαρτωλότητά του, την ενοχή του, την αναξιότητά του ενώπιον του Θεού και επομένως να ταπεινώνεται, αντιθέτως καλλιεργούσαν μέσα του ένα υπερήφανο φρόνημα, ένα φρόνημα αυτοδικαιώσεως. Έτσι όπως ομιλεί δείχνει ότι με τις δικές του δυνάμεις κατόρθωσε τις αρετές και όχι με την δύναμη του Θεού. Διότι δεν λέει: Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, που με φύλαξες από την αμαρτία και μου έδωσες την δύναμη να φυλάξω το θέλημά σου, αλλά το αντίθετο: «Σ’ ευχαριστώ, διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι». Ο Φαρισαίος αυτός μπορεί να μην ήταν άρπαγας, ή μοιχός, ή άδικος, είχε όμως μέσα του ένα άλλο πάθος, που είναι πολύ φοβερότερο από κάθε άλλο πάθος, το πάθος της υπερηφανείας, (η νόσος του διαβόλου), το οποίο κατ’ εξοχήν βδελύσσεται και αποστρέφεται ο Θεός, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο της Γραφής: «ακάθαρτος παρά Θεώ πας υψηλοκάρδιος», (Παροιμ.16,5). Και πάλιν «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν», (Α΄ Πετρ. 5,5).

Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε, ότι εάν ο πνευματικός αγώνας του χριστιανού δεν φέρνει μέσα στην ψυχή του αυτό το τελικό αποτέλεσμα, να αισθάνεται δηλαδή ότι είναι ο πιο αμαρτωλός από όλους και ότι χειρότερος από αυτόν δεν υπάρχει άλλος, τότε δεν βαδίζει σωστά στην πνευματική του ζωή. Τα καλά του έργα όχι μόνον δεν τον ωφελούν, αλλά μάλλον τον ζημιώνουν. Όχι διότι αυτά καθ’ εαυτά τα καλά έργα είναι αξιοκατάκριτα, αλλά διότι η όλη στάση του ανθρώπου απέναντι στο Θεό είναι λανθασμένη, αφού αντί να τον οδηγήσουν στην ταπείνωση, τον οδηγούν στην έπαρση. Ο κάθε άνθρωπος χωρίς εξαίρεση είναι μεγάλος αμαρτωλός. Τόσο αμαρτωλός, που δεν υπάρχουν περιθώρια να ασχοληθεί με τους άλλους, να τους υποτιμήσει, ή να τους κρίνει. Την αλήθεια αυτή μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος: «Όταν ποιήσετε πάντα τα διατεταγμένα υμίν λέγετε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν και ό οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν», (Λουκ.17,10). Τώρα εμείς όταν ούτε τα διατεταγμένα πράττομε, πόσο αχρείοι δούλοι είμαστε;

Τελείως αντίθετη ήταν η στάση του Τελώνου: «Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’  έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ούτε τα μάτια του δεν τολμάει να σηκώσει. Είναι πολύ - πολύ συντετριμμένος, αλλά όχι και απελπισμένος. Χτυπάει το στήθος, δείχνοντας και εξωτερικά την φοβερή μετάνοια, που βιώνει εσωτερικά. Μια σύντομη μόνο φράση βγαίνει από το στόμα του  «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Μια φράση που τα λέει όλα, που συνοψίζει ολόκληρη την αμαρτωλή ζωή του. Δεν περιφρονεί κανένα, δεν κατακρίνει κανένα, μόνο ζητάει το έλεος του Θεού. Πιστεύει ότι από τον εαυτό του είναι χαμένος, αλλά πιστεύει ακόμη ότι το πέλαγος της ευσπλαχνίας του Θεού θα νικήσει το πλήθος των αμαρτημάτων του.

Ποίο ήταν τώρα το αποτέλεσμα της προσευχής και των δύο; Τίνος την προσευχή δέχθηκε ο Κύριος; Το λέει στη συνέχεια η παραβολή:  «λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού η γαρ εκείνος· ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Ο καρδιογνώστης Κύριος, ο οποίος μόνος γνωρίζει να ζυγίζει αλάνθαστα την κάθε μια ψυχή, μας δίδει το αποτέλεσμα. Του Τελώνου η προσευχή έγινε δεκτή και όχι του Φαρισαίου. Ο Φαρισαίος δικαίωσε τον εαυτό του, γι’ αυτό και κατακρίθηκε, ενώ αντίθετα ο Τελώνης καταδίκασε τον εαυτό του, γι’ αυτό και δικαιώθηκε.

Η σπουδαιότατη αυτή παραβολή του Κυρίου μας, αγαπητοί μου αδελφοί, ας γίνει αφορμή να εξετάσουμε και να ανακρίνουμε τον εαυτό μας. Να ερευνήσουμε δηλαδή,  μήπως η όλη θρησκευτικότητά μας και η όλη σχέση μας με τον Θεό, μοιάζει κατά κάποιον τρόπο με αυτή του Φαρισαίου. Μήπως καλλιεργούμε στο υποσυνείδητό μας κάποιο φαρισαϊκό φρόνημα αυτοδικαιώσεως, χωρίς ίσως να το έχουμε  συνειδητοποιήσει. Μήπως και εμείς σπεύδουμε να δικαιώσουμε τον εαυτό μας, κατακρίνοντας μάλιστα τους άλλους, που ζουν κοσμική ζωή, μακράν της Εκκλησίας και δεν καλλιεργούμε το ταπεινό φρόνημα του Τελώνου. Εάν ο απόστολος Παύλος έλεγε περί του εαυτού του ότι: «ουδέν γαρ εμαυτώ σύνοιδα· αλλ’  ουκ εν τούτω δεδικαίωμαι· ο δε ανακρίνων με Κύριός εστιν», (Α΄ Κο.4,4), πως εμείς τολμούμε, να δικαιώσουμε τον εαυτό μας;

Ένα κατανυκτικό τροπάριο που ψάλλεται όλες τις Κυριακές του Τριωδίου μέχρι την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών λέγει: «Της μετανοίας άνοιξον μοι πύλας ζωοδότα…». Η αγία μας Εκκλησία, ανοίγοντας από σήμερα τις πύλες του Τριωδίου, μας ανοίγει ταυτόχρονα και τις πύλες της μετανοίας. Ας σπεύσωμε λοιπόν, αδελφοί μου, να περάσουμε αυτές τις πύλες και ας αξιοποιήσουμε αυτή την ευλογημένη περίοδο που μας χαρίζει και τη φετινή χρονιά η φιλανθρωπία του Κυρίου, με εντονότερο πνευματικό αγώνα. Ας προφθάσουμε, να περάσουμε τις πύλες αυτές, πριν τις κλείσει ο θάνατος, διότι τότε κανένας πια δεν θα μπορέσει να μας τις ανοίξει. Ας καταφύγουμε όπως ο Τελώνης προς τον Θεόν με συντετριμμένο και ταπεινό φρόνημα, με την βεβαιότητα ότι δεν θα αστοχήσωμε, όπως δεν αστόχησε ο Τελώνης. Εκείνος που μακάρισε τους «πενθούντες» και τους «πτωχούς τω πνεύματι» θα παρηγορήσει τις ψυχές μας και θα μας χαρίσει την άφεση των αμαρτιών. Αμήν.  

Κυριακή ΙΖ΄Ματθαίου (Χαναναίας) -«Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαβίδ»

αναρτήθηκε στις 13 Φεβ 2021, 12:57 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 13 Φεβ 2021, 12:57 π.μ. ]


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Β΄ Κορ. στ΄16 – ζ΄1

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. ιε΄ 21-28

«ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, ΚΥΡΙΕ, ΥΙΕ ΔΑΒΙΔ»

 Σπαρακτική η κραυγή της γυναίκας του σημερινού Ευαγγελίου. Η κατάστασή της ήταν απελπιστική. Η κόρη της είχε καταληφθεί από δαιμονικό πνεύμα κι εκείνη, παρ’ ότι δεν ήταν Εβραία αλλά Χαναναία, δηλαδή αλλοεθνής και ειδωλολάτρισσα, έτρεξε προς τον Χριστό για να ζητήσει τη θεραπεία του παιδιού της.

