Επικαιρότητα


Με ονομάζετε…

αναρτήθηκε στις 6 Μαΐ 2017, 11:54 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Μαΐ 2017, 11:55 π.μ. ]





Με ονομάζετε ΚΥΡΙΟΝ, αλλά δεν με υπακούτε. Με ονομάζετε ΦΩΣ, αλλά δεν με βλέπετε.

Με ονομάζετε ΟΔΟΝ, αλλά δεν με ακολουθείτε.

Με ονομαζετε ΖΩΗΝ, αλλά δεν με επιθυμείτε.

Με ονομάζετε ΣΟΦΙΑ, αλλά δεν με συμβουλεύεστε.

Με ονομάζετε ΑΛΗΘΕΙΑ, αλλά δεν με πιστεύετε.

Με ονομάζετε ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟΝ, αλλά δεν με εμπιστεύεστε.

Με ονομάζετε ΔΙΚΑΙΟ, αλλά δεν με φοβείσθε.

Με ονομάζετε ΠΑΤΕΡΑ, αλλά δεν γίνεστε παιδιά μου.

Με ονομάζετε ΣΩΤΗΡΑ, αλλά δεν θέλετε τη σωτήρια σας.

ΕΦ’ ΟΣΟΝ ΕΠΟΙΗΣΑΤΕ ΕΝΙ ΤΟΥΤΩΝ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΜΟΥ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ, ΕΜΟΙ ΕΠΟΙΗΣΑ

Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!

αναρτήθηκε στις 4 Μαΐ 2017, 12:32 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 4 Μαΐ 2017, 12:33 μ.μ. ]





Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του απ’ τόν κόσµο µακρυά, µέ τά ζωντανά του καί δέν κατέβαινε στό χωριό, παρά µονάχα γιά νά πουλήση τά τυριά του καί νά ψουνίση τά χρειαζούµενα, ξεκίνησε νά λέη ό Προκόπης.                         Μιάν ήµέρα τό λοιπόν, όπου βρέθηκε στό χωριό γιά τίς δουλειές του, πήγε νά άνάψη ενα κερί στήν εκκλτισιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος καί καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί µιλούσεν ό παπάς στούς χωριανούς του καί τούς έλεγε τό κήρυγµα γιά τόν ίσιον δρόµο του Θεού, πού πάει ολόισια στόν Παράδεισον, αν δέν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά.

Πρέπει νά τραβούµεν ίσια καί νά είµαστε συµπονετικοί γιά κάθε άνθρωπον, όταν εχει τήν ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες καί νά έλεούµε, γιατί τό ίδιο κάνει καί ο Θεός καί έλεεί τόν κόσµον όλον γιά νά ζη καί νά πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός τό ίδιο, τόν συµπαθα πολύ καί τόν παίρνει στόν Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο άτελείωτον! «Ετσι τά έλεγεν ο παπάς κι ετσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου. Ή Έκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί νά τά πη, µαθές;

‘Όλοι ακούγαµε τόν άπλοϊκόν τσοµπάνο, πού µιλούσε µέ τόν δικό του παραστατικόν τρόπο καί κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν εδειχνε δυσκολία στό νά έκφραστή αυθόρµητα καί νά πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ένθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στήν διήγηση του Προκόπη:

– Καί µετά τί έγινε: Πως πήγε στόν Παράδεισον;

– ‘Όταν γύρισε στό καλύβι του, τό είπε στήν γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα νά συναντήση τόν Θεό. ‘Ετσι κι έγινε.

Τήν άλλη µέρα πηρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε γιά τόν Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στά χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς καί τό βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο καί συνέχισε τήν άλλη µέρα τόν ίσιο δρόµο γιά τόν Παράδεισο.

Εφαγε καί τό ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα καί τήν τέταρτη. Τό ένα βουνό ανέβαινε, τό άλλο κατέβαινε. Τήν πέµπτη µέρα πεί νασε πολύ καί σκέφτηκε τί νά κάνη καί που νά βρη τροφή. Κι όταν άνέβηκε τό βουνό, πού ηταν µπροστά του, είδε στήν απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. ‘Έσυρε λοιπόν καί πήγε. Χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του. Τόν βάλανε λοιπόν µέσα στήν εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένη, ώσπου νά του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τίς εικόνες καί τίς θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, όλοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στόν σταυρό σταυρωµένον κι όλόγυµνο καί µατωµένον τόν Χριστό, άναφώνησε:

– Ωχου, τό παλληκάρι, τό λαβώσανε οί άτιµοι! Ωχου καί τόν έχουν κρεµασµένον ακόµα!

– Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του εφερε λίγα φαγώσιµα, τά βαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης.Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε, πού µιλούσε στόν σταυρωµένον καί τόν ρώτησε:

Μιλούσες µέ κανέναν, άδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τόν καλόγερον, πώς είναι απ’ αύτούς, πού τόν σταυρώσανε, δέν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στόν σταυρωµένον:

– Έ, παλληκάρι! Μπορείς νά κατεβη; από κεί πάνω, νά ‘ρθης νά φαµε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θές νά ‘ρθώ νά σέ κατεβάσω εγώ;

– Οχι. Μπορώ καί µόνος µου νά κατέβω. Ερχοµαι.

– Κατέβηκε τό λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης τήν άφήγησή του, καθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. ‘Εκείνος τούπε νά τόν πάρη µαζί του, τώρα πού πάει νά συναντήσει τόν Θεό.

Θέλεις νά σέ πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός καί θά σε λυπηθή καί θά σέ βάλη καί σένα στόν Παράδεισο. Εγώ γι’ αυτό πάω στόν Θεό. ‘Ερχεσαι µαζί µου; Δέν πρόλαβε όµως ο Σταυρωµένος ν’ άποκριθή, γιατί ακούστηκε νά ερχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µέ ανοιγµένα χέρια.

