Επικαιρότητα


Οι θρύλοι και οι προφητείες για την Αγιά Σοφιά που ανησυχούν τους Τούρκους «Θα έρθει σαν αστραπή…»! ! (Βιντεο)

αναρτήθηκε στις από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε ]




ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ: 29 ΜΑΪΟΥ 1453: ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ!

Το τέλος της Τουρκίας θα ξεκινήσει από την ημέρα που θα μετατρέψουν την Αγιά Σοφιά σε τζαμί. 

Εγώ δεν θα το δω αλλά εσείς οι νέοι θα τα δείτε όλα..
"Άγιος  Παΐσιος ο Αγιορείτης  "
ΑΜΉΝ !!!


Βίντεο YouTube




Άββας Κασσιανός: Γιατί οι αμαρτώλοι είναι πετυχημένοι στην ζωή;

αναρτήθηκε στις 7 Ιουλ 2020, 3:14 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 7 Ιουλ 2020, 3:14 π.μ. ]


Ο ταξιδεύει στην έρημο της Αιγύπτου και συνομιλεί με τους πατέρες της ερήμου. Ρωτά τον Αββά Σερηνό.

Είναι πιο αξιολύπητοι οι αμαρτωλοί που δεν αξιώνονται να υποβληθούν σε τέτοιες πρόσκαιρες δοκιμασίες.

Εκείνοι όμως που είναι πραγματικά ταλαίπωροι και αξιολύπητοι είναι αυτοί που, ενώ είναι στιγματισμένοι από κάθε είδους αμαρτία, όχι μόνο δεν αφήνουν να φανεί κανένα σημάδι που θα αποκάλυπτε την κατοχή τους από τον διάβολο, αλλά και δεν υποφέρουν από καμιά δοκιμασία άξια των πράξεών τους.

Αυτό συμβαίνει γιατί εκείνοι είναι ανάξιοι για να δεχθούν αυτό το ταχύτατο και αποτελεσματικό φάρμακο, που προσφέρεται σ’ αυτή τη ζωή. Αυτοί, ανάλογα με «τη σκληρότητα και την αμετανοησία της καρδιάς τους», οι οποίες δεν καθαρίζονται με τις τιμωρίες της παρούσας ζωής, «μαζεύουν κατά του εαυτού τους θησαυρούς οργής, που θα εξαπολυθούν εναντίον τους κατά την ημέρα εκείνη, κατά την οποία θα ξεσπάσει η Θεία οργή και θα αποκαλυφθεί η δίκαιη κρίση του Θεού» (Ρωμ. 2, 5). Ημέρα κατά την οποία, «το σκουλήκι που θα τους κατατρώει δεν θα έχει τέλος και η φωτιά που θα τους κατακαίει δεν θα σβήσει ποτέ» (Ησ. 66, 24).

Αλλά και ο Προφήτης που προβληματίσθηκε από το γεγονός ότι οι Άγιοι δοκιμάζονται από συμφορές και θλίψεις, ενώ οι αμαρτωλοί, αντίθετα, βαδίζουν μέχρι το τέλος της ζωής τους χωρίς να δοκιμάσουν το μαστίγιο της ταπείνωσης -και μάλιστα πολλές φορές ζουν μέσα στην αφθονία όλων των αγαθών και απολαμβάνουν τιμές και δόξες- κραυγάζει με έντονο τρόπο, χωρίς να μπορεί πλέον να συγκρατήσει την απορία του:

«Σε μένα όμως παραλίγο να σαλευθούν τα πόδια μου, παραλίγο τα βήματα της ζωής μου να φύγουν από το δρόμο τού Κυρίου. Γιατί καταλήφθηκα από ζήλεια κατά των παρανόμων, επειδή έβλεπα την ευημερία των αμαρτωλών ανθρώπων.

Γιατί έβλεπα ότι δεν υπάρχει μεγάλη αγωνία και πολλή κακοπάθεια κατά το θάνατό τους και ότι δεν κρατάει πολύ η θλίψη που τυχόν τους μαστίζει κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Αυτοί δεν κοπιάζουν, όπως οι άλλοι άνθρωποι, και δεν ταλαιπωρούνται ούτε υποφέρουν όπως οι άλλοι» (Ψαλμ. 72, 2-5). Γι’ αυτό και αυτοί οι άνθρωποι θα τιμωρηθούν στην αιωνιότητα μαζί με τους δαίμονες. Γιατί αυτοί αποδείχθηκαν ανάξιοι να λάβουν από αυτή τη ζωή το μερίδιο και τη μεταχείριση των υιών του Θεού, αφού δεν χτυπήθηκαν από καμιά θλίψη, όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Κι ο προφήτης Ιερεμίας, επίσης, ρωτάει με απορία τον Θεό σχετικά με το θέμα της καλοτυχίας των ασεβών και ταυτόχρονα ο ίδιος ομολογεί ότι δεν αμφιβάλλει καθόλου για τη δικαιοσύνη Του: «Κύριε,» λέει, «εσύ είσαι δίκαιος, πώς μπορώ να διαμαρτυρηθώ εναντίον σου;» (Ιερ. 12, 1). Δεν κρατιέται ωστόσο να μην αναζητήσει την αιτία μιας τέτοιας ανισότητας και προσθέτει:

«Όμως θα σου θέσω μερικά ερωτήματα: Γιατί οι ασεβείς στη ζωή τους είναι επιτυχημένοι; Γιατί ευτυχούν όλοι εκείνοι που παραβαίνουν συνεχώς τον νόμο σου; Τους φύτεψες κι αυτοί έριξαν βαθιές ρίζες. Γέννησαν παιδιά και απέκτησαν απογόνους.