Οι ικεσίες και οι παρακλήσεις της δεν συγκίνησαν τον Χριστό. Αντίθετα φαίνεται να την περιφρονεί και να την αγνοεί παντελώς. Ούτε και στο αίτημα των μαθητών να τη διώξει γιατί δημιουργούσε ταραχή δεν εκάμφθη. Εκείνη, όμως, επιμένει, φωνάζει δυνατότερα, γίνεται το επίκεντρο της προσοχής. Πλησιάζει τον Χριστό και τον παρακαλεί γονατιστή «Κύριε, βοήθει μοι». Στις επίμονες ικεσίες της ο Κύριος όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε αλλά της απάντησε ότι δεν είναι σωστό να στερήσει την τροφή από τα τέκνα και να τη δώσει στα κυνάρια, δηλαδή στα σκυλιά. Χρησιμοποιεί, ο Κύριος, τους συνήθεις όρους με τους οποίους οι Ιουδαίοι χαρακτήριζαν από τη μια μεριά τον εαυτό τους και από την άλλη τους εθνικούς.

Ιδιαιτέρως σκληρή η στάση του Χριστού προς τη Χαναναία. Εκείνος που ακόμα και στον πιο μικρό αναστεναγμό έσκυβε πάντα πρόθυμα με συμπάθεια, «ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως», ο γλυκύς Ιησούς, εδώ παρουσιάζεται ανάλγητος απέναντι στο δράμα μιας δυστυχισμένης μητέρας. Εκείνη «παρακαλεῖ, δέεται, κλαίει τὴν συμφοράν, αὔξει τὴν τραγῳδίαν, διηγεῖται τὸ πάθος καὶ ὁ φιλάνθρωπος οὐκ ἀποκρίνεται αὐτῇ λόγον». Η συμπεριφορά, όμως, αυτή του Κυρίου δεν ήταν τυχαία. Ως καρδιογνώστης, ασφαλώς, γνώριζε την καρδία της Χαναναίας και με τη θεϊκή Του σκέψη κάτι άλλο, μεγαλύτερο από μιαν απλή θεραπεία προγραμμάτιζε.

Εάν θεράπευε αμέσως τη θυγατέρα της θα μας έκρυβε τον πλούτο της πίστεως, της ταπεινώσεως και της συνέσεώς της. Ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «οὐκ ἔδει τοσαύτην ἀρετήν κρυβῆναι... διὸ ὁ Χριστὸς τὸν ἐναποκείμενον αὐτῇ θησαυρὸν θεοσόφῳ τεχνάσματι ἐκκαλύπτει». Ο Κύριος, μ’ ένα θεοπρεπή τρόπο, αποκαλύπτει τον εσωτερικό πνευματικό πλούτο της Χαναναίας για να καταισχύνει τους Ιουδαίους που θεωρούσαν ότι ο Θεός ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για εκείνους, αδιαφορώντας για όλους τους άλλους λαούς και, ταυτόχρονα, για να στηλιτεύσει την υποκρισία και ολιγοπιστία τους. Την δοκιμάζει «ἵνα μειζόνως αὐτήν στεφανώσῃ».

Και πράγματι, η γυναίκα εκείνη είχε μερικά γνωρίσματα αξιοθαύμαστα. Ήταν, πρώτα απ’ όλα, η μεγάλη πίστη της. Παρά τον πόνο και την ταλαιπωρία που βίωνε εξαιτίας της κατάστασης της κόρης της, τρέχει να αναζητήσει τον Χριστό σε ξένο και εχθρικό περιβάλλον. Παρ’ ότι αλλόθρησκη τον αποκαλεί “Κύριο” και «υιόν Δαβίδ», αναγνωρίζει, δηλαδή, τη Μεσσιανική Του ιδιότητα. Εισπράττει τη φαινομενική άρνηση και αδιαφορία του Χριστού κι όμως δεν ολιγοπιστεί ούτε απελπίζεται. Θα μπορούσε, έστω κι αν δεν παραπονιόταν φανερά, να αρχίσει να μειώνεται η πίστη της, να εξασθενεί ψυχικά και να πει: «φώναξα, ξαναφώναξα, κραύγασα αλλά δεν γίνεται τίποτε». Εκείνη, όμως, όχι μόνο δεν απογοητεύεται αλλά συνεχίζει, με αυξανόμενο, μάλιστα, βαθμό πίστεως, να απευθύνεται στον Χριστό και να ελπίζει για θεραπεία. Δικαίως, λοιπόν, ο Κύριος την επαινεί, για να διαλαλείται η βαθιά και γνήσια πίστη της εις τον αιώνα.

Ήταν ύστερα η μέγαλη ταπεινοφροσύνη της. Οι μαθητές αγανακτούν μαζί της. Ο Χριστός την απαξιώνει και την αποκαλεί σκυλί. Ωστόσο, εκείνη δεν θίγεται, δεν αγανακτεί ούτε σκανδαλίζεται με τα λόγια του Κυρίου. Αντιθέτως, δέχτηκε τους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς και τους μετέτρεψε σε επιχείρημά της. Με ειλικρινή ταπείνωση και επίγνωση της αναξιότητάς της ικετεύει τον Χριστό έστω και για ένα «ψιχίο» θείου ελέους και ευσπλαχνίας. Και ο Κύριος, που «ἐπιβλέπει ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν καὶ οὐκ ἐξουδενοῖ τὴν δέησιν αὐτῶν», δεν την αποστράφηκε τελικά. Όχι μόνο της έδωσε το ποθούμενο, την ίαση του παιδιού της, αλλά την κατέστησε, διαχρονικά, πρότυπο και παράδειγμα ταπείνωσης για όλους μας.

Ηταν, τέλος, κι η μεγάλη επιμονή της. Μπροστά στη ψυχρότητα του Χριστού δεν αποθαρρύνθηκε, ούτε απέκαμε μετά την πρώτη ή δεύτερη προσπάθεια. Τα ψυχικά και σωματικά της αποθέματα δεν εξαντλήθηκαν από τα πολλά εμπόδια κι οι προσβολές δεν κατέβαλαν το φρόνημά της. Απεναντίας «ἀπηναισχύντησε καλὴν ἀναισχυντίαν». Με παρρησία, θαυμαστή καρτερία και επιμονή συνέχισε να ικετεύει τον Χριστό και, έτσι, είλκυσε το έλεος και τη φιλανθρωπία Του.

Η περίπτωση της Χαναναίας γυναίκας του σημερινού ευαγγελίου διδάσκει κι εμάς πως πρέπει να προσευχόμαστε και να προσεγγίζουμε τον Θεό. Δεν είναι λίγες οι φορές που κι εμείς αισθανόμαστε ότι ο Θεός δεν μας ακούει ή βραδύνει να απαντήσει στις προσευχές και στα αιτήματά μας. Αυτό δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει ή πολύ χειρότερα να μας οδηγεί στην απελπισία και τελικά στην παραίτηση. Μας δοκιμάζει πολλές φορές ο Θεός με τη μη ανταπόκριση στις προσευχές μας για να μας βοηθήσει να αυξήσουμε την πίστη μας και να αποκτήσουμε την αξιοθαύμαστη επιμονή της Χαναναίας. Αν μας δώσει αμέσως αυτό που ζητούμε υπάρχει το ενδεχόμενο να σταματήσουμε την προσευχή και να φύγουμε από κοντά Του. Να λάβουμε το δώρο και να ξεχάσουμε τον Δωρεοδότη. Και τότε το δώρο που λάβαμε θα είναι ασήμαντο μπροστά στην πνευματική ζημιά πού πάθαμε.

Ας μην απελπιζόμαστε, λοιπόν, κι ας μην αποκάμνουμε προσευχόμενοι όταν ο Θεός δεν απαντά άμεσα στις προσευχές μας γιατί αυτό μας ωφελεί πνευματικά και μάλιστα πολλαπλά. Ας επιμείνουμε με αταλάντευτη πίστη και αληθινή ταπείνωση στην προσευχή και να είμαστε βέβαιοι ότι θα έρθει η ώρα που ο Θεός θα ικανοποιήσει το αίτημά μας και θα δώσει τη θεοπρεπή εντολή «γενηθήτω σοι ως θέλεις». 

Κυριακή ΙΣΤ΄Ματθαίου- «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την χαρά του Κυρίου σου»

αναρτήθηκε στις 6 Φεβ 2021, 6:40 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Φεβ 2021, 6:41 π.μ. ]


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Β΄ Κορ. στ΄1 - 10

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. κε΄ 14-30

«ΕΥ ΔΟΥΛΕ ΑΓΑΘΕ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕ, ΕΙΣΕΛΘΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΟΥ»

Η Βασιλεία του Θεού, μας λέει η σημερινή διδακτικότατη παραβολή των ταλάντων, αγαπητοί μου αδελφοί, μοιάζει με έναν άνθρωπο, που φεύγοντας για ταξίδι, κάλεσε τους δούλους του και τους εμπιστεύτηκε τα υπάρχοντά του. Στον πρώτο έδωσε πέντε τάλαντα, στον δεύτερο δύο και στον τρίτο ένα, στον καθένα δηλαδή ανάλογα με τις ικανότητές του κι έφυγε αμέσως για ταξίδι. Αυτός που έλαβε τα πέντε τάλαντα πήγε και τα αξιοποίησε και κέρδισε άλλα πέντε. Κι αυτός που έλαβε τα δύο τάλαντα κέρδισε επίσης άλλα δύο. Ο τρίτος που έλαβε το ένα τάλαντο, πήγε κι έσκαψε στη γη και έκρυψε εκεί το τάλαντο του Κυρίου του. Ύστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μακριά από τους δούλους αυτούς, γύρισε ο κύριός τους και ζήτησε λογαριασμό από αυτούς. Τα τάλαντα που έδωσε ο Κύριος, σύμφωνα με την παραβολή, ήσαν τότε χρυσά νομίσματα μεγάλης αξίας. Και με αυτά υπονοούνται τα διάφορα χαρίσματα, που έδωσε στους ανθρώπους ο Θεός και τα οποία είχαν μεγάλη αξία. Γιατί δεν ήταν ποτέ δυνατό ο πλουσιόδωρος Θεός να προσφέρει ευτελή δώρα στους ανθρώπους. Και γεννιέται το ερώτημα ποια είναι τα χαρίσματα αυτά; Είναι οι διάφορες ικανότητες και ιδιότητες με τις οποίες μας προίκισε ο Θεός, τα διάφορα προσόντα, διανοητικά, πρακτικά, πνευματικά, με τα οποία τόσα και τόσα μπορεί να επιτύχει ο άνθρωπος που τα έχει. Τάλαντα είναι επίσης και όλα τα αγαθά, που δίνει ο Θεός στους ανθρώπους αναλόγως της αντοχής τους.

Επομένως, στον κάθε ένα από εμάς ο Θεός έδωσε τα τάλαντά Του. Ποια είναι αυτά; Είναι τα διάφορα χαρίσματα και προσόντα, με τα οποία όπως είπαμε και πιο πάνω, μας προίκισε ο Θεός. Είναι κάποια επιδεξιότητα, μια ειδικότητα, ορισμένες πνευματικές ή φυσικές ικανότητες, που μας χάρισε Εκείνος. Ακόμα σ’ αυτά, είναι η κάποια περιουσία μας, η θέση που κατέχουμε, το έργο που ασκούμε. Ο δάσκαλος, ο δικαστής, ο γιατρός, ο δημόσιος λειτουργός, ένας πατέρας και μια μητέρα, πολλά μπορούν να προσφέρουν, αν θελήσουν με σοφία και ένθεο ζήλο, να ασκήσουν το έργο και την αποστολή τους.

Μας έχει δώσει, λοιπόν, χαρίσματα ο Θεός, στον καθένα κατά την ίδια δύναμη. Σύμφωνα πάντοτε με την ικανότητα του καθενός. Σύμφωνα με ότι ο καθένας μας μπορεί να κάμει καλύτερο. Και τα έχει δώσει σε όλους ανεξαιρέτως. Κανένας δεν μπορεί να πει ότι εμένα δεν μου έδωσε ο Θεός. Ίσως εκ πρώτης όψεως να μη φαίνεται τούτο. Και να νομίζουμε ότι τάλαντα έχουν μόνο όσοι έχουν ξεχωριστά κάποια χαρίσματα. Όσοι δηλαδή είναι σπουδαίοι επιστήμονες ή καλλιτέχνες ή πολιτικοί ή πολύ έξυπνοι.

Όμως, τάλαντο έχει και εκείνος που ξέρει μια τέχνη, με την οποία μπορεί να εξυπηρετεί τον πλησίον του. Τάλαντο έχει και ο αγρότης που ξέρει να καλλιεργεί τη γη, ώστε να παράγει τους καρπούς της. Τάλαντο έχει κι εκείνος που διακρίνεται για τη σιδερένια υγεία του σώματος, χάρη στην οποία μπορεί να συντρέχει τους άλλους, στις διάφορες ανάγκες τους. Άλλος έχει το  τάλαντο να είναι πρόθυμος και εξυπηρετικός. Άλλος να μπορεί να παρηγορεί τους πονεμένους. Αλλά και η αλήθεια είναι ότι όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, έχουμε το τάλαντο της αληθινής πίστης, της γνήσιας χριστιανικής αλήθειας. Κανένας, λοιπόν, δεν υπάρχει που να μην έχει κάποιο τάλαντο δοσμένο σ’ αυτόν από τον Θεό. Η αγαθότητα του Θεού μας έχει δώσει σ’ όλους χαρίσματα για να τα χρησιμοποιούμε για το καλό τόσο το δικό μας, όσο και των αδελφών μας.

Η αλήθεια τέλος, είναι ότι ο Θεός δεν μας θέλει οκνηρούς και ράθυμους στο καλό, αλλά επιμελείς και δραστήριους. Και για τον σκοπό αυτό μας δίνει όλα τα μέσα. Αυτό συνέβη και με τον δούλο Του που πήρε τα πέντε τάλαντα και δούλεψε σκληρά και κέρδισε. Το ίδιο και με αυτόν που πήρε τα δύο. Κι αυτός με την καλή του επίμονη και την τίμια δουλειά, τα δύο τα έκαμε τέσσερα. Σε αντίθεση με τον τρίτο, που ήταν οκνηρός, ράθυμος και ανόρεχτος για δουλειά. Και για αυτό δεν υπολόγισε την ευθύνη, που είχε απέναντι στον Κύριό του. Άφησε έτσι νεκρό ένα κεφάλαιο, με το οποίο τόσα πολλά μπορούσαν να γίνουν.

Από αυτά αποδεικνύεται ότι οι θυσίες και οι κόποι στους οποίους υποβάλλονται οι χριστιανοί στον κόσμο αυτό δεν πηγαίνουν ποτέ χαμένοι. Τα δε έργα της αρετής για τα οποία κουράζονται οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ζωής τους, θα παρουσιαστούν μια μέρα λαμπρά και αξιοθαύμαστα μπροστά στον Δίκαιο Κριτή και θα βραβευτούν. Τίποτε δεν θα χαθεί και τίποτε δεν θα αγνοηθεί. Πίσω δηλαδή, από τα άλλα πέντε τάλαντα και τα άλλα δύο του πρώτου και του δεύτερου δούλου της παραβολής, κρύβονται ακριβώς οι πράξεις της αρετής και τα έργα της αγάπης. Κρύβονται τα έργα, που εδώ στη γη έμειναν μυστικά και έγιναν κρυφά. Υπάρχουν οι κόποι και οι δραστηριότητες, που όμως όταν έλθει ο Κύριος θα αποκαλυφθούν, θα τιμηθούν και θα επιβραβευθούν ενώπιον όλων. Αντίθετα οι ράθυμοι και αμελείς προορίζονται για την κόλαση. Ας φοβηθούμε, λοιπόν, πολύ το αποτέλεσμα αυτό και πιο πολύ την αμέλεια που οδηγεί στον αιώνιο θάνατο. Ας φροντίζουμε ώστε το υπόλοιπο της ζωής μας να αναπτύσσουμε με ζήλο, επιμέλεια και εργατικότητα, σαν πιστοί οικονόμοι των δωρεών του Θεού, αυτά που ο ίδιος μας έδωσε. Αυτό θα κάνει όμορφη τη ζωή μας, θα μας κάμει ευεργετικούς στους άλλους και θα μας αναδείξει άξιους της αιώνιας μακαριότητας.