Καί ο καλόγερος ρώτησε τόν τσοµπάνο:

– Τώρα µή µου πης πώς δέν µίλαγες µέ κανέναν. Σ’ ακουσα µέ τά ίδια µου τ’ αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;

– Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στήν αρχή, δίστασε καί στό τέλος είπε στόν καλόγερο πώς μιλούσε μέ τό κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού τό λυπήθηκε καί τό κάλεσε νά φάνε μαζί τό βρισκάμενο. Καί είπε στόν καλόγερο:

– Μή μέ μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στόν Παράδεισο καί ό παπάς του χωριού μας είπε νά πάρουμε τόν ίσιο δρόμο καί νά είμαστε ψυχοπονιάρηδα;

Κατάλαβες; Τό λυπήθηκα λοιπόν τό παλληκάρι καί τό κάλεσα νά πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί. Κακό εκανα;

– ‘Οχι, όχι, καλά εκανες καί πάντα νά συμπονας τούς άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος μέ τά όσα του είπε ό τσομπανος. Κι ετρεξε καί τά φανέρωσε όλα στόν Ήγούμενό του.

Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οί καλόγεροι μέ τόν Ήγούμενο στήν εκκλησιά καί βάλανε μετάνοια στόν τσομπανο, πού έφαγε μαζί με τόν Σταυρωμένο Χριστό καί τόν παρακαλέσανε νά πει καμμιά καλή κουβέντα καί γι’ αύτούς, όταν συναντήσει τόν Θεό.

– Άμα τόν δω τόν Θεό, θά του πω καί γιά σας, αλλά γιατί τό κρατατε σταυρωμένο τό παλληκάρι; Τί σας εκανε; Κατεβάστε το νά φάη καί νά ντυθη, πού είναι όλόγυμνος καί πληγωμένος. Κι αν δέν τόν θέλετε έσεις εδώ, τόν παίρνω εγώ μαζί μου.

– Έκείνοι κοκκαλώσανε απ’ τήν καλωσύνη καί τήν αθωότητα τοϋ Μαυρογένη καί, άφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τόν συνόδεψαν κάμποσο στόν ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν έκείνος απομακρύνθηκε, τόν βλέπανε πού δέν πάταγε στήν γη, αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ’ τά μάτια τους.

Αυτός ό καλός άνθρωπος γιά μένα θά πήγε στόν Παράδεισο τό δίχως άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός. Έγώ γράμματα δέν ξέρω γιά νά τά πώ πιο όμορφα, αλλά θυμάμαι τόν παππού μου τόν Χαραλάμπη, πού έλεγε πώς ό,τι κάνεις σ’ αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου κάνουνε κι εσένα στήν άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή εναι n Ιστορία, πού άκουσα.

Από το βιβλίο του Π.μ.Σωτήρχου «Οι εραστές του παραδείσου»

Ταξιάρχης Μανταμάδου: Μαρτυρία Ιερέα ιατρού

αναρτήθηκε στις 30 Απρ 2017, 6:48 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 30 Απρ 2017, 6:48 π.μ. ]



Μια συγκλονιστική μαρτυρία ενός ιερέως γιατρού, μέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Νέας Υόρκης. Το περιστατικό συνέβη στον π. Δανιήλ Σάπικα, κάτοικο Αθηνών, Αρχιμανδρίτη και γιατρό. Το 1976 αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή Αθηνών, και το 1978 χειροτονήθηκε κληρικός.

Το 1992 αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών, και το 1992 εκλέγεται ενεργό μέλος τής Ακαδημίας Επιστημών Νέας Υόρκης. Μάλιστα είναι και ο πρώτος Ορθόδοξος κληρικός μέλος της Ακαδημίας Επιστημών.
Στις 19.2.01 σε πανηγυρική εκδήλωση ενώπιον του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, εκπροσώπου του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και μελών της Κυβέρνησης, του απονεμήθηκε πλατινένιος κότινος για τις υπηρεσίες του στον Οικουμενικό Ελληνισμό.
Διηγείται ό ίδιος…

«Στις 22 Απριλίου 1994 εισήχθηκα στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο με 4,5 κιλά εμπύημα δεξιού ημιθωρακίου, με συμπτώματα απολύτου άπνοιας, αδυναμία βάδισης, 41,5 πυρετό, ενώ υπέστη και διαβητικό σοκ αγνώστου αιτιολογίας…
Μέσα από ένα σύννεφο έβλεπα και άκουγα τα συμβαίνοντα μέσα στο χειρουργείο, και το βάσανο το μεγάλο ήταν, ότι, σαν γιατρός γνώριζα πολύ καλά την κρίσιμη κατάστασή μου…
Γνώριζα, ότι το ποσοστό κατάληξης (θανάτου μου) ήταν γύρω στο 95%. Και δεν είχα άδικο. Μάλιστα ήμουν και επιεικής στην κρίση μου, γιατί η ιατρική ομάδα πού αποτελείτο από τον Ιωάννη Μπελένη διευθυντή τού Ευαγγελισμού, τον καθηγητή Χρυσόστομο Μελισσινό διευθυντή πνευμονολογικής κλινικής στο Νοσοκομείο Υγεία, και με την Ειρήνη Μπατάλη αναισθησιολόγο να φοβάται να μού δώσει νάρκωση για τον κίνδυνο ανακοπής της καρδιάς λόγω βάρους μου, συζητούσαν δυνατά γιατί δεν πίστευαν ότι άκουγα τα λεγόμενά τους…
Τούς άκουγα να μού δίνουν ζωή μόνο 2% !… «Θα κάνουμε ότι μπορούμε, έλεγαν, γιατί οι πιθανότητες ζωής είναι ελάχιστες, με ποσοστό κατάληξης 98% ! Έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος είναι…»
Εκείνη την ώρα ένιωσα μόνος, κατάμονος… Έκανα με κόπο τον σταυρό μου και προσευχήθηκα στον προστάτη μου, τον Ταξιάρχη… » Ταξιάρχη μου, Αρχάγγελε Μιχαήλ, μη με αφήνεις, μη με εγκαταλείπεις. Εσένα μόνο έχω τώρα, σ΄ εσένα εμπιστεύομαι την ζωή μου…» !

Ένας μεταλλικός θόρυβος διέκοψε την νοερά προσευχή μου. Φοβήθηκα ότι με την κίνηση των χεριών μου έριξα κάποιο εργαλείο, και προσπάθησα να γυρίσω το κεφάλι μου προς την κατεύθυνση του θορύβου. Και τότε… ώ Θεέ μου !

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο Ταξιάρχης, με την πανοπλία του και το σπαθί στο δεξί χέρι του, στεκόταν πλάϊ μου, χαμογελαστός και ολοζώντανος !
«Δανιήλ, είμαι εδώ, μού είπε. Δεν σε εγκατέλειψα. Σε προστατεύω. Εγώ θα σε χειρουργήσω, και θα γίνεις καλά. Μη φοβάσαι ! » Ήταν τα λόγια του Αρχαγγέλου, και καθώς μου μιλούσε ακούμπησε το ξίφος στο στήθος μου !…
Σε λίγο ήλθε ο καθηγητής Μπελένης. » Ας προσευχηθούμε μαζί πάτερ Δανιήλ, μού είπε, και με την βοήθεια του Θεού όλα θα πάνε καλά «. Και πράγματι πήγανε ! Η εγχείρηση πέτυχε. Το χέρι του γιατρού πού το οδηγούσε ο Αρχάγγελος, είμαι βέβαιος γι’ αυτό, μου ξανάδωσε πάλι την ζωή πού είχε αρχίσει να φεύγει από μέσα μου. Και σήμερα, όχι για πρώτη φορά, ήλθα και πάλι εδώ, στο πανελλήνιο προσκύνημα των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μανταμάδο της Λέσβου, για να ευχαριστήσω τον Αρχάγγελο του Θεού Μιχαήλ, για την σωτηρία μου…»

(απόσπασμα από τό τριμηνιαίο δελτίο επικοινωνίας «Ο Ταξιάρχης «, τού Ιερού προσκυνήματος Ταξιαρχών Μανταμάδου τής Λέσβου).

Επιτάφιος Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου και Βίντεο η Περιφορά των Επιταφίων του Πλωμαρίου 2017

αναρτήθηκε στις 16 Απρ 2017, 2:55 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 16 Απρ 2017, 2:56 π.μ. ]

Επιτάφιος Αγίου Νικολάου


Βίντεο YouTube


Γλέζος: ''Η Εκκλησία στάθηκε όλα τα χρόνια δίπλα στον ελληνικό λαό''

αναρτήθηκε στις 5 Απρ 2017, 1:52 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Απρ 2017, 1:52 π.μ. ]

        

glezos kefalonia 4 1

Της Γιάννας Κουλουμπή


Την μεγάλη τιμή να φιλοξενεί για δύο μέρες μία εμβληματική μορφή της Δημοκρατίας μας έχει η Κεφαλλονιά, αφού μετά από πρόσκληση του πολιτιστικού συλλόγου “Ιόνιος” και της ομάδας “Απανταχού Ελληνισμός” βρίσκεται στο νησί ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και επίτιμος πανεπιστημιακός διδάκτωρ του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Πατρών, κ. Μανώλης Γλέζος.

Σκοπός της επίσκεψης αυτής είναι η πραγματοποίηση δύο ομιλιών με θέμα τις γερμανικές αποζημιώσεις και το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο.

Η πρώτη ομιλία πραγματοποιήθηκε ήδη, στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Θεάτρου “Ο Κέφαλος”, παρουσία πολιτικών αρχόντων του τόπου, απλών πολιτών, δημοσιογράφων, αλλά και του Μητροπολίτη Κεφαλληνίας κ. Δημητρίου.

Ο κ. Γλέζος, ανάμεσα στα όσα ανέφερε για τις αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο, δεν παρέλειψε να κάνει αναφορά στη μοναδικότητα του ελληνικού λαού, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει την ελληνικότητά του παρά τα 400 χρόνια σκλαβιάς από τους Τούρκους.

Σε αυτό, όπως είπε, έπαιξαν σπουδαίο ρόλο τέσσερις λόγοι, η ελληνική γλώσσα, οι λαϊκές συνελεύσεις, η ελληνική χριστιανική ορθόδοξη Εκκλησία και το αίσθημα της αντίστασης του ελληνικού λαού.

Ιδιαίτερα πάντως εστίασε στο ρόλο της Εκκλησίας μας, λέγοντας πως η ελληνική χριστιανική ορθόδοξη Εκκλησία στάθηκε όλα τα χρόνια στο πλευρό του ελληνικού λαού, ενώ χαρακτήρισε “ανιστόρητα” τα όσα αναφέρθηκαν πριν λίγο καιρό για αυτό το θέμα από τον κ. Φίλη.

Ο κ. Γλέζος, αξίζει να σημειωθεί, πως ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετος, ενώ έκανε και χιούμορ λίγο πριν αναφερθεί στον τέταρτο λόγο διατήρησης της ελληνικότητας του ελληνικού λαού. Το βίντεο είναι χαρακτηριστικό…

Σημείωση: Να υπενθυμίσουμε ότι αύριο στις 10:00 έχει προγραμματιστεί η δεύτερη ομιλία του, ενώ στις 12:30 θα ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης του δήμου Κεφαλλονιάς.


Βίντεο YouTube


Οσία Μαρία η Αιγυπτία… απέτυχε ως πόρνη και νίκησε ως ασκήτρια

αναρτήθηκε στις 1 Απρ 2017, 10:45 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 1 Απρ 2017, 10:45 π.μ. ]



Πριν 1.400 χρόνια μια κοπέλα, μόλις δώδεκα ετών, κάπου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μπλέκεται στα δίχτυα του αγοραίου έρωτα. Δίνεται με σώμα και ψυχή στην πτώση, στην , στη φθορά. Η σαρκολατρεία, η ηδονοθηρία, η ακόρεστη λαγνεία την κατακυριεύουν πολύ νωρίς. Επί δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια ζούσε αχόρταγα αυτή τη ζωή δίχως αναστολές, ντροπές, επιφυλάξεις, ενοχές και τύψεις.

Θεωρούσε τον εαυτό της ελεύθερο, ανεξάρτητο, ανεξέλεγκτο και ακατανίκητο. Θαύμαζε την ωραιότητά της, τα πλούτη της, τις κατακτήσεις της και την προκλητικότητά της. Ένα θαυμαστό σημείο που της συνέβη στα Ιεροσόλυμα και δεν μπορούσε να εισέλθει στο ναό την έκανε να γονατίσει, να δακρύσει, να θυμηθεί την αθωότητα των παιδικών της χρόνων. Άρχισε να κλαίει. Άρχισε η μεταστροφή της. Η φιλόσαρκη γίνεται ξαφνικά φιλόθεη. Μεταμορφώνεται, ξεμασκοφορεί, φιλοκαλεί, ανασταίνεται. Στην καρδιά της, μετά από αυτή την απρόσμενη υπαρξιακή αλλαγή, κυριαρχεί ο θεός έρωτας. Η ζωή της λαμβάνει βαθύ νόημα. Πρόκειται για μια ηρωίδα, μάρτυρα και οσία.

Αναχωρεί για την έρημο, την πέραν του Ιορδάνου, αποφασιστικά και ανυποχώρητα. Οι λογισμοί επιστροφής στην πρότερη ζωή δεν την αφήνουν να ησυχάσει ούτε για ένα λεπτό. Τυραννιέται από τους σφοδρούς κι αισχρούς λογισμούς επί δεκαεπτά χρόνια. Όσα χρόνια ζούσε στην . Κόντεψε ν’ απελπιστεί. Έγινε ένας σκελετός από τη νηστεία.

Κυκλοφορούσε σαν ένα αγρίμι της ερήμου. Η αφιλόξενη έρημος, η ξένη γη, πέτρες και σπηλιές υπήρξαν κατοικίες. Έζησε άλλα είκοσι τρία χρόνια δίχως τον φοβερό πόλεμο των λογισμών. Εξαϋλώθηκε. Η περίφημη πόρνη έγινε η μεγαλύτερη ασκήτρια όλων των αιώνων.

Ο αββάς Ζωσιμάς ιεραποδημώντας μια Σαρακοστή στην έρημο είδε μια σκιά περιπλανώμενη. Όταν αντελήφθη ότι ήταν μια γυναίκα, κάλυψε με το ιμάτιό του τη γύμνια της και πληροφορήθηκε με συγκίνηση τη θαυμαστή ζωή της. Επιστρέφοντας την κοινώνησε. Μετά ένα έτος τη βρήκε νεκρή. Σ’ ένα κεραμίδι είχε σημειώσει ότι ανεπαύθη μόλις κοινώνησε.

Η αμαρτία δεν είναι απλά η παράβαση του νόμου, αλλά έλλειψη αγάπης στον . Η αμαρτία φαντάζει πάντα πολύ ωραία, λίαν ελκυστική και σαγηνευτική. Συλλαμβάνεται στο νου, αποδέχεται και διαπράττεται. Η αμαρτία συνηθίζει να στερεί τη μακάρια γαλήνη της ψυχής. Η συννεφιά που προηγείται της αμαρτίας, μετά τη διάπραξή της υποχωρεί και ο άνθρωπος βλέποντας τη γυμνότητά του στενοχωρείται, θλίβεται κι έχει τύψεις. Η ουρά του διαβόλου επεμβαίνει, ώστε ο άνθρωπος ν’ απογοητευτεί και να μη θέλει να .

Ο μέγας ψυχοανατόμος, όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, όρισε με καταπληκτική σαφήνεια τα στάδια της αμαρτίας: Προσβολή, συνδυασμός, συγκατάθεση, αιχμαλωσία, πάλη, πάθος. Το πάθος γίνεται συνήθεια αγαπητή και χρόνια που παρασύρει τον άνθρωπο δίχως αντιστάσεις. Η αμαρτία σκοτίζει τον άνθρωπο. Σήμερα θεωρείται αδιάφορα, έχει γίνει κανόνας, ο άνθρωπος νομίζει πως κάνοντας ό,τι θέλει είναι και ελεύθερος. Όποιος νόμος και αν ψηφισθεί, η αμαρτία δεν θα παύσει να είναι αμαρτία και να ενοχλεί την ψυχή κάθε τίμιου, σοβαρού κι ευσυνείδητου ανθρώπου. Φθάσαμε το αφύσικο να το λέμε φυσικό και το παράλογο λογικό. Αποτέλεσμα της : αποξένωση, απομόνωση, κενό, μοναξιά, απόγνωση και στενοχώρια.

Η οσία Μαρία συνδράμει στοργικά στη μεταστροφή όλων. Απέτυχε ως πόρνη και νίκησε ως ασκήτρια. Πρόκειται για τρομερά γενναία γυναίκα. Εμπνέει. Συνεγείρει τους αμαρτωλούς. Μη φοβάται κανείς τις λέξεις αλλά τις ανειρήνευτες πράξεις. Τελειώνει η Σαρακοστή και η μας σκουντά να προχωρήσουμε άφοβα. Μας παρακινεί προς επαναπροσανατολισμό και να μας πει εμπιστευτικά πως και οι πόρνες μπορούν να θέλουν να γίνουν όσιες…

Είπαμε πρώτα υπέρ ΠΙΣΤΕΩΣ και έπειτα υπέρ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

αναρτήθηκε στις 24 Μαρ 2017, 1:49 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Μαρ 2017, 1:51 μ.μ. ]

Tου Πρεσβυτέρου Νικολάου Δαλαγιώργου
Είναι νομίζω επιβεβλημένο να αντιπαραβάλλουμε την ζωή μας σήμερα, τα πιστεύω μας, με την ζωή και τα πιστεύω των ηρώων της Πατρίδας μας διότι έχει λεχθεί από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ότι «χωρίς Εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα στην ζωή σας» και τα χείλι του Κυρίου μας δεν ψεύδονται ποτέ.

Αποτέλεσμα εικόνας για 25 μαρτιου 1821

Για να θυμηθούμε λίγο την ιστορία που μας διδάσκει πάρα πολύ σοφά ότι όταν «ο Θεός μεθ’ ημών ουδείς καθ’ ημών»:

«…Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι …να διαμείνω πιστός εις την Θρησκείαν μου και εις την Πατρίδα μου. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέρα ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Θρησκείας και της Πατρίδος μου. Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της Θρησκείας μου η να αποθάνω ως Μάρτυς διά τον Ιησούν Χριστόν…».
(Ο όρκος των Ιερολοχιτών)

«Είναι θέλημα Θεού. Είναι κοντά μας και βοηθάει, γιατί πολεμάμε για την πίστι μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς, για τα αδύνατα παιδιά μας, για την ζωή μας, την λευτεριά μας… Και όταν ο δίκαιος Θεός μας βοηθάει ποιος εχθρός ημπορεί να μας κάνει καλά…;».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

«Νέοι, πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ ΠΙΣΤΕΩΣ και έπειτα υπέρ ΠΑΤΡΙΔΟΣ…»
(Θ. Κολοκοτρώνης)

