Επίκαιρα‎ > ‎

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως - Προσμονή Χριστουγέννων

αναρτήθηκε στις 22 Δεκ 2018, 11:05 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 22 Δεκ 2018, 11:05 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Ματθ. α΄ 1-25
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : Εβρ. ια΄ 9-10, 32-40

1. ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ξεκινᾷ τὴν ἀφήγησι τοῦ ἱεροῦ του Εὐαγγελίου μὲ τὴν παρουσίασι τοῦ γενεαλογικοῦ καταλόγου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατί ὅμως ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς κάνει αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ τῶν ὀνομάτων; Τί σημασία ἔχουν ὅλα αὐτά; 
Ὁ ἅγιος Ματθαῖος πρωτίστως θέλει νὰ δείξῃ ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἐπηγγελμένος Μεσσίας, ἐφ’ ὅσον εἶναι υἱὸς τοῦ Δαβὶδ καὶ υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ. Διότι ὁ Μεσσίας κατὰ τοὺς προφῆτες ἔπρεπε νὰ κατάγεται ἀπὸ τὸν Δαβίδ, ὅπως ἐπὶ αἰῶνες Τὸν περίμεναν οἱ Ἰουδαῖοι· ἀλλὰ νὰ εἶναι καὶ υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ, διότι ἀπὸ τὸν ἀπόγονο αὐτὸν τοῦ Ἀβραὰμ θὰ εὐλογοῦντο ὅλοι οἱ ἐθνικοί, ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς. Ταυτόχρονα ὅμως ὁ κατάλογος αὐτὸς ἀποτελεῖ καὶ μία περίληψι τῆς ἰουδαϊκῆς ἱστορίας, ἕνα σύντομο σκιαγράφημα τῶν γεγονότων τῆς θαυμαστῆς παρουσίας καὶ προνοίας τοῦ Θεοῦ στὸν περιούσιο λαό του. Μία ἱστορία ποὺ κορυφώνεται στὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου μὲ τὴν γέννησι τοῦ Μεσσίου. Ὅλη αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ τῶν ὀνομάτων ἔχει κάποιο τελικὸ σκοπό. Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα μὲ ἕνα θαυμαστὸ τρόπο συντελοῦν στὴν δικαίωσι τῆς ἱστορίας, στὴν θεία Ἐνανθρώπησι.
2. ΤΡΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος χωρίζει τὸν γενεαλογικὸ κατάλογο τοῦ Κυρίου μας σὲ τρεῖς περιόδους. Γιατί τὸ κάνει αὐτό; Διότι οἱ τρεῖς αὐτὲς ἐποχὲς ἀντιστοιχοῦν σὲ τρεῖς ἱστορικὲς περιόδους διαφορετικῶν διακυβερνήσεων στὸν Ἰσραήλ. Μέχρι τὸν Δαβίδ, οἱ Ἰουδαῖοι ἐκυβερνῶντο ἀπὸ κριτάς. Ἀπὸ τὸν Δαβὶδ μέχρι τὴν βαβυλώνια αἰχμαλωσία, ἀπὸ βασιλεῖς. Καί ἀπὸ τὴν βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἀρχιερεῖς. Μὲ αὐτὴν τὴν διαίρεσι κατ’ οὐσίαν ξεσκεπάζεται ἡ ἀδυναμία ὅλων αὐτῶν τῶν ἕως τότε συστημάτων νὰ ἀνορθώσουν τὸν ἰουδαϊκὸ λαὸ ἀπὸ τὴν ἠθικὴ πτῶσι. Καὶ καθίσταται σαφὴς ἡ ἐπείγουσα καὶ ἀπόλυτη ἀνάγκη τοῦ Μεσσίου. Διότι μὲ καμμία διακυβέρνησι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἔγιναν καλύτεροι. Ὅσο κι ἂν τοὺς νουθετοῦσαν οἱ κριταί, οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς τους, αὐτοὶ ἔμεναν βυθισμένοι στὰ ἴδια πάθη καὶ δὲν εἶχαν τὴν διάθεσι νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ νὰ στραφοῦν πρὸς τὸ φῶς. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἀνορθώσῃ τὸν πεσόντα ἄνθρωπο. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ μόνος ἀληθινὸς κριτής, βασιλεὺς καὶ ἀρχιερεὺς τῆς οἰκουμένης γιὰ νὰ καταργήσῃ ὅλες αὐτὲς τὶς προσωρινὲς διακυβερνήσεις, καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ μία βασιλεία πνευματικὴ καὶ αἰώνια.