Είσαι κοντά στο στόμα τους και εκπληρώνεις το αίτημά τους, είσαι όμως μακριά από τις επιθυμίες της καρδιάς τους» (Ιερ. 12, 1-2).

Ο Κύριος όμως, με τα λόγια τού ίδιου Προφήτη, θρηνεί για την καταστροφή των αμαρτωλών. Φροντίζει γι’ αυτούς και τους στέλνει παιδαγωγούς, γιατρούς και δασκάλους. Τους προκαλεί, κατά κάποιο τρόπο, να θρηνήσουν μαζί Του και τους λέει: «Η Βαβυλώνα έπεσε ξαφνικά και συντρίφθηκε.

Θρηνήστε την βάλτε ρητίνη σαν βάλσαμο θεραπευτικό στην πληγή της, μήπως και θεραπευθεί» (Ιερ. 28, 8). Και να, ποια είναι η απελπισμένη απάντηση των Αγγέλων, στους οποίους δόθηκε η εκτέλεση του έργου της σωτηρίας των ανθρώπων ή μάλλον η απάντηση του Προφήτη, που στάλθηκε ως μηνυτής του Θεού, αλλά και αυτή των πνευματικών ανθρώπων και διδασκάλων, οι οποίοι βλέπουν τη σκλήρυνση και την αμετανόητη καρδιά αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων:

«Προσπαθήσαμε» λένε, «να δώσουμε φάρμακα στη Βαβυλώνα, αλλά δεν θεραπεύθηκε. Ας την εγκαταλείψουμε λοιπόν και ο καθένας ας επιστρέψει στη χώρα του, γιατί οι αμαρτίες της πλήθυναν τόσο πολύ, που έφθασαν μέχρι τον ουρανό, έφθασαν μέχρι τα άστρα» (Ιερ. 28, 9).

Ο Κύριος επίσης το ίδιο εννοεί, όταν απευθύνεται, με το στόμα του Προφήτη Ησαΐα, προς την Ιερουσαλήμ και της λέει:

«Από τα πόδια μέχρι το κεφάλι δεν υπάρχει υγιές μέρος. Δεν υπάρχει σε ένα μέρος πληγή ανοιχτή και σε άλλο μώλωπας ή σε άλλο πληγή με φλεγμονή. Αλλά όλο το σώμα είναι μια ολόκληρη πληγή. Δεν είναι δυνατόν να βάλει κανείς πάνω σ’ αυτό ούτε κατάπλασμα, ούτε λάδι, ούτε επιδέσμους» (Ησ. 1, 6).

(Ἀπό τό βιβλίο, «Ὁ Ἀββᾶς Κασσιανός, Συνομιλίες μέ τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου» τ. α΄, Ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα)

ΧΑΡΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ-ΒΙΝΤΕΟ

αναρτήθηκε στις 21 Ιουν 2020, 11:56 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Ιουν 2020, 12:08 μ.μ. ]


ΧΑΡΑ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ-ΒΙΝΤΕΟ - Κατοχικά ΝεαΤέτοιες δασκάλες και δασκάλους θέλουμε εύγε της μπράβο ...

Δασκάλα Χαρά Νικοπούλου:« Αρνιέμαι στους Τούρκους να δηλώσω υποταγή,αρνιέμαι σε οποιοδήποτε να δώσω απ΄τη δική μου γη μια σπιθαμή»

ΑΞΙΑ....ΜΑΣ ΚΑΝΕΙΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΥΣ.......







Τιμή και δόξα στους προγόνους μας !!

αναρτήθηκε στις 10 Ιουν 2020, 3:02 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 10 Ιουν 2020, 3:03 π.μ. ]

 
Κάτω τα χέρια από την Ελληνική Σημαία - Home | Facebook
Επειδή εδώ και αρκετό καιρό γίνεται μεγάλη και μεθοδευμένη προσπάθεια για την παραχάραξη της ιστορίας μας και χάλκευση της συνέχειας της φυλής μας μέσα από τους αιώνες.                                Και επειδή οι εθνομηδενιστές και οι προοδευτικοί (προδοτικοί ) κάνουν απόπειρα αποδόμησης της ορθόδοξης πίστης, της ιστορικής μας μνήμης ,και της γλώσσας μας , οφείλουμε όλοι οι Έλληνες μαζί ενωμένοι να φυλάξουμε την πίστη και την Ιστορία μας , την γλώσσα και την πατρίδα μας , τα ήθη και έθη μας ,τους ήρωες της Πατρίδα μας και τα ιερά και όσια τις φυλής μας .

Ελλάδα Όμορφη Ελλάδα μου σε αγαπώ !

αναρτήθηκε στις 5 Ιουν 2020, 2:14 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 7 Ιουν 2020, 2:40 π.μ. ]

Γιατί η Ελλάδα θα βγει πάλι τελευταία από την κρίση | in.gr


Πετώντας πάνω από την Ελλάδα (βίντεο)


Βίντεο YouTube


Ο Μ. Κωνσταντίνος συγκινημένος από τα ιερά τραύματα των Αγίων 318 Πατέρων, άφησε τον θρόνο και κάθισε σε χαμηλό θρονί ως έσχατος.

αναρτήθηκε στις 5 Ιουν 2020, 2:14 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Ιουν 2020, 2:28 π.μ. ]


Το 325 μ.Χ στη Νίκαια της Βιθυνίας, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α’ συγκάλεσε την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας ή Α’ Οικουμενική Σύνοδο με σκοπό την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο Θεοδώρητος Κύρου, συγγραφέας του Ε΄ αιώνος, μας παρέχει μια σημαντική λεπτομέρεια για τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην Σύνοδο. Μπαίνοντας στην αίθουσα της Συνόδου ο Μ. Κωνσταντίνος, άρχισε να χαιρετάει μειδιών τους Πατέρες.

Όμως το μειδίαμά του πολύ γρήγορα χάθηκε από το πρόσωπό του. Έβλεπε μπροστά του ένα παράξενο θέαμα. Οι περισσότεροι Πατέρες, που ήρθαν στην Σύνοδο ήταν λωβοί και ακρωτηριασμένοι. Άλλου του έλειπαν τα αυτιά, άλλου τα μάτια και άλλου η μύτη του. Άλλος, τον χαιρέτησε με το αριστερό χέρι, γιατί το δεξί δεν υπήρχε πλέον. Και πολλοί δεν μπορούσαν να σηκωθούν από τις θέσεις τους, αφού τα πόδια τους ήταν παράλυτα.

Ξαφνιάστηκε ο αυτοκράτορας και ρώτησε με κατάπληξη. «Γιατί όλοι σχεδόν οι Επίσκοποι που ήρθαν στην Σύνοδο είναι ακρωτηριασμένοι;»

Ένας αρχιερέας του απάντησε: «Διότι, βασιλιά, έρχονται από τα Μαρτύρια. Όλοι αυτοί που βλέπεις είναι Μάρτυρες και Ομολογητές».

Συγκινήθηκε ο Μ. Κωνσταντίνος και δάκρυσε. Σηκώθηκε και πλησίασε τους λαβωμένους Επισκόπους. Γονάτισε και φίλησε τα παράλυτα πόδια τους, τις άδειες κόγχες των ματιών τους και τα χέρια τους τα ακρωτηριασμένα και κάθισε ως έσχατος σε χαμηλό θρονί, παρακολουθώντας τις εργασίες της Συνόδου. Αυτό προξένησε εντύπωση και όταν τον ρώτησαν σχετικά τους απάντησε:

«Αυτοί οι Επίσκοποι και οι άλλοι κληρικοί είναι οι εκπρόσωποι των πιστών στο Θεό και φροντίζουν για την Εκκλησία Του. Καθοδηγούν τις ψυχές των ανθρώπων στον Ουρανό και στο Θεό. Ενώ εγώ είμαι επιφορτισμένος από τον Θεό, για να ρυθμίζω μόνο τις πρακτικές και γήινες ανάγκες του λαού Του. Αυτοί λοιπόν πρέπει να κάθονται στα ψηλά καθίσματα και εγώ στο μικρότερο, διότι μικρότερο είναι και το έργο μου».

Ο Μ. Κωνσταντίνος συγκινημένος από τα ιερά τραύματα των Αγίων 318 Πατέρων, 
άφησε τον θρόνο και κάθισε σε χαμηλό θρονί ως έσχατος.
Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.


Όλοι τους έλαμπαν από ένα εσωτερικό φως που προερχόταν από τον Θεό, 
ένα φως όπου διακρινόταν καθαρά η αλήθεια.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη, μίας πολύ μικρής ομάδας μαθητών και φίλων Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτώ γλυκείς, ευώδεις και αμάραντους καρπούς. Μια μικρή, αλλά εκλεκτή ομάδα. 

Αυτοί είναι οι τριακόσιοι δεκαοκτώ άγιοι πατέρες της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στη Νίκαια το 325 μ. Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μεγάλου, για την υπεράσπιση, αποσαφήνιση και βεβαίωση της Ορθόδοξης Πίστης.

Την εποχή εκείνη στην Εκκλησία είχαν εμφανιστεί «λύκοι βαρείς» (Πραξ. κ’ 29), που φορούσαν ρούχα όμοια με των ποιμένων. Αυτοί είχαν έκλυτη ζωή και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να βρουν μέσα τους τόπο για την αλήθεια του Χριστού. Έτσι έπεσαν κι οι ίδιοι, αλλά παρέσυραν και τους πιστούς σε πλάνες. Η διδασκαλία τους ήταν διαβρωτική, όπως κι η ζωή τους. 

Το Άγιο Πνεύμα λοιπόν σύναξε τους αγίους αυτούς του Θεού σε μια Σύνοδο, ώστε να φανούν οι αληθινοί διδάσκαλοι του Χριστού, σε αντίθεση με τους πλανεμένους• να φανεί η δύναμη εκείνων που αγωνίζονται για τον Χριστό εναντίον εκείνων που τον πολεμούν και να διακριθεί ο γλυκύς καρπός του καλού Δέντρου, που είναι ο Χριστός, σε αντίθεση με τους σάπιους και πικρούς καρπούς του δέντρου του πονηρού.

Οι άγιοι πατέρες έλαμψαν στη Νίκαια, όπως τα άστρα στον ουρανό, που παίρνουν το φως τους από τον ήλιο. Έτσι και εκείνοι φωτίστηκαν από τον Κύριο Ιησού Χριστό κι από το Άγιο Πνεύμα. Ήταν Χριστοφόροι άνθρωποι, ο Χριστός ζούσε κι έλαμπε μέσα από τον καθένα τους. 

Ήταν ουρανοπολίτες μάλλον, παρά πολίτες της γης, αγγελόμορφοι, έμοιαζαν περισσότερο με αγγέλους, παρά με ανθρώπους. Ήταν πραγματικά «ναός Θεού ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός ότι ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω» (Β’ Κορ. στ’ 16).

Πιστεύω πως είναι αρκετό ν’ αναφερθώ σε τρεις μόνο απ’αυτούς• εκείνους που σου είναι οι πιο γνωστοί, για να ‘χεις μια ιδέα πως ήταν κι οι υπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι αναφέρομαι στον άγιο πατέρα Νικόλαο, στον άγιο Σπυρίδωνα και στον άγιο Αθανάσιο τον Μέγα. 

Πολλοί από τους άγιους πατέρες έφτασαν στη Σύνοδο φέροντας στο σώμα τους τραύματα που είχαν δεχτεί για χάρη του Χριστού.

Ο άγιος Παφνούτιος, για παράδειγμα, είχε χάσει το ένα του μάτι όταν τον βασάνιζαν. Όλοι τους έλαμπαν από ένα εσωτερικό φως που προερχόταν από τον Θεό, ένα φως όπου διακρινόταν καθαρά η αλήθεια. Ως ακόλουθοι του Εσταυρωμένου δεν λογάριαζαν τα βασανιστήρια. Η αφοβία τους στην υπεράσπιση της αλήθειας ήταν μέγιστη, απεριόριστη. 

Με τη θεόσδοτη γνώση της αλήθειας που κατείχαν και την τόλμη τους στην υπεράσπισή της, οι άγιοι αυτοί πατέρες αναίρεσαν και συνέτριψαν την αίρεση του Αρείου και καθιέρωσαν το Σύμβολο της Πίστεως, που κρατούμε ως σήμερα και ομολογούμε ως τη μόνη σωστική αλήθεια του Θεού.

Tο σημερινό ευαγγέλιο δεν μας μιλάει για τη Σύνοδο αυτή, αλλά για την τελευταία προσευχή του Κυρίου Ιησού στον Ουράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε το ευαγγέλιο αυτό στη σημερινή γιορτή; Επειδή δείχνει την επιρροή του στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο. 

Με τη δύναμη της προσευχής αυτής, ο Θεός ενίσχυσε τους αγίους πατέρες της Συνόδου και τους έκανε ατρόμητους υπερασπιστές της αλήθειας, νικητές στις αμφισβητήσεις και την κακία ανθρώπων και δαιμόνων. 

Να, πως αρχίζει η προσευχή αυτή:

«Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς, και επήρε τους οφθαλμούς Αυτού εις τον ουρανόν και είπε· Πάτερ, ελήλυθεν η ώρα· δόξασόν Σου τον Υιόν, ίνα και ο Υιός Σου δοξάση Σε» (Ιωάν. ιζ’ 1). Όλα όσα δίδαξε ο Κύριος στους ανθρώπους, τα είχε εφαρμόσει ο ίδιος. Είχε διδάξει τους ανθρώπους πως να προσεύχονται: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…» (Ματθ. στ’ 9)….

Υπάρχουν γονείς που ζητούν μεγαλύτερη δόξα, απ’ αυτήν που τους δίνουν τα παιδιά τους; Η μεγαλύτερη χαρά του Κυρίου είναι να δοξάζεται από τα παιδιά Του, τους πιστούς Του.

«Και ουκέτι ειμί εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κόσμω εισί, και εγώ προς σε έρχομαι. πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» (Ιωάν. ιζ’ 11). Γιατί λέει ο Κύριος πως δεν είναι πια στον κόσμο; Επειδή τελείωσε το έργο Του και τώρα πια περιμένει να υποστεί το έσχατο και μέγιστο πάθος, να σφραγίσει το τελειωμένο έργο με το αθώο αίμα Του.

Προσέξτε με πόση αγάπη προσεύχεται για τους μαθητές Του! Καμιά μητέρα δεν θα προσευχόταν με τόση στοργή για τα παιδιά της. Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς. 

Τους αφήνει ως πρόβατα ανάμεσα σε λύκους. Αν δεν τους προστάτευε κάποιο μάτι από τον ουρανό, θα τους είχαν κατασπαράξει όλους οι λύκοι. Τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου, ως γονιός, ως Πατέρας. 

Γίνου δικός τους Πατέρας, όπως είσαι και δικός Μου. Με την πατρική Σου αγάπη στήριξέ τους και προστάτεψέ τους από τους κακούς λύκους, οδήγησέ τους, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς. Στην τέλεια αυτή ενότητα δεν θα δεις μόνο την πανίσχυρη δύναμη των πιστών, μα και τη δόξα του Θεού. 

Όπως ο Πατέρας κι ο Υιός έχουν την ίδια ουσία και διαφέρουν μόνο στα πρόσωπα, ας γίνει το ίδιο και στους πιστούς: πολλά και διάφορα τα πρόσωπα, αλλά ουσιαστικά ένας στην αγάπη, το θέλημα και το νου….

Όλοι τους έλαμπαν από ένα εσωτερικό φως που προερχόταν από τον Θεό, 
ένα φως όπου διακρινόταν καθαρά η αλήθεια.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Απολυτίκιον των Πατέρων Ήχος πλ. δ”

Υπερδεδοξασμένος εί, Χριστέ ο Θεός ημών, ο φωστήρας επί γης τούς Πατέρας ημών θεμελιώσας, και δι' αυτών προς την αληθινήν πίστιν, πάντας ημάς οδηγήσας, πολυεύσπλαγχνε, δόξα σοι.

Κοντάκιον, Ήχος πλ. δ”

Αποστόλων το κήρυγμα, και των Πατέρων τα δόγματα, τη Εκκλησία μίαν την πίστιν εκράτυνεν, ή και χιτώνα φορούσα της αληθείας, τον υφαντόν εκ της άνω θεολογίας, ορθοτομεί και δοξάζει, της ευσεβείας το μέγα μυστήριον.

Δόξα των αίνων του όρθρου… Ήχος πλ. δ”

Των αγίων Πατέρων ο χορός, εκ των της οικουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός, και Υιού, και Πνεύματος αγίου, μίαν ουσίαν εδογμάτισε και φύσιν, και το μυστήριον της θεολογίας, τρανώς παρέδωκε τη Εκκλησία, ους ευφημούντες εν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες. Ω θεία παρεμβολή, θεηγόροι οπλίται, παρατάξεως Κυρίου, αστέρες πολύφωτοι, τού νοητού στερεώματος, της μυστικής Σιών οι ακαθαίρετοι πύργοι, τα μυρίπνοα άνθη τού Παραδείσου, τα πάγχρυσα στόματα τού Λόγου, Νικαίας το καύχημα, οικουμένης αγλάϊσμα, εκτενώς πρεσβεύσατε, υπέρ των ψυχών ημών.

Ταις των αγίων τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων πρεσβείαις, 
Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν...





Γεσθημανή

αναρτήθηκε στις 5 Ιουν 2020, 2:12 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Ιουν 2020, 2:32 π.μ. ]

Η αθωότητα των παιδιών διδάσκει την αγάπη του Χριστού και μας προάγουν στην βασιλεία των ουρανών.


Προσευχή εις την Γεσθημανή - Ναζαρινής... - OramaWorld.Com


Βίντεο YouTube


Γιατί γονατίζουμε τρείς φορές στον εσπερινό της Πεντηκοστής (Αγίου Πνεύματος);

αναρτήθηκε στις 5 Ιουν 2020, 1:29 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Ιουν 2020, 2:25 π.μ. ]



Οι ευχές του Εσπερινού της Γονυκλισίας την Κυριακή της Πεντηκοστής ...
«Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…»
Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού.

του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά.

Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».

Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο:

«Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας:

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη.

Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται«ορθοστάδην».

Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία.

Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα,

«δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.

Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο.

Σημαίνει απλούστατα:

«Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος.

Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει) τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».

Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι:

«Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες.

Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται…

Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή…

Όπου βρίσκεται!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».

Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρατου Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!».

Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε.

Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».

(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας). Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε!

Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου!

Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».

Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!»

«Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!»

«Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»( που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε.

Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας.

Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα πορευτώ».

«Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου.

Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας.

Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει:

«Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω:

Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας:

«Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε.

Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».

Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα!

Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες.

Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…

«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30).

Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:

Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας.

Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας.

Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως».

Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε:

«Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!

Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον:

«Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο.

Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!

Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο:

«Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει:

«Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας το τέλος της ζωής μας καλό και ειρηνικό».

Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων.

Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους.

Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας!

Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας!

Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία!

Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»

Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας;

Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό;

Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:

«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει:

«Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ


Γιατί γονατίζουμε τρείς φορές στον εσπερινό της Πεντηκοστής (Αγίου Πνεύματος);

αναρτήθηκε στις 4 Ιουν 2020, 1:27 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 4 Ιουν 2020, 1:27 π.μ. ]


Οι ευχές του Εσπερινού της Γονυκλισίας την Κυριακή της Πεντηκοστής ...
«Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…»
Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού.

του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά.

Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».

Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο:

«Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας:

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη.

Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται«ορθοστάδην».

Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία.

Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα,

«δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.

Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο.

Σημαίνει απλούστατα:

«Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος.

Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει) τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».

Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι:

«Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες.

Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται…

Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή…

Όπου βρίσκεται!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».

Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρατου Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!».

Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε.

Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».

(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας). Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε!

Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου!

Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».

Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!»

«Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!»

«Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»( που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε.

Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας.

Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα πορευτώ».

«Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου.

Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας.

Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει:

«Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω:

Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας:

«Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε.

Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».

Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα!

Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες.

Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…

«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30).

Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:

Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας.

Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας.

Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως».

Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε:

«Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!

Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον:

«Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο.

Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!

Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο:

«Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει:

«Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας το τέλος της ζωής μας καλό και ειρηνικό».

Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων.

Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους.

Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας!

Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας!

Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία!

Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»

Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας;

Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό;

Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:

«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει:

«Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ


Α` Οικουμενική Σύνοδος Νικαίας 325 μ.Χ.:Τα θαύματα των Αγίων Αχιλλείου - Σπυρίδωνος - Το ράπισμα του Αγίου Νικολάου στον Άρειο...

αναρτήθηκε στις 31 Μαΐ 2020, 10:58 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 31 Μαΐ 2020, 10:58 μ.μ. ]

Το 325 μ.Χ στη Νίκαια της Βιθυνίας ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α’ συγκάλεσε την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας ή Α’ Οικουμενική Σύνοδο με σκοπό την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Η σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου, συνέταξε το Σύμβολο της Νίκαιας που καθιέρωσε τον όρο ομοούσιος και όρισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Με τη Σύνοδο αυτή η Εκκλησία εντάχθηκε στις επίσημες δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο συνοδικός θεσμός έγινε θεμελιώδους σημασίας για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι εξελίξεις αυτές είχαν μακροχρόνιες επιρροές θεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα στην Ανατολή κατά τη διάρκεια όλου του Μεσαίωνα. Επίσης, αποτέλεσε το πρότυπο για τις μελλοντικές Οικουμενικές Συνόδους.

Η έκπληξη του Αγίου Κωνσταντίνου.

Ο Θεοδώρητος Κύρου,συγγραφέας του Ε΄αιώνος,μας παρέχει μια σημαντική λεπτομέρεια για τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην Σύνοδο.Μπαίνοντας στην αίθουσα της Συνόδου  ο Μ.Κωνσταντίνος,άρχισε να χαιρετάει μειδιών τους Πατέρες.Όμως το μειδίαμά του πολύ γρήγορα χάθηκε από το πρόσωπό του.Έβλεπε μπροστά του ένα παράξενο θέαμα.Οι περισσότεροι Πατέρες, που ήρθαν στην Σύνοδο ήταν λωβοί και ακρωτηριασμένοι.Άλλου του έλειπαν τα αυτιά,άλλου τα μάτια και άλλου η μύτη του.Άλλος,τον χαιρέτησε με το αριστερό χέρι,γιατί το δεξί δεν υπήρχε πλέον.Και πολλοί δεν μπορούσαν να σηκωθούν από τις θέσεις τους,αφού τα πόδια τους ήταν παράλυτα.

Ξαφνιάστηκε ο αυτοκράτορας και ρώτησε με κατάπληξη. «Γιατί όλοι σχεδόν οι Επίσκοποι που ήρθαν στην Σύνοδο είναι λωβημένοι;¨»

Ένας αρχιερέας του απάντησε:«Διότι ,βασιλιά,έρχονται από τα Μαρτύρια.Όλοι αυτοί που βλέπεις είναι Μάρτυρες και Ομολογητές».

Συγκινήθηκε ο Μ.Κωνσταντίνος και δάκρυσε.Σηκώθηκε και πλησίασε τους λαβωμένους Επισκόπους.Γονάτισε και φίλησε τα παράλυτα πόδια τους,τις άδειες κόγχες των ματιών τους και τα χέρια τους τα ακρωτηριασμένα και κάθησε ως έσχατος σε χαμηλό θρονί παρακολουθώντας τις εργασίες της Συνόδου.Αυτό προξένησε εντύπωση και όταν τον ρώτησαν σχετικά τους απάντησε:

«Αυτοί οι Επίσκοποι και οι άλλοι κληρικοί είναι οι εκπρόσωποι του Θεού στη γή και φροντίζουν για την Εκκλησία Του.Καθοδηγούν τις ψυχές των ανθρώπων στον Ουρανό και στο Θεό.Ενώ εγώ είμαι επιφορτισμένος από τον Θεό για να ρυθμίζω μόνο τις πρακτικές και γήϊνες ανάγκες του λαού Του.Αυτοί λοιπόν πρέπει να κάθονται στα ψηλά καθίσματα και εγώ στο μικρότερο,διότι μικρότερο είναι και το έργο μου».

Η Συγκρότηση της Συνόδου.

Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Κι ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαίας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ’ αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθισαν στη σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεχώριζε κι ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.

Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί.

Το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα.

Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας σοφός Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο άγιος Σπυρίδωνας  και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρήθηκαν. Γνώριζαν πώς ο άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ’ ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι’ αυτό στενοχωρήθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. Κι ο Βασιλιάς έδωκε τον λόγο.

Σιγή και πάλι νεκρική απλώθηκε στην αίθουσα. Οι φίλοι του Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνηση τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα σεβασμού μα και απορίας κοιτούνε τον γέροντα. Κάποια στιγμή ο μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τη σιωπή στρέφεται προς τον φιλόσοφο και με φωνή σταθερή αρχίζει να του λέγει τούτα τα λόγια:

-Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός με τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του δημιούργησε όλο τον κόσμο. Και αυτά που βλέπουμε, μα κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό κι υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε και άνθρωπος και γεννήθηκε από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επί τρία χρόνια κι ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε κι εμάς και μας χαρίζει άφθαρτη και αιώνια ζωή. Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη μετά την Ανάσταση Του επί σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον Ουρανό από όπου κι έστειλε στη γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πώς θα ξανάρθει κάποια μέρα για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ’ Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και τα ενθυμήματα μας.

-Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος και Ομόδοξος. Ένας είναι ο Θεός• Τρία Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου κάτι το άρρητο και ακατάληπτο. Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς όλα τα νερά της θάλασσας σ’ ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μια εξήγηση των λόγων μου, ας με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που θα χρησιμοποιήσω αυτό το χειροπιαστό παράδειγμα. Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα κεραμίδι και δείχνοντας το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού κι είπε:

— «Εις το όνομα του Πατρός».

Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι πατέρες που παρακολουθούν τη σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις λέξεις του αγίου, η φωτιά με την οποία ψήθηκε το κεραμίδι ανέβηκε πάνω.

– «Και του Υιού»,

Πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό κεραμίδι, έτρεξε κάτω.

— «Και του Αγίου Πνεύματος».

Συμπλήρωσε ο πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.

 – Αδελφοί και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός• όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα πράγμα μιας ουσίας και μιας φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο – φωτιά, νερό, χώμα — έτσι κι ο Άγιος Θεός. Αν και δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε τα ακατάληπτα καταληπτά, – ας μας συγχωρήσει το άπειρο έλεος Του – λέμε και τονίζουμε:

 

– Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και τη φύση. Αλλά κατά τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Τα λόγια του αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών. Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος’, 14-15). Ψάλλουν και δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος κι οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο φιλόσοφος ταπεινωμένος αναγνωρίζει κι ομολογεί φανερά την ήττα του:

-Τα λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με βεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός κι Αυτός, ομοούσιος με τον Πατέρα.

Δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα-πρώτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός.

Η αλήθεια για μια ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α’ Κορ. 2′, 4). Δηλαδή όχι με συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε τη διδασκαλία.

Το θαύμα του Αγίου Αχιλλίου.

Ο Άγιος Γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στην Καππαδοκία και έλαβε μεγάλη χριστιανική και «θύραθεν»(=εξωχριστιανική) μόρφωση.

Μετά το θάνατο των ευσεβών γονέων του, μοίρασε τη μεγάλη περιουσία τους στους φτωχούς και πήγε στους Αγίους Τόπους. Εκεί έζησε κοντά στον Πανάγιο Τάφο.

Κατόπιν επισκέφτηκε διάφορα ασκητήρια και ασκήθηκε στη νηστεία, στην προσευχή, την αγρυπνία και στις άλλες χριστιανικές αρετές.

Ύστερα πήγε στη Ρώμη και στη Θεσσαλία, όπου κήρυξε το Χριστό και έκανε πολλά θαύματα. Έτσι διαδόθηκε πολύ η φήμη του και όταν χήρευσε ο θρόνος της Λαρίσης, αναδείχτηκε Αρχιεπίσκοπος της.

Η φήμη του προέτρεξε και έφτασε στη Νίκαια της Βιθυνίας, πριν ακόμη πάει εκει ο Αγιος, για να λάβει μέρος στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325). Γι’ αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι Πατέρες τον υποδέχτηκαν με μεγάλες τιμές. Τέλεσε μάλιστα στη Σύνοδο και θαύμα. Έκανε να αναβλύσει λάδι από μια πέτρα. Όπως αναφέρεται σε χειρόγραφο που βρίσκεται στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων ο Αγιος «Τον Θεόν επικαλεσάμενος και έλαιον δι’ ευχής βλύσαι ποιεί». Συγκεκριμένα κατά την διάρκεια μιας συζήτησης στην διάρκεια της Συνόδου,ο Άγιος Αχίλλειος σηκώθηκε και είπε:

-Εσύ Άρειε και οι υποστηρικτές αυτού,εάν έχετε δίκαιο που λέτε ότι ο Υιός του Θεού είναι κτίσμα και ποίημα Θεού,πες τότε σ’ αυτην την πέτρα που βρίσκεται εδώ μπροστά μας,να αναβλύσει έλαιον και τότε θα σας πιστέψουμε.Αλλοιώς κάθε συζήτηση είναι μάταιη και δεν οδηγεί πουθενά.

Οι  οπαδοί του Αρείου  ξαφνιάστηκαν και για λίγη ώρα έμειναν σιωπηλοί.Κατόπιν γυρίζουν και λένε στον Όσιο Αχίλλιο:

-Εσύ που είπες αυτό,εσύ και να το κάνεις.

Λέγοντας αυτό πίστευαν ότι ο Επίσκοπος δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει τέτοιο θαύμα.Θεώρησαν τα λόγια του σαν προπέτεια και όχι σαν Θεϊκή έμπνευση από το Άγιο Πνεύμα.

Ο Όσιος Αχίλλιος όμως,χωρίς φόβο και χωρίς να δειλιάσει λεπτό,σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στον βασιλέα και τους Αρχιερείς.Με πίστη στον Χριστό,αφού πρώτα προσευχήθηκε,τους λέει:

-Εάν ο Υιός του Θεού υπάρχει ομοούσιος και ομόδοξος του Πατρός,όπως εμείς πιστεύουμε,ομολογούμε και κηρύσσουμε,ας αναβλύσει η πέτρα αυτή έλαιον,για να πιστεύψουν και να βεβαιωθούν οι αιρετικοί.

Αμέσως ,πριν τελειώσει καλά καλά τα λόγια του,’εγινε το μεγάλο και καταπληκτικό θαύμα.Κάτω από την πέτρα, άρχισε να βγαίνει έλαιο τόσο ώστε κάλυψε όλο το έδαφος. Βλέποντάς το ο βασιλιάς και οι Αρχιερείς,θαύμασαν τη δυναμη της πίστης,δόξασαν το Θεό και επαίνεσαν τον Όσιο Αχίλαιο.Οι Αρειανοί αντίθετα ντροπιάστηκαν και λυπήθηκαν.

Το ράπισμα του Αγίου Νικολάου στον Άρειο.

To χαστούκι του αγίου Νικολάου, πού κατά τα άλλα υπήρξε κανόνας πίστεως ακριβής και εικονα αληθινοτάτη της πραότητος, στον αιρεσιάρχη και βλάσφημο Άρειο, είναι γεγονός πού σκανδαλίζει πιστούς και απίστους.

Όταν, ο αιρεσιάρχης Άρειος αποκάλεσε ανερυθρίαστα τον Υιό και Λόγο του Θεού κτίσμα και άνθρωπο και γεννητό(δημιουργημένο) εν τω χρόνω, αφήνοντας τινά υπονοούμενα για την σαρκική γέννηση Του από την Παρθένο Μαρία(στηριζόμενος σε ψυχρή λογική και θράσος), ο αγνός και ζηλωτής ιερέας Νικόλαος, εμπνευσθείς θείου ζήλου και αγανακτήσεως έκαμε το πρωτάκουστο και παράδοξο, να σηκωθεί εν μέσω ιεράς συνάξεως Πατέρων και να ραπίσει στο πρόσωπο με σφοδρότητα τον πρωτοπρεσβύτερο  από την Αλεξάνδρεια  , μην αντέχοντας την βλασφημία.Τότε , ο Άρειος εκμεταλλευόμενος με δόλο την βίαια αντίδραση του αγνού ιεράρχη επικαλέστηκε τον αρχαίο νόμο της θανατώσεως αυτού πού θα εράπιζε κάποιον ενώπιον βασιλέως. Οι αντιδράσεις ορθοδόξων και αιρετικών κατά του αγίου Νικολάου ήταν άμεσες, και ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να φυλακίσει τον άγιο, αφού πρώτα του αφαίρεσε τα αρχιερατικά του διακριτικά.

Όμως , την νύχτα φώς έλουσε το κελί του προσευχόμενου ιεράρχη και ο ίδιος ο Χριστός και η Παναγία εμφανίστηκαν για να προσφέρουν στον φυλακισμένο άγιο ωμόφορο και ευαγγέλιο , τα αρχιερατικά διακριτικά (πρβλ την εικόνα του αγίου). Όταν σε αυτή την περιβολή τον βρήκαν την επομένη, βασιλέας, πατέρες και φύλακες, αναγνώρισαν το θαύμα και του έδωσαν χάρη, αποκαθιστώντας τον στον ιερό αξίωμα και αναγνωρίζοντας πώς ότι έπραξε ήταν αποτέλεσμα ιερού ζήλου και όχι θράσους ή μικροψυχίας και οργής.

Η  πρόταση του Οσίου Κορδούης και η αντίδραση του Αγίου Παφνουτίου.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός στην Σύνοδο ήταν και η πρόταση του Οσίου Κορδούης:Οι κληρικοί να παραμένουν άγαμοι ,για να είναι άμεμπτο και ακέραιο αυτό που αφιερώνουν στο Θεό.Στην πρόταση αυτή απάντησε ο Άγιος Παφνούτιος ως εξής:

«Η αγαμία,είπε,είναι ένα ιδιάιτερο χάρισμα και μάλιστα αρκετά σπάνιο.Ενώ ο πόθος της ιερωσύνης αναπτύσσεται σε πολλούς ανθρώπους.Ας μην εμποδίζουμε ανθρώπους, που θέλουν να αφιερωθούν στο Θεό,επιφορτίζοντάς τους με βάρη υπεράνω των δυνάμεών τους .Ας μείνει η αγαμία για τους μοναχούς και από τους κληρικούς ,όποιος θέλει να γίνεται άγαμος και όποιος θέλει γίνεται έγγαμος».Και η συνετή και φυσιολογική πρόταση του Αγίου Παφνουτίου εγκρίθηκε από την Σύνοδο.

1-10 of 1292