«Έκατσα που εσκαπέτισαν με τα μπαιράκια τους απεκατέβηκα κάτω. Ήταν μια εκκλησία εις τον δρόμον, η Παναγία στο Χρυσοβίτσι, και το καθησιό μου ήτο όπου έκλαιγα την Ελλάς… Σίμωσα, έδεσα το άλογό μου σ’ ένα δένδρο, μπήκα μέσα και γονάτισα. Παναγία μου είπα από τα βάθη της καρδιάς μου και τα μάτια μου δάκρυσαν. Παναγία μου βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν. Έκανα το Σταυρό μου, ασπάσθηκα την εικόνα της, βγήκα από το εκκλησάκι, πήδηξα στο άλογό μου και έφυγα. Σε λίγο μπροστά μου ξεπετάγονταν οχτώ αρματωμένοι, ο εξάδελφός μου ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και επτά ανήψια του.
– Κανείς δεν είναι στην Πιάνα, μου είπε ο Αντώνης. Ούτε στην Αλωνίσταινα. Είναι φευγάτοι. – Ας μη είναι κανείς αποκρίθηκα. Ο τόπος σε λίγο θα γιομίση παλληκάρια… Ο Θεός υπέγραψε την λευτεριά της Ελλάδος και δεν θα πάρη πίσω την υπογραφή του».
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

«ΙΔΟΥ ο Θεός μεθ’ ημών, ος επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς. Ο Παντοκράτωρ Θεός δεν μας αφήνει εις την διάκρισιν του εχθρού. Αλλά είναι σύμμαχός μας, καθώς πολλάκις το είδομεν και άμποτε εις το εξής διά της δυνάμεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και διά της ενεργείας και γενναιότητος σας να αφανισθή ο εχθρός εξ ολοκλήρου…».
(Π. Μαυρομιχάλης προς τον Θ.Κολοκοτρώνη)

«…Έλληνες ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε Πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω η να νικήσουμε η να πεθάνουμε κάτω από την Σημαία του Χριστού»
(Γρηγόριος – Δικαίος Παπαφλέσσας)
«Όταν σηκώσαμεν την σημαίαν εναντίον της τυραγνίας ξέραμεν ότι είναι πολλοί αυτείνοι και μαχητικοί κι’ έχουν και κανόνια κι’ όλα τα μέσα. Εμείς σε ούλα είμαστε αδύνατοι. Όμως ο Θεός φυλάγει και τους αδύνατους, κι’ αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν διά την Πατρίδα μας, διά την Θρησκείαν μας και πολεμούμεν όσο μπορούμε εναντίον της τυραγνίας κι’ ο Θεός βοηθός…».
(Στρατηγός Μακρυγιάννης)

«Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη ειςτήν θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν». «…Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμε κι’ όλοι μαζί και να μη λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, η χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί να φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί….».
(Ιω. Μακρυγιάννης)

«Μία δύναμις με άρπαξε από την λιτανεία πριν φύγουμε από τα Ψαρά για την Χίο. Μία δύναμις θεική με γιγάντωσε… Αυτή η θεία δύναμίς μου έδωσε θάρρος διά να φθάσω με το πυρπολικό μου στην Τουρκική Ναυαρχίδα… Οι Τούρκοι ήταν τόσοι ώστε εάν επτυον επάνω μας θα μας έπνιγαν αναμφιβόλως… Εις το όνομά του Κυρίου φώναξα εκείνη τη στιγμή. Έκανα τον Σταυρό μου και πήδηξα στη βάρκα. Οι φλόγες του πυρπολικού μεταδόθηκαν στην Ναυαρχίδα που τινάχθηκε στον αέρα και παρέσυρε στον θάνατο χιλιάδες Τούρκους…».
(Κωνσταντίνος Κανάρης)

«Κι’ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυό μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει, αν η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι σ΄αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπό να πάγω αλλού».
(Ιω. Μακρυγιάννης)

Ἱστορία, ὄχι παραμύθια

αναρτήθηκε στις 24 Μαρ 2017, 1:28 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Μαρ 2017, 1:28 μ.μ. ]

 

Αποτέλεσμα εικόνας για εξοδοσ μεσολογγίου

Εἴχαμε χρόνια νά δοῦμε τις θεωρίες τοῦ Γιάννη Κορδάτου νά ὑποκαθιστοῦν τήν ἀλήθεια. Μιά ἱστορία, ὅπως αὐτή τῆς ἐθνικῆς μας παλιγγενεσίας, βαμμένη μέ αἷμα ἡρώων καί μαρτύρων, βεβηλώθηκε ἀπό τά παραμύθια στρατευμένων ἀθέων καί ἀνθελλήνων. Ἀμφισβητήθηκε ὁ σκοπός τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821.