Όσο επομένως, βρισκόμαστε στη ζωή αυτή, αγαπητοί μου αδελφοί, θα πρέπει να εργαζόμαστε, με ότι μας έδωσε ο Θεός, για το καλό το δικό μας, αλλά και των άλλων. Γι αυτό και καλούμαστε με ζήλο και επιμέλεια να καλλιεργούμε το χάρισμα, που μας έδωσε ο Θεός πάντοτε για το καλό. Όχι για να πλουτίζουμε και να επιδεικνυόμαστε, αλλά για την ωφέλεια των συνανθρώπων μας και γενικά της κοινωνίας μας και για την επικράτηση της αγάπης και του θελήματος του Θεού στον κόσμο αυτό. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε ν’ ακούσουμε από το στόμα του Δίκαιου Κριτή το «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την χαρά του Κυρίου σου». Γένοιτο.

Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά (Ζακχαίου)- Μιά ασυνήθιστη συνάντηση

αναρτήθηκε στις 30 Ιαν 2021, 6:46 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 30 Ιαν 2021, 6:46 π.μ. ]


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄ Τιμ. δ΄ 9-15

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιθ΄ 1-10


1. Ἐκζήτηση τοῦ Προσώπου του

Ζακχαῖος. Τὸ ὄνομά του γνωστὸ σὲ ὅλη τὴν Ἱεριχὼ γιὰ τὴν ἐξέχουσα θέση ποὺ εἶχε στὴν πόλη. Ἦταν ἀρχιτελώνης. Δηλαδή, ἐντεταλμένος τῆς Ρωμαϊκῆς διοικήσεως γιὰ νὰ συλλέγει τοὺς φόρους. Ἦταν γνωστὸς ὅμως καὶ γιὰ τὶς ἀδικίες του. Ἐκμεταλλευόταν τὸ ἀξίωμά του γιὰ νὰ πλουτίζει ἀπὸ τὶς περιουσίες τῶν ἀνθρώπων. Στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του ὡστόσο σιγόκαιγε ἕνας ἅγιος πόθος: νὰ δεῖ τὸν Χριστό. «Ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι», μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Θὰ εἶχε ἀκούσει ἀσφαλῶς πολλὰ γιὰ τὸν μεγάλο αὐτὸν Προφήτη, ὅπως Τὸν θεωροῦσαν, ὁ ὁποῖος ἐπιτελοῦσε τόσα θαύματα καὶ ἔδειχνε τόση ἀγάπη ἀκόμη καὶ στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους.

Τὴν ἡμέρα λοιπὸν ποὺ ὁ Κύριος διέσχιζε τὴν πόλη γιὰ νὰ μεταβεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του, ὁ Ζακχαῖος βρῆκε τὴ μεγάλη εὐκαιρία καὶ μπῆκε ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ποὺ συνόδευε τὸν Ἰησοῦ. Ἦταν ὅμως κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ ἐμποδιζόταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτρεξε λοιπὸν μπροστὰ ἀπὸ τὸ πλῆθος καί, σὰν νὰ ἦταν μικρὸ παιδί, σκαρφάλωσε σὲ μιὰ συκομουριά, κάτω ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ περνοῦσε ὁ Χριστός. Ἀσφαλῶς τὸ παράξενο αὐτὸ θέαμα θὰ προκάλεσε τὰ σχόλια καὶ τὰ γέλια τῶν ἀνθρώπων. Δὲν τὸν ἔνοιαζε ὅμως. Αὐτὸς ἤθελε μόνο νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ.

Τί ἱερὸ πόθο ἔκρυβε ἕνας ἁμαρτωλὸς ἀρχιτελώνης! Ἂς τὸν συγκρίνουμε μὲ τοὺς δικούς μας πόθους. Ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε νὰ δοῦμε τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου; Νὰ Τὸν γνωρίσουμε; Νὰ ἀποκτήσουμε προσωπικὴ σχέση μαζί Του; Ἢ μήπως ἡ καρδιά μας στρέφεται καὶ προσκολλᾶται σὲ ἄλλα πρόσωπα καὶ ἐπιδιώξεις, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ κοιτάξουμε τίποτε ἄλλο καὶ μᾶς κρατοῦν δεμένους στὴ γῆ;

Καὶ ὅμως, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ συναντήσουμε τὸν Χριστό. Εἶναι τόσο κοντά μας! Δὲν χρειάζεται νὰ ἀνεβοῦμε σὲ δέντρα καὶ νὰ χωθοῦμε στὸ πλῆθος. Ἀρκεῖ νὰ ζήσουμε τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ μετέχουμε δηλαδὴ στὴ θεία Λατρεία, στὰ ἱερὰ Μυστήρια, νὰ μελετοῦμε τὸν θεῖο λόγο του, νὰ ἐπικοινωνοῦμε μαζί Του μὲ τὴν προσευχὴ καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς ἐντολές του. Τότε μᾶς ἀποκαλύπτεται ὁ Κύριος. Τὸν βλέπουμε, Τοῦ μιλοῦμε, αἰσθανόμαστε τὴν παρουσία του, ἑνωνόμαστε μαζί Του, μετέχουμε στὸ Ἄχραντο Σῶμα του καὶ στὸ Τίμιο Αἷμα του. Ἀρκεῖ νὰ τὸ ἐπιθυμοῦμε.

2. Ἀλλαγὴ ζωῆς

Ὁ Χριστὸς διέκρινε τὴ γνήσια ἐπιθυμία τοῦ Ζακχαίου καὶ διερχόμενος κάτω ἀπὸ τὴ συκομουριὰ στάθηκε καὶ τοῦ μίλησε. Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, τοῦ εἶπε, διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου. Τί ἐκπληκτικὴ τιμὴ ἦταν αὐτὴ γιὰ τὸν Ζακχαῖο! Δὲν τὸ χωροῦσε τὸ μυαλό του: Νὰ δεχθεῖ στὸ σπίτι του τὸν Ἰησοῦ! Κατέβηκε γρήγορα ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ Τὸν ὑποδέχθηκε μὲ πολλὴ χαρά.

Οἱ παρευρισκόμενοι, βλέποντας ὅτι ὁ Χριστὸς φιλοξενεῖται στὸ σπίτι ἑνὸς διαβόητου ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, ἄρχισαν νὰ μουρμουρίζουν ἀγανακτισμένοι ἐναν­τίον Του καὶ νὰ Τὸν σχολιάζουν περιφρονητικά. Ὁ Ζακχαῖος ἀντίθετα, συναισθανόμενος τὴν ἀγάπη καὶ τὴ μακροθυμία τοῦ Χριστοῦ, συγκλονίζεται, μετανοεῖ καὶ κάνει καινούργια ἀρχή. Ὁ ἄλλοτε ἐκμεταλλευτὴς καὶ ἄδικος προσφέρει τώρα τὴν περιουσία του. Ὁ πρώην κλέφτης γίνεται ἐλεήμων. Ὁμολογεῖ τὰ λάθη του, διορθώνει τὸ παρελθόν του. Γίνεται ἄλλος ἄνθρωπος. Κύριε, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου τὰ δίνω ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς, καὶ ἂν τυχὸν σὰν τελώνης ἀδίκησα κάποιον σὲ κάτι, τοῦ τὸ γυρίζω πίσω τετραπλάσιο.

Ὁ Χριστὸς τώρα ἐπιβραβεύει τὴν εἰλικρινὴ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου: «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Σήμερα μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου στὸ σπίτι αὐτὸ ἦλθε ἡ σωτηρία τόσο στὸν οἰκοδεσπότη, ποὺ εἶναι κι αὐτὸς ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, ὅσο καὶ στοὺς δικούς του. «Ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός», συνέχισε ὁ Κύριος. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ἔγινα ἄνθρωπος καὶ ἦλθα στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀναζητήσω καὶ νὰ σώσω τὸ χαμένο πρόβατο, τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο.

Ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος ὁμολόγησε τὰ ἁμαρτήματά του στὸν Χριστὸ καὶ ἄλλαξε ζωή. Ἀντικατέστησε τὶς ἀδικίες μὲ ἔργα φιλανθρωπίας καὶ ἀγάπης. Ἔτσι μᾶς διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά του ὅτι τότε μόνο θὰ εἶναι καὶ ἡ δική μας μετάνοια εἰλικρινής, ὅταν μὲ εὐθύτητα ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματά μας ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ καὶ τὴν ὁμολογία μας αὐτὴ τὴν ἀκολουθεῖ ἡ ἔμπρακτη ἀλλαγὴ τῆς ζωῆς μας. Ὅταν ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς πράξεις μας ἀποκηρύσσουμε τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν μας. Τότε ἡ Χάρις καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου δὲν θὰ ἔρχεται μόνο σ᾿ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά μας.

Κυριακή ΙΔ΄ Λουκά - Η θεραπεία του τυφλού της Ιεριχούς

αναρτήθηκε στις 23 Ιαν 2021, 6:49 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 23 Ιαν 2021, 6:49 π.μ. ]


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄ Τιμ. α΄ 15-17

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιη΄ 35-43

Ἕνα ἀκόμη ἐντυπωσιακὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ περιγράφει ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Θαῦμα ποὺ ἐπιτέλεσε σὲ ἕναν τυφλὸ ἄνθρωπο ποὺ ζητοῦσε ἐπίμονα τὸ φῶς του.

1. Μὲ πίστη καὶ ἐπιμονὴ

Πρὸς τὴν Ἱεριχὼ κατευθυνόταν ὁ Κύριος συνοδευόμενος ἀπὸ πολὺ πλῆθος λαοῦ. Κάπου ἐκεῖ, στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου στὴν εἴσοδο τῆς πόλεως βρισκόταν ὁ τυφλὸς καὶ ζητιάνευε. Ἄκουσε τὸν θόρυβο τοῦ κόσμου ποὺ πλησίαζε καὶ ζήτησε νὰ μάθει τί συμβαίνει. Ἐκεῖνοι ποὺ προπορεύονταν ἀπὸ τὸ πλῆθος, τὸν πληροφόρησαν ὅτι περνᾶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσαν. Σκίρτησε ἡ καρδιὰ τοῦ τυφλοῦ. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ μεγάλος αὐτὸς Προφήτης ποὺ ἐπιτελεῖ ἀμέτρητα θαύματα σὲ κάθε πέρασμά του, ἦταν τώρα τόσο κοντά του. Δὲν ἔχασε τὴν εὐκαιρία. Τινάχθηκε ἐπάνω καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει μὲ ὅλη του τὴ δύναμη: «Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με»! Ἰησοῦ, ἔνδοξε ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ με.

Οἱ ἄνθρωποι ποὺ συνόδευαν τὸν Χρι­στὸ ἐπέπληξαν τὸν τυφλὸ καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ σιωπήσει. Θεωροῦσαν ὅτι μὲ τὶς φωνές του ἐνοχλοῦσε τὸν Κύριο. Ὅσο περισσότερο ὅμως τὸν μάλωναν καὶ τὸν ἐμπόδιζαν, τόσο πιὸ δυνατὰ ἐκεῖνος φώναζε: «Πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Δὲν ἔκανε πίσω. Δὲν ὑποχώρησε. Ἐπέμενε νὰ φωνάζει, διότι πίστευε ἀκράδαντα ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε τὴ δύναμη νὰ θεραπεύσει τὰ μάτια του, ὅτι θὰ τὸν συμπονοῦσε γιὰ τὴν ἄθλια κατάστασή του καὶ θὰ τοῦ χάριζε τὸ φῶς του.

Ἡ θερμότητα αὐτή, ἡ ἔνταση τῆς ψυ­χῆς καὶ ἡ ἐπιμονὴ ποὺ χαρακτήριζε τὴν ἱκεσία τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἱεριχοῦς πρέπει νὰ διακρίνει καὶ κάθε δική μας ἱκεσία πρὸς τὸν Κύριο. Νὰ μὴ στεκόμαστε ἀδιάφοροι, ψυχροὶ καὶ ἀσυγκίνητοι κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς προσευχῆς. Οὔτε νὰ ἀπογοητευόμαστε, ὅταν προκύπτουν τυχὸν ἐμπόδια καὶ δὲν ἔρχεται αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀλλὰ μὲ περισσότερο πόνο καὶ θερμότερη πίστη νὰ καταφεύγουμε τότε στὸν παντοδύναμο Κύριο καὶ νὰ Τοῦ καταθέτουμε κάθε ἀγωνία καὶ δυσκολία μας, μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι Ἐκεῖνος θὰ δώσει τὴ λύση.

2. Αἰτία δοξολογίας

Ἡ πίστη καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ τυφλοῦ εἶ­χαν θαυμαστὰ ἀποτελέσματα: Ὁ Κύριος ἄκουσε τὶς φωνές του, διέκοψε τὴν πορεία του καὶ ζήτησε νὰ τὸν φέρουν μπροστά Του. «Τί ζητᾶς; Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω;», τὸν ρώτησε τότε. Ὁ τυφλὸς ἀπάντησε μὲ πόνο καὶ λαχτάρα μαζί: «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω». Τὴν ὅρασή μου ζητῶ, Κύριε. Θεράπευσε τὰ μάτια μου, ὥστε νὰ ξαναβρῶ τὸ φῶς μου. «Ἀνάβλεψον», διέταξε ὁ Κύριος. Ἀφοῦ ζητᾶς μὲ τόσο πόθο τὸ φῶς σου, σοῦ τὸ χαρίζω!

Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἔγινε τὸ συγκλονιστικὸ θαῦμα. Θεραπεύθηκαν τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ἀπέκτησε τὴν ὅρασή του. Εἶδε τὸν κόσμο γύρω του· τὰ ἐντυπωσιασμένα πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ μέχρι τότε ἄκουγε μόνο τὶς φωνές τους. Εἶδε τὰ χρώματα τῆς φύσεως, τὰ δένδρα, τὰ ἄνθη, τὸν ἀπέραντο οὐρανό, τὰ πουλιὰ νὰ πετοῦν, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἀντίκρισε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ μεγάλου Εὐεργέτη του. Καὶ γεμάτος εὐγνωμοσύνη πλέον, Τὸν ἀκολούθησε δοξάζοντας τὸν Θεό. Μαζί του καὶ ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι ποὺ ἔζησαν τὸ ἐντυπωσιακὸ αὐτὸ θαῦμα.

Δὲν μποροῦμε, βέβαια, νὰ ἀντιληφθοῦμε ἀπόλυτα τὸ μέγεθος τῆς χαρᾶς ποὺ ἔνιωσε ὁ πρώην τυφλὸς μὲ τὸ θαῦμα ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Κύριος, διότι οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς δὲν στερηθήκαμε ποτὲ τὴν αἴσθηση τῆς ὁράσεως. Ἀπὸ τὴ γέννησή μας ἀπολαμβάνουμε τὶς μορφὲς τῶν προσώπων καὶ τῶν ἀν­­τικει­μένων γύρω μας καὶ χαιρόμαστε τὴν πανέμορφη δημιουργία τοῦ Θεοῦ: τὸν ἥλιο, τὸ φῶς, τὸν ἔναστρο οὐρανό, τὴ ζωὴ νὰ ἀποτυπώνεται στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὸν κόσμο ποὺ μᾶς περιβάλλουν.

Ἂς μὴν παραλείπουμε, λοιπόν, νὰ δοξολογοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ ὑπέροχο αὐτὸ δῶρο του. Ἂς μὴν τὸ θεωροῦμε δεδομένο. Ἂς δοξάζουμε ὁλόψυχα τὸν Δημιουργό μας γιὰ ὅλα τὰ δῶρα του. Ὅπως ἀκριβῶς ἔπραξε ὁ πρώην τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου: Ἀπέκτησε τὸ φῶς του καὶ ἀκολούθησε τὸν Χριστὸ δοξάζοντάς Τον.

Ἀκόμη ὅμως καὶ ἂν στερούμαστε κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς τὸ φῶς μας, καὶ πάλι νὰ δοξάζουμε τὸν Κύριο γιὰ τὶς ἄρρητες ὀμορφιὲς ποὺ θὰ ἀπολαύσουμε στὴν οὐράνια Βασιλεία του, ἐκεῖ ὅπου θὰ ἀτενίζουμε τὴν ἀπερίγραπτη σὲ κάλλος μορφή του.

