Επίκαιρα‎ > ‎

Κυριακή Θ΄ Λουκά - Ο άφρων πλούσιος

αναρτήθηκε στις 21 Νοε 2020, 6:58 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Νοε 2020, 6:58 π.μ. ]


 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἐφεσ. β΄ 14-22

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιβ΄ 16-21


1. ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

Ὁ με­γα­λο­κτη­μα­τί­ας τῆς παραβολῆς ἦταν πολύ εὐ­χα­ριστημένος· διότι ἐκείνη τήν χρονιά, «εὐ­φό­ρη­σεν ἡ χώ­­­ρα», ἦρ­θαν εὐ­νο­ϊ­κές οἱ και­ρι­κές συν­θῆ­κες καί τά χω­­­­ρά­φια ἀ­πέ­δω­σαν με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γή. Κι αὐτός ἔ­γι­νε πο­λύ πλου­σι­ό­τε­ρος. Ὅ­­μως τό γεγονός αὐτό, ἀν­τί νά τοῦ δώ­σῃ χα­ρά, τόν βυ­θί­ζει σέ πε­λά­γη ἀ­γω­νί­ας. «Τί ποι­ή­σω, ὅ­τι οὐκ ἔ­χω ποῦ συ­νά­ξω το­ύς καρ­πο­ύς μου;­». Τί νά κά­νω, ποῦ νά συ­γ­­κεν­τρώ­σω το­ύς καρ­πο­ύς πού μοῦ περισσεύουν γιά νά μή το­ύς χά­σω;

᾿Ε­πι­τέ­λους με­τά ἀ­πό τίς βα­σα­νι­στι­κές του σκέ­ψεις ὁ πλο­ύ­σιος β­ρί­σκει τή λύ­ση! «Τοῦτο ποι­ή­σω»! Θά γκρε­μί­σω τίς ἀ­πο­θῆ­κες μου καί θά χτί­σω με­γα­λύ­τε­ρες. Καί θά συγκεν­τρώ­σω ἐ­κεῖ ὅ­λους το­ύς καρ­­­­πο­ύς μου. Καί με­τά θά κα­θή­σω νά τά ἀ­πο­λα­ύ­σω. Καί θά πῶ στήν ψυ­χή μου· Ψυ­χή, ἔ­χεις πολ­λά ἀ­γα­θά, πού φθά­νουν γιά νά πε­ρά­σεις μέ­σα στή χλι­δή μιά ὁ­λό­κλη­ρη ζωή. Λοι­­πόν, και­ρός νά ξε­κου­ρα­σθεῖς. «Ἀ­­να­πα­ύ­ου, φά­γε, πί­­ε, εὐ­φρα­ί­νου». Ἀ­πό­λαυ­σε τή ζωή σου. Χόρ­τα­σε τόν πλοῦ­το σου.

ΤΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ! Πραγ­μα­τι­κά ἄ­φρων, ἄ­μυα­λος ὁ πλο­ύ­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς. Φαν­τά­ζε­ται πώς μέ τήν ἐ­πέ­κτα­σι τῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ών του θά χα­ρῇ, θά χορ­τά­σῃ τήν ψυ­χή του.

῞Ο­μως τό λά­θος αὐ­τό τοῦ ἄ­φρο­νος πλου­σί­ου ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σέ κάθε ἐποχή καί ἰδιαιτέρως στή σύγ­χρο­­νη ἄ­πλη­στη κοι­νω­νί­α μας. Κι ὄχι μό­νο στο­ύς πλού­­σι­ους, ἀλ­λά στο­ύς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­πους· ἀκόμη καί σέ πολλούς πι­στούς Χρι­στι­α­νούς. Δυστυχῶς οἱ πε­ρισ­σότεροι ἄν­θρω­ποι σήμερα στη­­­ρί­ζουμε τή ζωή μας στήν οἰ­κο­νο­μι­κή ἄ­νε­σι, τό χρῆ­μα, τήν ἐ­πί­δει­ξι. Ἀ­να­ζη­τοῦ­με ἐ­πι­τυ­χί­ες ἐγ­κό­σμι­ες καί μά­ται­ες. Θέ­λου­με νά ἔ­χουμε κά­θε τί πού προ­σφέ­ρει ἡ σύγ­χρο­νη ζωή. Ἐ­ξαρ­τοῦ­με λί­γο ἤ πο­λύ τή ζωή μας ἀ­πό τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Καί πι­στε­ύ­ουμε πώς ἔτσι θά εὐ­τυ­χή­σου­με.

Τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά ὅμως δέν μπο­ροῦν νά χορ­τά­σουν τήν ψυ­χή μας. Διότι ὁ ἄν­θρω­πος δέν εἶ­ναι μό­νον ὑ­λι­κό ὄν. ῎Ε­χει σῶ­μα, ἀλ­λά ἔ­χει καί ψυ­χή ἀ­θά­να­τη. Εἶ­ναι πο­τέ δυνατόν νά χορ­τά­σῃ ὁ ἄν­θρω­πος τήν ψυ­χή του μέ ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά; ῾Η ψυ­χή θέ­λει τό ἀ­νώ­τε­ρο, τό πνευ­μα­τι­κό, τό ἅ­γιο γιά νά χορ­­τά­σῃ, νά εὐ­τυ­χή­σῃ. Οἱ πό­θοι τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι ἄ­πει­ροι καί μό­νο μέ τόν ἄ­­πει­ρο Θεό μπο­ροῦν νά πλη­ρω­θοῦν, νά ἱκανοποιηθοῦν.

Ἀλ­λά ἐ­πι­πλέ­ον, μέχρι πότε μπο­ρεῖ νά δι­α­τη­ρή­σῃ κα­­νε­ίς τόν πλοῦ­το του; Κι ἄν δέν τόν χάσῃ κανείς ὅσο ζεῖ, ἔρ­χε­ται κά­πο­τε ξαφ­νι­κά καί ἀ­με­τά­κλη­τα νά τόν λη­στέ­ψῃ ὁ μεγάλος κλέ­φτης, ὁ θά­να­τος· ὅπως ἔγινε καί στόν πλούσιο τῆς πα­­ραβολῆς. 

2. Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Τήν ὥ­ρα πού ὁ πλο­ύ­σιος κα­λεῖ τήν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ψυ­­χή του ν᾿ ἀ­πο­λα­ύ­σῃ τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ­βρό­ντη­σε ξα­φ­νι­κά ἡ φω­νή τοῦ Θε­οῦ. «Ἄ­φρον». Ἀ­νό­η­τε ἄν­θρω­πε, πού στήριξες τήν εὐ­τυ­χί­α σου στίς ὑ­λι­κές σου ἀ­πο­λα­ύ­σεις. «Τα­ύ­τῃ τῇ νυ­κτί τήν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τοῦ­σιν ἀ­πό σοῦ». Αὐ­τή τή νύ­κτα ἀ­παι­τοῦν τήν ψυ­χή σου οἱ σκο­τει­νοί καί ἀ­πα­ί­σιοι δα­ί­μο­νες, γιά νά τήν σύ­ρουν στόν ὄ­λε­θρο. Αὐ­τή τή νύ­κτα θά πε­θά­νεις. Κι ὅ­λα αὐ­τά πού μιά ζωή μέ κό­πο συγ­κέ­ντρω­νες, τά χά­νεις. Σέ ποι­όν πλέ­ον θά ἀ­νή­κουν; Καί ὁ Κύ­ριος σφρα­γί­ζει τήν πα­ρα­βο­λή λέγοντας: «Οὕ­­τως ὁ θη­σαυ­ρί­ζων ἑ­αυ­τῷ καί μή εἰς Θε­όν πλου­τῶν». Πα­ρό­μοι­ο τέ­λος θά ἔ­χῃ καί ὅποιος θησαυρίζει γιά τόν ἑ­αυ­τό του τόν ὑ­λι­κό πλοῦ­το καί δέν ἐνδιαφέρεται νά πλουτίζῃ «εἰς Θεόν».