- Ὁ πόθος γιά ἐλευθερία παρουσιάστηκε ὡς ταξικός ἀγώνας φτωχῶν κατά πλουσίων!
- Ἡ θυσία τῶν ἀγωνιστῶν κατά τῆς Ὀθωμανοκρατίας ἔγινε φαγωμάρα κατά τῶν κοτ­ζαμπάσηδων!
- Ἡ προσφορά τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐπιβίωσι τοῦ Γένους ὠνομάστηκε... προδοσία!
-Τά βασανιστήρια χιλιάδων κληρικῶν παρουσιάστηκαν ὡς... συνθηκολόγησις μέ τούς Τούρκους!
- Τό σχοινί τοῦ Πατριάρχου χλευάστηκε ὅσο τίποτε ἄλλο! Καί πάνω σ᾽ αὐτό τό αἱματοβαμμένο σχοινί κρέμασαν οἱ ἄθεοι τό κουρέλι τους, τήν ψεύτικη ἰδεολογία τους!
- Τό μαρτύριο χιλιάδων νεομαρτύρων ἀποκρύφτηκε συστηματικά!
- Καί ὁ ἐθναπόστολος καί ἱερομάρτυρας Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός παρουσιάστηκε παραμορφωμένος!
• Λύσσα τῶν ἀθέων καί ἀνθελλήνων ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καί τῆς ἡρωικῆς της ἱστορίας. Καί τώρα ξαναβγῆκαν οἱ θεωρίες τους, στηριγμένες στά καραγκιοζιλίκια τῆς ἰδεοληψίας τους. Μέ τήν ἀνοχή ἤ καί ὑποστήριξι τοῦ ὑπουργείου Παιδείας ἐκπαιδευτικοί, στρατευμένοι στήν ἀθεΐα, ὑποχρέωσαν στόν πρόσφατο ἑορτασμό μικρά παιδιά νά ἀπαγγείλουν καί νά τραγουδήσουν ὑβριστικούς στίχους πέρα γιά πέρα διαστρεβλωτικούς γιά τήν ἐπανάστασι τοῦ 1821.
Παραθέτουμε ἕνα ἀπό τά τραγούδια, πού δάσκαλοι ἔβαλαν στό στόμα ἀθώων παιδιῶν τῆς Ἑλλάδος.
«Μιά φορά κι ἕνα καιρό
στόν κόσμο τοῦτο τό μικρό,
ζοῦσαν κάτι φουκαράδες, οἱ ραγιάδες
(κοτζαμπάσηδες, πασάδες καί σεβάσμιοι δεσποτάδες
κυβερνούσανε τή χώρα, καλή ὥρα).
Τή δεκάτη ὁ τσιφλικάς, δώστου κόψιμο ὁ πασάς, καί ὑπαγόρευε τό ράσο
«σφάξε με, ἀγά, ν᾽ ἁγιάσω».
Κι ἔτσι κι οἱ τρεῖς ἀπό κοινοῦ πίναν τό αἷμα τοῦ λαοῦ,
ἀφοῦ τότε φουκαράδες ἦσαν οἱ ραγιάδες».
• Ποιός θά πῆ σέ δασκάλους τέτοιας φρικτῆς διαστροφῆς τῆς ἱστορία, ὅτι ἡ σκλαβιά τῶν τετρακοσίων χρόνων ἀνέδειξε χιλιάδες νεομάρτυρες. Τό «Κτύπα γιά τήν πίστη» τοῦ νεαροῦ ἀθηναίου νεομάρτυρα Μιχαήλ Πακνανᾶ θ᾽ ἀντιλαλῆ καί στ᾽ αὐτιά τῶν ἀθέων, πού κτυποῦν μέ μανία τήν πίστι.
• Ποιός θά πῆ σέ ἀθέους ἐκπαιδευτικούς, πώς παιδεία δέν θά ὑπῆρχε στόν τόπο μας, ἄν δέν ἦταν ἕνας ρασοφόρος, ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός;
• Ποιός θά τούς πῆ, πώς ἡ Ἐκκλησία στά δύσκολα τοῦ Γένους χρόνια ἦταν ἡ στοργική μάνα πού ἐνίσχυε, ἡ ἁγία δασκάλα πού μόρφωνε, ἡ μεγάλη ἀντίστασις κατά τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καί τοῦ γενιτσαρισμοῦ;
• Δέν χρειάζεται, κύριοι προπαγανδιστές τοῦ σκοταδιοῦ, νά φέρουμε δικές μας μαρτυρίες. Οὔτε πρό παντός νά ρωτήσουμε ἐσᾶς νά μᾶς πῆτε γιά τήν προσφορά τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως στήν ἐπιβίωσι καί ἀπελευθέρωσι τῆς Ἑλλάδος.
Ρωτᾶμε τούς ἴδιους τούς πρωταγωνιστές, τούς ἥρωες τοῦ 1821. Καθένας μέ τόν τρόπο του διαλαλεῖ τό «Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία καί τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερία».
• Διαβάζουμε τά ἀπομνημονεύματα τῶν ἡρώων ἐκείνων καί βεβαιωνόμαστε, ὅτι τό ράσο δέν «ρουφοῦσε τό αἷμα τοῦ λαοῦ», ὅπως ἡ αἰσχρή φαντασία σας διατείνεται. Τό ράσο ἔδωσε τό αἷμα του γιά τήν ἐλευθερία τοῦ λαοῦ. Οἱ φυλακές τῆς Τριπολιτσᾶς ἦταν γεμᾶτες ἀπό δεσποτάδες καί παπάδες. Καί ὁ Βόσπορος φιλοξένησε τό σῶμα τοῦ κρεμασμένου Πατριάρχη.

• Μιά νέα ἐπανάστασις χρειάζεται. Ξεσηκωθῆτε, ὅπου γῆς Ἕλληνες, καί πνίξτε μέ τή φωνή σας τό φίδι τῆς ἱστορικῆς διαστροφῆς, πού πνίγει τήν Ἑλλάδα! Ἄς φανοῦμε ἀντάξιοι ἀπόγονοι ἑνός Κολοκοτρώνη, ἑνός Κανάρη, ἑνός Μακρυγιάννη, μιᾶς Μπουμπουλίνας, μιᾶς Μαντώ Μαυρογένους, ἀντάξιοι ἀπόγονοι ἡρώων καί ἁγίων.

Οι 4 πολύτιμες αρετές που αναφέρονται στην ευχή του Αγ. Εφραίμ του Σύρου

αναρτήθηκε στις 9 Μαρ 2017, 2:50 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Μαρ 2017, 2:50 π.μ. ]

Θα αναρωτιόταν κανείς γιατί από τα τόσα πάθη που έχουμε – μάλιστα ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, στη Φιλοκαλία, τα απαριθμεί με τον αριθμό 300 – ο Όσιος Εφραίμ επέλεξε μόνο αυτά τα 4; Ο λόγος είναι ότι αυτά τα 4 πάθη έχουν τόση δύναμη, ώστε εύκολα να νεκρώνουν την ψυχή χωρίς να το καταλαβαίνουμε.

Ο Όσιος Εφραίμ, εκτός από την ικεσία για την απαλλαγή των παθών, ικετεύει τον Κύριο να του χαρίσει 4 πολύτιμες αρετές. Αυτές οι αρετές είναι η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη.

metanoies

Η σωφροσύνη προϋποθέτει κατά κύριο λόγο την πίστη, την εμπιστοσύνη στο Θεό. Σωφροσύνη σημαίνει καθαρότητα, ακεραιότητα, να είναι κανείς σώος, ισορροπημένος πνευματικά. Η πρώτη αρετή είναι η καθαρότητα του σώματος και της ψυχής. Χριστιανός σημαίνει πεντακάθαρη κατάσταση.

Η δεύτερη αρετή είναι η ταπεινοφροσύνη. Πρώτος που μας δίδαξε αυτή την αρετή είναι ο ίδιος ο Κύριός μας. Ταπείνωση θα πει να μην έχεις καμία ιδιαίτερη υπόληψη για τον εαυτό σου, να μην έχεις την ψευδαίσθηση ότι κάποιος είσαι. Ο Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει πως ό,τι δεν γίνεται με ταπεινοφροσύνη και πνευματική γνώση, σε τίποτα δεν ωφελεί εκείνον που το πράττει.

Η επόμενη αρετή είναι η υπομονή. Διαβάζουμε στον Ευαγγελιστή Λουκά την φράση «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν» (Λουκ. 21,19). Αυτή η φράση σημαίνει να έχουμε υπομονή στη ζωή μας, στα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, στις θλίψεις και δοκιμασίες που επιτρέπει ο Κύριος. Με την υπομονή αποκτάται ο έλεγχος των ψυχών μας.

Η τελευταία αρετή που παρακαλεί ο Όσιος είναι η αγάπη. Αγάπη προς όλους, προς τον Θεό, τον πλησίον, προς όλο τον κόσμο. Στην αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει διάκριση. Αγάπη μεριζομένη δεν είναι αγάπη. Αν υπάρχει διάκριση τότε δεν μπορούμε να κοιτάξουμε το πρόσωπο του Θεού, διότι «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ» (Α΄Καθολ. Ιωάν. 4,16) εν τω Θεώ μένει. Ο Απόστολος Παύλος μεταξύ 3 αρετών, της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, τονίζει και εξαιρεί την αγάπη «μείζων δὲ τούτων ἡ άγάπη.» (Α΄Κορ.13,13)

Στη συνέχεια ο συγγραφεύς της ευχής ικετεύει παρακλητικά τον Κύριο και Θεό να του χαρίσει φώτιση και σύνεση, ώστε να κοιτάζει μόνο τα δικά του αμαρτήματα «δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα» και όχι να κρίνει τα αμαρτήματα του αδελφού του. Ο κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του πάθη και τις αδυναμίες και έχει χρέος να αγωνίζεται να τα εξαλείψει. Εάν ασχολούμεθα με τα αμαρτήματα των άλλων δεν μας απομένει χρόνος για να ασχοληθούμε με τα δικά μας. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει να μην κινείς την γλώσσα σου για να κατακρίνεις τον αδελφό σου, ούτε να τεντώνεις τ΄ αυτιά σου και να ακούς με ευχαρίστηση τις κατακρίσεις και καταλαλιές του άλλου (Κεφάλαια περί αγάπης).

Ο Άγιος Δωρόθεος λέει ότι τίποτα δεν είναι πιό βαρύ, τίποτα πιό επιζήμιο, από το να κατακρίνει κανείς ή να εξουδενώνει τον πλησίον. Αυτό παρακαλούμε τον Κύριο, να μας χαρίσει την αρετή και την αυτογνωσία ώστε να μην κρίνουμε τον αδελφό μας, αλλά να αποβλέπουμε στα δικά μας σφάλματα.

Συνοψίζοντας, εάν κατανοήσουμε τα λόγια της ευχής αυτής και προσπαθήσουμε να τα κάνουμε εφαρμογή στην καθημερινότητά μας, όχι μόνο την Μεγάλη Τεσσαρακοστή αλλά όλο τον χρόνο, τότε δικαίως και ειλικρινώς θα μπορούμε όλοι μαζί «Ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» να εκφωνήσουμε το «Ὄτι εὐλογητός εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Αμήν.

Ο ιερέας, οι μασκαράδες και η μετάνοια

αναρτήθηκε στις 27 Φεβ 2017, 1:13 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 27 Φεβ 2017, 1:14 π.μ. ]


«Πώς αγριεύουν έτσι οι ; Πώς μεμιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές καί στίς τάσεις τής φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης;

Πώς κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη; Θαρρείς καί δέν τήν κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα πού άλλος μέ κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν νά προλάβουν νά γλεντήσουν, νά μεθύσουν, νά άμαρτήσουν όσο γί­νεται περισσότερο.

Γιατί τις προάλλες ήταν Τσικνοπέμπτη καί γέμισε ή πόλη μασκαράδες. Απόψε κάθε λογικός άνθρωπος δέν ξεμυτίζει από τό σπίτι του».

Αυτά σκεφτότανε ό παπα-Θανάσης, καθώς έμπαινε ατό σπίτι του γυρνώντας από τό ναό.

– ’Α, παπαδιά μου, τό κακό παράγινε! Ο Θεός νά μας συγχωρέσει, είπε στή γυναίκα του, μόλις μπήκε μέσα. Εκείνη τόν κοίταξε μέ κατανόηση.

– Ο Θεός νά μας φυλάει, είπε καί άρχισε νά ετοιμάζει τό βραδινό φαγητό.

Στό σπίτι του παπα-Θανάση, περασμένα πιά τά μεσάνυχτα, επικρατεί ησυχία. Τά παιδιά καί ή παπαδιά είχαν ήδη κοιμηθεί κι ό παπα-Θανάσης ετοιμαζότανε καί κείνος νά πάει γιά ύπνο, όταν ακούστηκε τό κουδούνι τής πόρτας. Τινάχτηκε μέσα στόν ύπνο της η παπαδιά καί βρέθηκε δίπλα στόν παπα-Θανάση.

Μην ανοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τόν παρακάλεσε φοβισμένη.

– Γιατί φοβάσαι; τήν καθησύχασε εκείνος. Είναι η πρώτη φορά πού μάς κτυποϋν τέτοια ώρα τήν πόρτα; Αφού τό ξέρεις τό σπίτι του διανυκτερεύει κάθε βράδυ.

– Ναι, μά απόψε…

Της χαμογέλασε ό παπα-Θανάσης καί άνοιξε τήν πόρτα.

– Πάτερ μου, μέ συγχωρείτε πού ήρθα τέ­τοια ώρα, όμως ή μάνα μου πεθαίνει καί ζητά νά έξομολογηθεί καί νά κοινωνήσει.

‘Ο άνθρωπος πού στεκόταν μπροστά του, παρό­λο πού ήταν άντρας, έτρεμε ολόκληρος κι άφηνε τά δάκρυά του δίχως ντροπή νά τρέχουν.

– Πήγαινε εσύ κοντά της, παιδί μου, καί γώ πάω ώς τήν εκκλησία νά πάρω τή θεία Κοινωνία καί έρχομαι αμέσως.

’Έφυγε ό άντρας αφήνοντας στόν παπα-Θανάση τή διεύθυνσή του.

– Που θά πας, πάτερ μου, μόνος σου τέτοια ώρα, μιά τέτοια νύχτα; Δέ φοβάσαι; Γιατί δέν τόν κρατούσες νά πάτε συντροφιά;»

Ή παπαδιά μιλούσε καί κείνος τήν κοίταζε αυστηρά.