Κυριακή ΙΒ΄Λουκά (Δέκα λεπρών) -«Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς»

αναρτήθηκε στις 16 Ιαν 2021, 7:14 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 16 Ιαν 2021, 7:14 π.μ. ]


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Εβρ. ιγ΄ 17 – 21

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιζ΄ 12 - 19

«ΙΗΣΟΥ ΕΠΙΣΤΑΤΑ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ»

Καθημερινά ζητούμε το έλεος Του Κυρίου. Την άμεση παρέμβαση και βοήθειά Του, προκειμένου να δώσει λύση σε κάποιο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Ιδιαιτέρως τον επικαλούμαστε όταν κάθε ανθρώπινη προσπάθεια ή επιστημονικό επίτευγμα αδυνατεί να μας βοηθήσει. Το ίδιο συνέβη και με τους δέκα λεπρούς της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής.

 Μόλις αντίκρυσαν τον Χριστό «ἦραν φωνὴν λέγοντες: Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς», φώναξαν δυνατά: «Ιησού διδάσκαλε, λυπήσου μας». Η μικρή, όμως, αυτή ικεσία των ανθρώπων εκείνων, έκρυβε μεγάλη πίστη και είλκυσε το έλεος του Θεού.

 Η φοβερή νόσος από την οποία έπασχαν, δεν τους ταλαιπωρούσε μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά. Σωματικά αφού προκαλεί παραμορφώσεις στα άκρα και το πρόσωπο, έλκη, τύφλωση, ακόμα και αναπηρία. Ψυχικά γιατί ήταν αναγκασμένοι, λόγω της μεταδοτικότητας της νόσου, να ζουν απομονωμένοι και αποκομμένοι από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο.

Ιδιαιτέρως για την Ιουδαϊκή κοινωνία το να πάσχει κάποιος από αυτή τη νόσο εθεωρείτο σημάδι Θείας τιμωρίας και εγκατάλειψης, απουσίας δηλαδή της ευλογίας του Θεού στη ζωή του, λόγω κάποιου προσωπικού ή οικογενειακού αμαρτήματος. Βίωναν, έτσι, και τη χλεύη και περιφρόνηση των συμπολιτών τους. Κανένας δεν τολμούσε να τους πλησιάσει διότι υπήρχε ο φόβος μεταδόσεως της ασθένειας αλλά και ηθικού μολυσμού από την αμαρτωλότητά τους. Μόνο τους καταφύγιο τα νεκροταφεία έξω από τις πόλεις και τροφή τους οι σκουπιδότοποι. Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι αυτοί ήταν καταδικασμένοι είτε να αποβιώσουν από τα συμπτώματα της ασθένειας είτε από τις κακές συνθήκες ζωής.

Βλέποντας οι δέκα λεπροί τον Χριστό, του ζητούν, με μεγάλη αγωνία, να τους ελεήσει. Του ζητούν αυτό που είναι ανθρωπίνως αδύνατο την εποχή εκείνη, να τους απαλλάξει από το ανίατο πάθος τους. Δεν Τον πλησιάζουν αλλά «έστησαν πόρρωθεν» αφού ο Μωσαϊκός νόμος δεν τους επέτρεπε να έρθουν σε επαφή με κάποιον υγιή άνθρωπο. Ωστόσο, η θεραπεία τους δεν επέρχεται άμεσα όπως σε άλλες περιπτώσεις. Ο Κύριος, τους ζητά να πάνε να δείξουν τους εαυτούς τους στους ιερείς, για να πιστοποιήσουν εκείνοι ότι έχουν θεραπευτεί. Αυτό, άλλωστε, επιβαλλόταν από τον Μωσαϊκό νόμο. Χωρίς καμιά αμφιβολία και δισταγμό, οι δέκα λεπροί πορεύονται προς τους ιερείς και γίνονται πλήρως υγιείς.

 Πλημμυρισμένοι από χαρά, ήταν φυσικό να ξεχάσουν την κατάσταση στην οποίαν βρίσκονταν προηγουμένως. Λησμόνησαν, έτσι, τον ευεργέτη τους. 

Ένας από αυτούς όμως, είχε διαφορετική στάση. Με την ψυχή γεμάτη από ευγνωμοσύνη έτρεξε πίσω για να ευχαριστήσει τον ευεργέτη του. Ήταν, μάλιστα, Σαμαρείτης. Όπως είναι γνωστό οι Σαμαρείτες και οι Ιουδαίοι είχαν μεταξύ τους έχθρα την εποχή εκείνη. Αυτό, όμως, δεν στάθηκε εμπόδιο στον Σαμαρείτη να έρθει πίσω και να ευχαριστήσει τον Χριστό που ήταν Ιουδαίος.

Παρόλο που οι Σαμαρείτες και οι Ισραηλίτες ήταν εχθροί, βλέπουμε τους δέκα λεπρούς να είναι όλοι μαζί, ως μια ομάδα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο πόνος μαλακώνει τον άνθρωπο, βοηθώντας τον να κατανοήσει ποια είναι τα σημαντικά και ουσιώδη πράγματα στη ζωή και να απομακρύνει τις μικρότητες που κουβαλάει. Δυστυχώς, όμως, πολλές φορές ξεπερνώντας τη δυσκολία, επιστρέφουμε στον παλαιό μας εαυτό. Καταλήγουμε, έτσι, να είμαστε αγνώμονες, δηλαδή να μην νιώθουμε ούτε καν την ηθική υποχρέωση αναγνώρισης της ευεργεσίας που δεχτήκαμε.

Μεγίστη, λοιπόν, αρετή στον άνθρωπο η ευγνωμοσύνη. Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει χαρακτηριστικά: «ὑπὲρ ὧν ἔλαβες εὐχαρίστει, μὴ ἀγανάκτει ὑπὲρ ὧν οὐκ ἔλαβες, καὶ ὑπὲρ ὧν οἶδας δόξαζε, μὴ σκανδαλίζου δι' ἃ οὐκ οἶδας». Μας προτρέπει να είμαστε ευγνώμονες για όλες τις ευεργεσίες που λαμβάνουμε καθημερινά, έστω κι αν αυτές προέρχονται από εχθρούς ή ανάξιους για εμάς ανθρώπους, αφού και μέσα από αυτούς ενεργεί πολλές φορές ο Θεός. Μας καλεί, ακόμη, να μην αγανακτούμε για αυτά που δεν λάβαμε γιατί κι αυτό αποτελεί μέρος της σωτηρίας μας. Αν κάτι ήταν πραγματικά ωφέλιμο για εμάς ο Κύριος θα μας το έδινε.

Η ευγνωμοσύνη μάς βοηθά να κατανοήσουμε τα όρια της υπάρξεώς μας, ότι δηλαδή είμαστε κτιστοί και αδύναμοι και ότι όλα μάς παρέχονται από τη μεγάλη ευσπλαχνία και αγάπη του Θεού. Μας βοηθά, επίσης, να αγαπήσουμε πραγματικά πρώτα τον Θεό, που είναι ο μεγάλος και κοινός ευεργέτης όλων μας και ύστερα τους συνανθρώπους μας, που ποικιλοτρόπως μας ευεργετούν στην επίγεια πορεία μας. Αποτελεί αυτό απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία της ψυχής μας. Φανερώνεται, άλλωστε, κι από τα λόγια του ίδιου του Κυρίου, αφού παρόλο που και οι δέκα λεπροί θεραπεύτηκαν σωματικά, ωστόσο, μόνο ένας άκουσε ότι «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».

Ας έχουμε, λοιπόν, πάντα στην καρδιά και στο μυαλό μας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Ἀδελφοί, εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπὲρ πάντων, ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῷ Θεῷ καὶ Πατρί».

Κυριακή μετά τα Φώτα - Η Ανατολή του Φωτός

αναρτήθηκε στις 9 Ιαν 2021, 7:15 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Ιαν 2021, 7:15 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἐφεσ. δ΄ 7-13

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. δ΄ 12-17

Η ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα σήμερα καὶ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς διατηρεῖ στὴ φωτοπλημμύρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων, καθὼς μᾶς περιγράφει τὴν ἀνατολὴ τοῦ πνευματικοῦ Φωτὸς στὸν κόσμο. Μᾶς μεταφέρει στὴν ἀρχὴ τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου.

1. Στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας

Ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης εἶχε ὁδηγηθεῖ στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Ἡρώδη, ἐπειδὴ τὸν ἤλεγξε γιὰ τὶς ἄνομες πράξεις του. Ὁ Ἰησοῦς πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς καὶ πηγαίνει στὴ Γαλιλαία γιὰ νὰ ξεκινήσει ἀπὸ ἐκεῖ τὸ κήρυγμά του. Κάνει κέντρο του τὴν Καπερναούμ, ποὺ ἦταν πόλη κτισμένη κοντὰ στὴν Τιβεριάδα θάλασσα. Ἐκεῖ κατοικοῦσαν μαζὶ Ἰουδαῖοι καὶ εἰδωλολάτρες, καὶ ὁ λαὸς τῆς περιοχῆς ἦταν βυθισμένος στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς πλάνης.

Ἐκπληρώθηκε ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ ἑκατον­τάδες χρόνια προεῖδε καὶ εἶπε ὅτι ἡ χώρα τῆς φυλῆς Ζαβουλὼν καὶ ἡ χώρα τῆς φυλῆς Νεφθαλείμ, ποὺ ἐκτείνον­ται κοντὰ στὴ θάλασσα καὶ πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμό, στὰ ἀνατολικά του· ἡ Γαλιλαία, στὴν ὁποία κατοικοῦν πολλοὶ ἐθνικοί· ὁ λαὸς αὐτὸς ποὺ κάθεται καθηλωμένος καὶ ἀκίνητος στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης καὶ τῆς ἀσέβειας, εἶδε μεγάλο πνευματικὸ Φῶς, τὸν Χριστό. Ἔλαμψε φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σ᾿ ἐκείνους ποὺ κάθονται στὴ χώρα ποὺ σκιάζεται ἀπὸ τὸ πυκνότατο σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.

«Ἐν σκότει… ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου». Μὲ τὶς λέξεις αὐτὲς ὁ μεγάλος Προφήτης περιγράφει τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸν κόσμο πρὶν ἔλ­θει ὁ Χριστός: ἀσέβεια, ἄγνοια, ἀνηθικότητα καὶ πλάνη. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ λάτρευαν τὰ εἴδωλα. Τὴ στιγμὴ ὅμως, ποὺ εἶχε πυκνώσει τόσο πολὺ τὸ σκοτάδι, αὔγασε τὸ πιὸ γλυκὸ Φῶς. Οὐράνιο φῶς, θεϊκό. Πολὺ ἀνώτερο ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου: τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ φῶς ποὺ ἄλλαξε τὴν πορεία τῶν ἀν­θρώπων.

Δύο χιλιάδες χρόνια μετὰ τὴν ἀνατολὴ ἐκείνη τὸ ὑπερκόσμιο φῶς τοῦ Χριστοῦ λάμπει στὸν κόσμο καὶ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ δύσει, ὅσο κι ἂν τὰ μαῦρα σύννεφα τῆς ἁμαρτίας τὸ κρύβουν πρὸς στιγμὴ ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. Συνεχίζει νὰ λάμπει, νὰ δίνει χρῶμα καὶ ζωὴ στὴν κτίση, νὰ θερμαίνει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ σβήσει τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ἀντίστοιχα κανένας πολέμιος τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου του δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ σκιάσει τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸ κρύψει ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.

2. Ἡ οὐράνια Βασιλεία

Ἀπὸ τὴν Καπερναοὺμ λοιπὸν ξεκίνησε τὸ κήρυγμά του ὁ Χριστός. Καὶ ἦταν κήρυγμα μετανοίας, ἴδιο μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Προδρόμου: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Μετανοεῖτε, διότι πλησίασαν οἱ ἡμέρες ποὺ ὁ Μεσσίας θὰ ἐγκαθιδρύσει καὶ στὴ γῆ τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μὲ τὴ νέα, πνευματική, ἁγία καὶ οὐράνια ζωή, ἡ ὁποία θὰ μεταδίδεται μέσα στὴν Ἐκκλησία του.

Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στὴ γῆ, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Εἶναι πνευματικὴ Βασιλεία. Πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ τὴ βασιλεία ποὺ προσδοκοῦσαν οἱ Ἑβραῖοι, νὰ ἐξουσιάζουν δηλαδὴ μὲ τὴ δύναμή τους ὅλο τὸν κόσμο. Τὴ Βασιλεία του τὴν ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ μὲ τὸ ἀπολυτρωτικό του ἔργο, καὶ ἀποστολή της εἶναι νὰ ἀνεβάζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους στὸν οὐρανό· νὰ τοὺς κάνει Ἁγίους. Εἶναι Βασιλεία οὐράνια· ἐγκατεστημένη μὲν στὴ γῆ, τελειούμενη ὅμως στοὺς οὐρανοὺς κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα, ὅπως σημειώνει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος (βλ. Παν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος Β΄, σελ. 321). Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὅλα θυμίζουν οὐρανό. Ὅλα εἶναι πλημμυρισμένα ἀπὸ τὸ οὐράνιο θεϊκὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Μέλη αὐτῆς τῆς Βασιλείας, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἴμαστε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν ἱερὴ ὥρα τοῦ Βαπτίσματός μας. Γευόμαστε τὴν ἁγιαστικὴ Χάρι τῶν ἱερῶν Μυστηρίων. Κοινωνοῦμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Πλήρως ὅμως θὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἀγαθά της μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, στὴν αἰωνιότητα. Ἐκεῖ θὰ εὐφραινόμαστε μὲ τὴν ἀπερίγραπτη σὲ κάλλος μορφὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θὰ Τὸν βλέπουμε διαρκῶς ὅπως εἶναι, στὴν κατάσταση τῆς θείας δόξας του καὶ τῆς ὑπερκόσμιας λαμπρότητάς του. Ἐκεῖ καὶ οἱ σεσωσμένοι πιστοὶ θὰ ἀντανακλοῦμε σὰν ἄλλοι πνευματικοὶ καθρέπτες τὸ θεϊκὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Η Γέννηση του Χριστού, το Μέγα Μυστήριον, του Φώτη Κόντογλου

αναρτήθηκε στις 24 Δεκ 2020, 7:34 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Δεκ 2020, 7:34 π.μ. ]




Μυστήριον ξένον, λέγει ο Υμνωδός, τη Γέννηση του Χριστού, το να γεννηθεί σαν άνθρωπος, όχι κανένας προφήτης, όχι κανένας άγγελος, άλλα ο ίδιος ο Θεός! Ο άνθρωπος, θα μπορούσε να φθάσει σε μία τέτοια πίστη; Οι φιλόσοφοι και οι άλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ήτανε δυνατὸ να παραδεχθούν ένα τέτοιο πράγμα; Απὸ την κρισάρα της λογικής τους δεν μπορούσε να περάσει η παραμικρὴ ψευτιά, όχι ένα τέτοιο τερατολόγημα! Ο Πυθαγόρας, ο Εμπεδοκλής κι άλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, που ήτανε και σπουδαίοι φιλόσοφοι, δεν μπορέσανε να τους κάνουνε να πιστέψουνε κάποια πράγματα πολὺ πιστευτά, και θα πιστεύανε ένα τέτοιο τερατολόγημα; Γι᾿ αυτὸ ο Χριστὸς γεννήθηκε ανάμεσα σε απλοὺς ανθρώπους, ανάμεσα σε απονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στο παχνί, που τρώγανε τα βόδια.
Κανένας δεν τον πήρε είδηση, μέσα σε εκείνον τον απέραντο κόσμο, που εξουσιάζανε οι ρωμαίοι, για τούτο είχε πει ο προφήτης Γεδεών, πως θα κατέβαινε ήσυχα στον κόσμο, όπως κατεβαίνει η δροσιὰ απάνω στο μπουμπούκι του λουλουδιού, «ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον». Ανάμεσα σε τόσες μυριάδες νεογέννητα παιδιά, ποιος να πάρει είδηση το πιο πτωχὸ απὸ τα πτωχά, εκείνο που γεννήθηκε όχι σε καλύβι, όχι σε στρούγκα, αλλὰ σε μία σπηλιά; Και κείνη ξένη, γιατὶ την είχανε οι τσομπαναρέοι να σταλιάζουνε τα πρόβατά τους.
Το «ὑπερεξαίσιον καί φρικτὸν μυστήριον» της Γεννήσεως του Χριστού έγινε τον καιρὸ που βασίλευε ένας μοναχὰ αυτοκράτορας απάνω στη γη, ο Άγουστος, ο ανιψιὸς του Καίσαρα, ύστερα απὸ μεγάλη ταραχὴ και αιματοχυσία ανάμεσα στον Αντώνιο απὸ τη μία μεριά, και στον Βρούτο και τον Κάσσιο απὸ την άλλη. Τότε γεννήθηκε κι ο ένας και μοναχὸς πνευματικὸς βασιλιάς, ο Χριστός. Κι᾿ αυτὸ το λέγει η ποιήτρια Κασσιανὴ στο δοξαστικὸ που σύνθεσε, και που το ψέλνουνε κατὰ τον Εσπερινό των Χριστουγέννων: «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ πολυαρχία τῶν ἄνθρωπων ἐπαύσατο. Καὶ Σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς ἁγνῆς ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται. Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται. Καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν Θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν…».
Τη Γέννηση του Χριστού την προφητέψανε οι Προφήτες. Πρώτος απ᾿ όλους την προφήτεψε ο πατριάρχης Ιακώβ, τη μέρα που ευλόγησε τους δώδεκα υιούς του, και είπε στον Ιούδα «δεν θα λείψει άρχοντας απὸ τον Ιούδα μήτε βασιλιὰς απὸ το αίμα του, ως που να έλθει εκείνος, για τον όποιον είναι γραμμένο να βασιλεύει απάν᾿ απ᾿ όλους, κι αυτὸν τον περιμένουμε όλα τα έθνη». Ως τον καιρὸ που γεννήθηκε ο Χριστός, οι Ιουδαίοι, το γένος του Ιούδα, είχανε άρχοντες, δηλαδὴ κριτὲς και αρχιερείς, που ήτανε κ᾿ οι πολιτικοὶ άρχοντές τους. Αλλὰ τότε για πρώτη φορὰ έγινε άρχοντας της Ιουδαίας ο Ηρώδης, που ήτανε εθνικός και έβαλε αρχιερέα τον Ανάνιλον «αλλογενή», ενώ οι αρχιερείς είχανε πάντα μητέρα Ιουδαία. Τελευταίος Ιουδαίος αρχιερεὺς στάθηκε ο Υρκανός. Και οι άλλοι προφήτες προφητέψανε τη Γέννηση του Χριστού, προπάντων ο Ησαΐας. Τη Γέννηση του Χριστού τη λένε οι υμνωδοὶ «τὸ πρὸ αἰώνων ἀπόκρυφον καὶ Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον», κατὰ τα λόγια του Παύλου που γράφει: «Ἐμοὶ τῷ ἐλαχιστοτέρῳ πάντων τῶν ἁγίων ἐδόθη ἡ χάρις αὐτὴ ἐν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσασθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καὶ φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τὸν ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. γ´ 8-10). Ο απόστολος Παύλος λέγει, πως αυτὸ το μυστήριο δεν το γνωρίζανε καθαρὰ και με σαφήνεια ούτε οι Άγγελοι, γι᾿ αυτὸ ο αρχάγγελος Γαβριὴλ με τρόμο το είπε στην Παναγία. Και στους Κολασσαείς γράφοντας ο θεόγλωσσος Παύλος, λέγει: «Τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν, νυνὶ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἷς ἠθέλησε ὁ Θεὸς γνωρίσαι τὶς ὁ πλοῦτος, τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὃς ἐστὶ Χριστὸς ἐν ἡμῖν ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης». Λέγει, πως φανερώθηκε αυτὸ το μυστήριο στους Αγίους, που θέλησε ο Θεὸς να το μάθουνε, και αυτοὶ θα το διδάσκανε στα έθνη; στους ειδωλολάτρες, που προσκυνούσανε για θεοὺς πέτρες και ζώα και διάφορα αλλὰ κτίσματα.
Εξακόσια χρόνια προ Χριστού ο βασιλιὰς Ναβουχοδονόσορ είδε στο όνειρό του, πως βρέθηκε μπροστά του ένα θεόρατο φοβερὸ άγαλμα, καμωμένο απὸ χρυσάφι, ασήμι, χάλκωμα, σίδερο και σεντέφι: Κι άξαφνα ένας βράχος ξεκόλλησε απὸ ένα βουνὸ και χτύπησε το άγαλμα και το ‘κανε σκόνη. Και σηκώθηκε ένας δυνατὸς άνεμος και σκόρπισε τη σκόνη, και δεν απόμεινε τίποτα. Ο βράχος όμως που τσάκισε το άγαλμα έγινε ένα μεγάλο βουνό, και σκέπασε όλη τη γη. Τότε ο βασιλιὰς φώναξε τον προφήτη Δανιὴλ και ζήτησε να τού εξηγήσει το όνειρο.
Κι ο Δανιὴλ το εξήγησε καταλεπτώς, λέγοντας πως τα διάφορα μέρη του αγάλματος ήτανε οι διάφορες βασιλείες, που θα περνούσανε απὸ τον κόσμο ύστερα απὸ τον Ναβουχοδονόσορα και πως στο τέλος ο Θεὸς θα αναστήσει κάποια βασιλεία που θα καταλύσει όλες τις βασιλείες, όπως ο βράχος που είχε δει στο ενύπνιο του εξαφάνισε το άγαλμα με τα πολλὰ συστατικά του: «Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασελέων ἐκείνων, ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται», «κάποιο βασίλειο, λέγει, που δεν θα καταλυθεί ποτὲ στους αιώνες των αιώνων».
Αυτή η βασιλεία η αιώνια, η άφθαρτη, είναι η βασιλεία του Χριστού, η βασιλεία της αγάπης στις ψυχὲς των ανθρώπων και ιδρύθηκε με την αγία Γέννηση του Κυρίου που γιορτάζουμε σήμερα. Και επειδή είναι τέτοια βασιλεία, γι᾿ αυτὸ θα είναι αιώνια, γι᾿ αυτὸ δεν θα χαλάσει ποτέ, όπως γίνεται με τις άλλες επίγειες και υλικὲς βασιλείες. Όπως ο βράχος μεγάλωνε κι έγινε όρος μέγα και σκέπασε τη γη, έτσι και το κήρυγμα του Ευαγγελίου ξαπλώθηκε σ᾿ όλη την οικουμένη, με το κήρυγμα των Αποστόλων: «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν».
Ώστε βγήκε αληθινὴ η αρχαιότερη προφητεία του Ιακώβ, πως σαν πάψει η εγκόσμια εξουσία των Ιουδαίων, θα έρθει στον κόσμο εκείνος που προορίστηκε, «ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν».
Σημείωσε πως οι Εβραίοι πιστεύανε πως η φυλή τους μονάχα ήταν βλογημένη, και πως ο Θεὸς φρόντιζε μονάχα γι᾿ αυτή, και πως οι άλλοι λαοί, «τα έθνη», ήταν καταραμένα και μολυσμένα κι ανάξια να δεχτούν τη φώτιση τού Θεού. Λοιπὸν είναι παράξενο να μιλά η προφητεία του Ιακώβ για τα έθνη, για τους ειδωλολάτρες θα περιμένουν τον Μεσσία να τους σώσει και μάλιστα να μη λέει καν πως τον αναμενόμενο Σωτήρα τον περιμένανε οι Ιουδαίοι μαζὶ με τα έθνη, αλλὰ να λέει πως τον περιμένανε μονάχα οι εθνικοί: «και αυτὸς προσδοκία εθνών». Όπως κι έγινε. Γιατί, τη βασιλεία που ίδρυσε ο Χριστὸς στον κόσμο, τη θεμελίωσαν μεν οι απόστολοι, που ήταν Ιουδαίοι, αλλὰ την ξαπλώσανε και την στερεώσανε με τους αγώνες τους και με το αίμα τους οι άλλες φυλές, «τα έθνη».
Είναι ολότελα ακατανόητο, για το πνεύμα μας, το ότι κατέβηκε ο Θεὸς ανάμεσά μας σαν άνθρωπος συνηθισμένος και μάλιστα σαν ο φτωχότερος απὸ τους φτωχούς. Αυτή τη μακροθυμία μονάχα άγιες ψυχὲς είναι σε θέση να τη νιώσουνε αληθινά, και να κλάψουνε απὸ κατάνυξη.

1-10 of 1178