ΠΟΙΟΣ ΟΜΩΣ εἶ­ναι αὐ­τός ὁ «εἰς Θε­όν πλοῦ­τος»; Οἱ θη­σαυ­ροί πού δέν χά­νον­ται, κα­θώς κα­νε­ίς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ αὐ­τή τή ζωή εἶ­ναι οἱ ἀ­ρε­τές. Διότι οἱ ἀρετές μᾶς συν­δέ­ουν μέ τόν Χριστό.  Κι ὅταν ἔχουμε τόν Χριστό, ἔχουμε τό πᾶν, ἔχουμε τόν πιό πολυτίμο θησαυρό μέσα μας. Βέ­βαι­α οἱ ἀ­ρε­­τές σ’ αὐτήν ἐ­δῶ τήν γῆ δέν ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζουν το­ύς πολ­­λο­ύς. Εἶ­ναι ὅμως ὁ μο­να­δι­κός θη­σαυ­ρός, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξί­ζει νά δώ­σῃ κα­νε­ίς ὅ­λη του τήν ἀ­γά­πη, καί τή θέ­λη­σι. Για­τί ἡ ἀ­ξί­α τους εἶ­ναι με­γά­λη καί σ᾿ αὐ­τή τή ζωή, ἀλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο στήν ἄλλη, τήν αἰ­ώνιο.

Σ᾿ αὐ­τή τήν ζωή ἡ ἀ­ρε­τή ἱ­κα­νο­ποι­εῖ πλή­ρως τήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που. Τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τήν δου­λε­ί­α τῶν πα­θῶν καί ἐγ­κα­θι­δρύ­ει στήν ψυ­χή τήν εἰ­ρή­νη καί τήν χα­ρά, ἀ­γα­θά τά ὁ­ποῖ­α δέν μπο­ροῦν νά ἐ­ξα­γο­ρά­σουν ὅ­λοι οἱ θη­σαυ­ροί τοῦ κό­σμου. Πό­σο με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καί ἀ­νά­παυ­σι ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος ὅταν ἔχῃ εἰ­ρη­νι­κή τήν συ­νε­ί­δη­σή του, ὅταν κά­νῃ τό κα­λό στόν συ­νάν­θρω­πο, ὅταν κάνῃ ἐλεημοσύνες καί ἀγαθοεργίες, ὅ­ταν ἀν­τι­στέ­κε­ται καί νι­κᾶ το­ύς πει­ρα­σμο­ύς! Ἀλλά καί στήν ἄλ­λη ζωή ὅποιος θησαυρίζει μέ ἀ­ρετές, θά ἀ­ξι­ω­θῇ νά κα­τοι­κῇ ὄ­χι σέ ἐ­πί­γεια πρό­σκαι­ρα πα­λά­­­τια, ἀλ­λά στήν πα­νέν­δο­ξη βα­σι­λε­ί­α τοῦ Θε­­οῦ. Ὁ Θε­­ός ἔ­χει ἑ­τοι­μά­σει γι᾿ αὐ­τόν στέ­φα­νο γιά νά τόν βραβε­ύ­σει, θρό­νο γιά νά τόν δο­ξά­σῃ, βα­σι­λε­ί­α γιά νά τόν κά­νῃ κλη­ρο­νό­μο Του.

Λοι­πόν, χρειαζόμαστε ὅλοι μας γκρέ­μι­σμα καί χτί­σι­­μο. Νά γκρε­μί­σου­με τίς πα­λι­ές ἀ­πο­θῆ­κες πού ἔ­χου­με μέ­σα μας, ὅ­που φω­λι­ά­ζουν τά πά­θη καί οἱ προ­σκολ­λή­σεις μας στά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Καί ν᾿ ἀ­γα­πή­σου­με τόν Χρι­στό καί τήν ἀ­ρε­τή. ῎Ε­τσι θά γί­νου­με πλού­σιοι. Πά­μπλου­τοι. Κά­τοι­κοι στό πα­λά­τι τοῦ Θε­οῦ.