– Μόνος είπες, παπαδιά, μόνος; Κι ό Κύριος πού θά κουβαλάω στά χέρια μου;’Ά, παπαδιά μου, κάτι σ’ έχει πιάσει απόψε καί δέ μιλάς γνωστικά.

Ντύθηκε ό παπα-Θανάσης καί βγήκε στό δρό­μο. Ξέχασε πώς ήταν νύχτα Τσικνοπέμπτης. Δέν τόν άπασχολούσαν καθόλου οί μασκαράδες πού έβλεπε γύρω του. Ένα μόνο τόν απασχολούσε, νά προλάβει νά δώσει τό «φάρμακο τής αθανασίας» στην ετοιμοθάνατη.

Πήρε με δέος στά χέρια του τό Σώμα καί τό Αίμα του Χρίστου καί ξαναβγήκε στό δρόμο. Δέν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μόνο έτρεχε νά προλάβει. Σέ μιά στροφή του δρόμου ακούσε γέλια καί φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά: «Τήν ευχή σου Δέσποτα!», μά δέν γύρισε νά κοιτάξει. Καί τότε, δέν κατάλαβε πως, βρέθηκε κυκλωμένος από μιά παρέα μασκαράδων, πού προσπαθούσαν νά τόν σταματήσουν.

– Συνάδελφε, που πάμε;

Ένας νεαρός μασκαρεμένος σέ παπά, μέ χνώτο πού μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατώντας στό χέρι ένα σταυρό. Τα’ χασε ό παπα-Θανάσης καί πριν προλάβει νά πει τίποτα, δέχτηκε τήν επίθεση όλου του τσούρμου. Άλλος τόν τραβούσε άπό τά ράσα κι άλλος του έβγαζε τό καλυμμαύχι.

‘Ο παπα-Θανάσης έσφιξε στό στήθος του τ’ άχραντα Μυστήρια καί προσπάθησε νά τούς μι­λήσει, μά κανένας δέν άκουγε. Κάποιος τότε του τράβηξε τή γενειάδα καί -σάν νά τόν κτύπησε ηλεκτρικό ρεϋμα- άρχισε νά φωνάζει;

– Είναι αληθινός, ρέ, είναι αληθινός!

Ή παρέα κοκκάλωσε στή θέση της κι ό παπα- Θανάσης, μέ τό πρόσωπο μουσκεμένο από τόν ιδρώτα της αγωνίας καί τά δάκρυα του, τούς κοίτα­ξε χωρίς νά μιλα.

– Συγγνώμη, πάτερ! είπε εκείνος που του τρά­βηξε τή γενειάδα. Νομίζαμε πώς ήσασταν ψεύτικος σάν κι αύτόν καί…

– Σας είδαμε καί τέτοια ώρα έξω καί ήμασταν σίγουροι πώς ήσασταν μασκαρεμένος. Συγχωρέστε μας! είπε ένας άλλος.

– Πάω νά κοινωνήσω μιά ετοιμοθάνατη, παιδιά μου.’Ο θάνατος δέν έχει ώρες κατάλ­ληλες καί ακατάλληλες κι εγώ τρέχω νά τόν προλάβω. Καί σύ, παιδί μου, βγάλε τά ράσα τά τιμημένα. Μην αμαρτάνεις άλλο ρεζιλεύοντάς τα. Είναι πολύ ιερό τό ράσο, γιά νά μασκαρεύεσαι μ’ αυτό. Τραβάτε στά σπίτια σας, παιδιά μου, κι ό Θεός νά σας συγχωρέσει.

Άνοιξε τό βήμα του ό παπα-Θανάσης, γιά νά κερδίσει τό χαμένο χρόνο. Ήταν πικραμένος ώς τά κατάβαθά του. Τόσο πολύ, λοιπόν, χάλασαν σι άνθρωποι, ώστε μασκαρεύονται καί Ιερείς;

– Πάτερ, Πάτερ!

Ή φωνή πού έφτασε στά αυτιά του ήταν γεμά­τη αγωνία. Σταμάτησε καί περίμενε. Ένας νεαρός κατακόκκινος από τήν τρεχάλα καί τήν ντροπή έφτασε κοντά του λαχανιασμένος.

– Πάτερ! Είμαι κείνος πού ντύθηκε παπάς. Τό έκανα εντελώς απερίσκεπτα, πάτερ και… καί θέλω νά ’ρθω μαζί σας στό σπίτι της έτοιμοθάνατης. Δέν… δέν θέλω νά σας πάρουν κι άλλοι γιά ψεύτικο…

Ό παπα-Θανάσης του έκανε νόημα νά τόν ακολουθήσει. Στά χέρια του ό νεαρός κρατούσε τό σταυρό πού είχε μαζί του. Μπήκαν στό σπίτι τής ετοιμοθάνατης σιωπηλοί.

– Χαίρομαι, πάτερ, πού βρήκατε καί παπαδάκι καί δέν ήρθατε μόνος, είπε ό αντρας πού τόν είχε καλέσει.

Ό νεαρός ξανακοκκίνησε καί κοίταξε μέ αγωνία τόν παπα-Θανάση.

Ναι, ό Θεός μου τόν έστειλε, είπε εκείνος καί τά λόγια του καρφώθηκαν στήν καρδιά του νεαρού.

– Πάτερ, δέν θά σας εγκαταλείψω ποτέ, έλεγε ό νεαρός λίγη ώρα αργότερα, όταν ό παπα-Θανάσης κλείδωνε τό ναό, αφήνοντας ξανά μεσα τό Σώμα καί τό Αίμα του Χριστού, θά γίνω ό βοη­θός σας, τό παπαδάκι σας.’Ίσως έτσι μέ συγχω­ρήσει ό θεός γιά τήν ιεροσυλία πού έκανα.

-’Αμποτε, παιδί μου, νά τό φορέσεις τό ράσο κι αληθινά, είπε ό παπα-Θανάσης καί τόν ευλόγησε με τά δυό του χέρια, εκείνα πού πριν από λίγο κρατούσαν τόν Ίδιο τόν Κύριο. Καί παράξενο ό παπα-Θανάσης είχε τή σιγουριά πώς αύτό θά γινό­ταν κάποια μέρα! Καί ακόμα πιό παράξενο τήν ίδια σιγουριά ένιωθε μέσα του κι ό νεαρός…

1-10 of 1143