3. ΔΥΟ ΟΝΟΜΑΤΑ
Ὁ Κύριός μας εἶχε δύο ὀνόματα: «Ἰησοῦς» καὶ «Ἐμμανουήλ». Τὸ πρῶτο τὸ ἀπεκάλυψε ὁ ἄγγελος στὸν Ἰωσήφ, τὸ δεύτερο τὸ προανήγγειλε ὁ προφήτης Ἡσαΐας. Γιατί ὅμως ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ἀγγέλου καὶ διὰ τοῦ προφήτου δίνει δύο ὀνόματα στὸν Κύριό μας; 
Τὸ πρῶτο ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ σημαίνει σωτήρ, λυτρωτής, ἐλευθερωτής, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Μεσσίας δὲν θὰ εἶναι μόνον βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ ὁ σωτήρ καὶ ἐλευθερωτὴς ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐλευθερωτὴς ὄχι ἀπὸ τὴν κυριαρχία κάποιων αἰσθητῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ ἀπὸ μία στυγνὴ τυραννία, τὴν σκλαβιὰ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στοὺς δαίμονες καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὅμως ἐδῶ ἀκριβῶς προκύπτει ἕνα μεγάλο ἐρώτημα: Ποιὸς ἄνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ λυτρώσῃ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; Κανείς! Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν εἶχε μιὰ τέτοια δύναμι παρὰ μόνον ὁ Θεός. Ἄρα λοιπὸν τὸ ὄνομα Ἰησοῦς συνεσκιασμένα φανερώ-νει ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι μόνον ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός.
Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ προφήτης Ἡσαΐας προαναγγέλλει καὶ τὸ δεύτερο ὄνομα τοῦ Μεσσίου, τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ. Διότι τὸ ὄνομα αὐτὸ σημαίνει «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», δηλαδὴ ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ εἶναι Θεάνθρωπος. Οὔτε μόνον Θεὸς οὔτε μόνον ἄνθρωπος. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ θὰ κατέλθῃ στὴ γῆ μας καὶ θὰ γίνῃ ἄνθρωπος καὶ θὰ περιπατῇ ἀνάμεσά μας. Τὰ δύο λοιπὸν ὀνόματα συμπληρώνουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Καὶ μᾶς ἀποκαλύπτουν «τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολασ. α΄ 26)· ὅτι Αὐτὸς ποὺ γεννᾶται ἐκ τῆς Παρθένου, δὲν εἶναι ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ γίνεται ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Ἂς προετοιμασθοῦμε λοιπὸν τὶς ἡμέρες αὐτές, ὥστε νὰ προσέλθουμε κι ἐμεῖς νοερὰ στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ μὲ φόβο καὶ δέος. Διότι μέσα σ’ αὐτὸ γεννᾶται ὡς ἄνθρωπος ὁ ἄπειρος Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Καὶ ἂς Τοῦ προσφέρουμε τὰ δάκρυά μας, τὴν μετάνοιά μας, τὶς ἁμαρτίες μας· ἀλλὰ καὶ τὴν βαθειὰ εὐγνωμοσύνη μας γιὰ τὴν λύτρωσι ποὺ μᾶς ἐχάρισε. Ἔτσι θὰ νιώσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα!